Αριθμός 705/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Ίβρο, περί αναιρέσεως της 159/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον ....., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Ανδριανόπουλο. Το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Ιουνίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1206/06. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία εκείνα προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που εφαρμόσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα σ' αυτή κατ' είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθη τον Ιούνιο του 1982, ο πολιτικώς ενάγων (.....) προσελήφθη από τον κατηγορούμενο (.....) ο οποίος διατηρεί στην .... ατομική επιχείρηση εγκαταστάσεως και συντηρήσεως ανελκυστήρων σε οικοδομές, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως συντηρητής - εγκαταστάτης ανελκυστήρων. Στις 6-11-1999 ο κατηγορούμενος ανέθεσε στον πολιτικώς ενάγοντα την εργασία εγκατάσταση οδηγών για την τοποθέτηση ανελκυστήρα σε τριώροφη πολυκατοικία επί της οδού ...... Ο πολιτικώς ενάγων μετέβη στην οικοδομή με τον συνάδελφό του ..... και εργάστηκε μαζί του ως την 09.00΄ ώρα . Ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε την ώρα εκείνη στον ως άνω .... και του ζήτησε να μεταβεί σε άλλη πολυκατοικία, κείμενη στην οδό ......., προκειμένου να αντικαταστήσει τα συρματόσχοινα του εκεί ανελκυστήρα. Ο πολιτικώς ενάγων συνέχισε μόνος του τις απαιτούμενες εργασίες τοποθέτησης των οδηγών του ανελκυστήρα μεταξύ του δευτέρου και του τρίτου ορόφου. Αυτός τοποθέτησε μια ξύλινη φορητή σκάλα, μήκους 3,20 μέτρων, που είχε προμηθευτεί από την επιχείρηση του κατηγορουμένου, στο δάπεδο του δευτέρου ορόφου της πολυκατοικίας, μπροστά από το άνοιγμα της μεταλλικής πόρτας του ανελκυστήρα και ασφάλισε με ένα δοκάρι, για να μην ολισθαίνει. Ειδικότερα τοποθέτησε το δοκάρι στο εσωτερικό χείλος της πόρτας στο φρεάτιο οριζοντίως και στο ύψος του πρώτου σκαλοπατιού της ξύλινης σκάλας κατά τρόπο ώστε να δημιουργείται αντίσταση στη φορητή ξύλινη σκάλα , για να μην ολισθαίνει. Το άνω άκρο της φορητής ξύλινης σκάλας τοποθέτησε στην εσωτερική πλευρά του φρεατίου που βρίσκεται απέναντι από την πόρτα του ανελκυστήρα. Περί ώρα 12.00΄ και ενώ ο πολιτικώς ενάγων ευρίσκετο πάνω στην ξύλινη σκάλα και τοποθετούσε τους οδηγούς του ανελκυστήρα μέσα στο φρεάτιο, έσπασαν οι ορθοστάτες της σκάλας στο ύψος του πρώτου σκαλοπατιού, με αποτέλεσμα αυτός να βρεθεί στο κενό, να πέσει από ύψος 11 μέτρων στο δάπεδο του ισογείου, μέσα στο φρεάτιο, και να τραυματιστεί. Ειδικότερα υπέστη συντριπτικά κατάγματα σπονδύλων Ο1 και Ο2 με νευρολογική βλάβη (ατελή παραπληγία), συντριπτικά κατάγματα πτερνών άμφω, κατάγματα πλευρών και κάκωση θώρακος. Ο κατηγορούμενος από αμέλεια προκάλεσε τον άνω τραυματισμό του πολιτικώς ενάγοντος. Ειδικότερα δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρας και λογικής. Μπορούσε δε αυτός με βάση τις προσωπικές περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξαιτίας του ως άνω επαγγέλματός του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, όντας υπεύθυνος εργοδότης του πολιτικώς ενάγοντος, στον οποίο είχε αναθέσει την εργασία εγκατάστασης οδηγών για την τοποθέτηση ανελκυστήρα στην παραπάνω τριώροφη πολυκατοικία, δεν έλαβε, όπως όφειλε και μπορούσε, τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας για την προστασία του άνω εργαζομένου και δη 1) οι ξύλινοι ορθοστάτες της φορητής σκάλας, με την οποία εφοδίασε τον παθόντα, δεν ήταν κατασκευασμένοι από ξύλο αρκετής αντοχής, όπως προβλέπεται από το άρθρ. 3 του Π.Δ/τος της 22.12.1933 "Περί ασφαλείας εργατών και υπαλλήλων εργαζομένων επί φορητών κλιμάκων". 2) Δεν μερίμνησε ώστε ο παθών να είναι εφοδιασμένος με όλον τον απαραίτητο εξοπλισμό ατομικής προστασίας και να χρησιμοποιεί αυτόν κατά την παροχή της εργασίας του στο φρεάτιο, όπως ζώνη ασφαλείας, δέσιμο ή άλλη μέθοδο ασφάλειας με αγκύρωση και 3) Δεν φρόντισε ώστε να υπάρχει δάπεδο κάλυψης του ανοίγματος του φρεατίου στο δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας, στον οποίο εργάζετο ο παθών ή δίχτυ προστασίας, για να προστατεύεται ο παθών κατά την πτώση του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος σωματικής βλάβης από αμέλεια παρ' υποχρέου. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξεως, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις με τις οποίες έκανε την υπαγωγή του στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως να εκτίθεται σ' αυτή τι προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο και να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι όλα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Αλλά και ο συναφής πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τον οποίο απορρίφθηκε χωρίς καμία αιτιολογία ο αυτοτελής τάχα ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος στην επέλευση της σωματικής του βλάβης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα σε τέτοιο ισχυρισμό που δεν ήταν αυτοτελής, σε κάθε δε περίπτωση, γιατί δεν είχε προβληθεί παραδεκτώς, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ναι μεν είχε περιληφθεί σε εγχειρισθείσα προς το διευθύνοντα τη συζήτηση γραπτή δήλωση του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρο 141 περ. 2 εδ. α΄ του Κ.Π.Δ., πλην όμως δεν αναπτύχθηκε και προφορικά, ούτε έγινε προφορική αναφορά του, κατά το ουσιώδες περιεχόμενο αυτού (Ολ. ΑΠ 2/2005). Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 9 Ιουνίου 2006 αίτηση του .........για αναίρεση της υπ' αριθμ. 159/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ........., που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ