Αριθμός 732/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Θ. Γ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Άρτας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Άρτα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Χατζηγιαννάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν η 20/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 214/2009 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-6-2010 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1515/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 28-4-2022 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, ανέγνωσε την από 11-5-2021 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Mε την από 11.6.2010 και με αριθ. κατάθ. 45/18.6.2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 214/2009 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε αντιμωλία του πρώτου εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, δεύτερου, τέταρτου, έκτου και έβδομου των εφεσιβλήτων - εναγόντων και ερήμην του τρίτου και πέμπτου αυτών και μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 20/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι` αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την προβλεπόμενη στο άρθρο 681 του ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο από τον μισθωτό, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών κλπ (ΑΠ 58/2015, 1022/2015, 2202/2014, 1080/2014). Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, 104/2016, 509/2016). Εάν όμως η σύμβαση φέρει τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και καταγγελθεί από τον εργοδότη, ρητά ή σιωπηρά, χωρίς η καταγγελία να λάβει χώρα εγγράφως και χωρίς να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, η καταγγελία είναι άκυρη κατά τα άρθρα 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, με συνέπεια να μην επιφέρει τη λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης να υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, 601/2013). Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ως σύμβασης έργου, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση. Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης ή σχέσης εξαρτημένης εργασίας, σύμβασης εργασίας ορισμένης ή αόριστης διάρκειας ή σύμβασης έργου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ. ΑΠ 7/2011, 19/2007, 18/2006). Με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους, διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ. ε` του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Αντίστοιχες ρυθμίσεις, διαφέρουσες αυτών ως προς τη διάρκεια του χρόνου των συμβάσεων εργασίας (πέντε μήνες για την κάλυψη εποχιακών ή περιοδικών αναγκών, ένα έτος για τη κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, δυνάμενες να ανανεωθούν για τρεις μήνες και ένα έτος αντίστοιχα) περιείχαν και οι διατάξεις των άρθρων 65 (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 64) και 72 παρ. 1 και 73 του Π.Δ/τος 410/1988, που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού, ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτούμενων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ). Εξ άλλου, με το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 2527/1997 (ΦΕΚ Α' 206), με τον οποίο τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν οι διατάξεις του Ν. 2190/1994, ορίσθηκε ότι για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα και φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 κ.ε. του Αστικού Κώδικα ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγουμένη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του, κατά περίπτωση, αρμόδιου υπουργού, με την οποία καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή μερική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από τους υπαλλήλους του, ότι με τη σύμβαση μίσθωσης έργου καθορίζονται οι τυχόν αναγκαίοι όροι και λεπτομέρειες σχετικώς με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αναδόχου και ότι σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ` ολοκληρίαν άκυρη, ενώ με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου (αναριθμηθείσα σε παρ. 9 με το Ν. 3812/2009) ορίσθηκε ότι για συμβάσεις μίσθωσης έργου από τους ΟΤΑ, πρώτου και δευτέρου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα την απόφαση της παρ. 1 εκδίδει ο Γενικός Γραμματέας της οικείας Περιφέρειας ή το, υπ` αυτού, εξουσιοδοτημένο όργανο. Με τις παρ. 2, 3 και 4 του ιδίου άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, πριν την αντικατάσταση της πρώτης από τις πιο πάνω παραγράφους και την αναρίθμηση όλων με το άρθρο 10 του Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α` 234/28.12.2009), ορίσθηκε ότι για την έκδοση της, κατά την προηγούμενη παράγραφο, απόφασης, καθώς και για την προηγούμενη έγκριση, όπου αυτή προβλέπεται κατά τις ισχύουσες διατάξεις, για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημοσίου τομέα ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία (παρ. 2, αναριθμηθείσα σε παρ. 5 με το Ν. 3812/2009, και παράλληλη τροποποίησή της με την ανάθεση της σχετικής αρμοδιότητας στο ΑΣΕΠ), ότι ανανέωση ή παράταση της σύμβασης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη, ότι παράταση του χρόνου παράδοσης του έργου επιτρέπεται χωρίς οποιαδήποτε αύξηση της αμοιβής του αναδόχου, ότι απασχόληση του αναδόχου σε έργα ή εργασίες άσχετες με εκείνες που περιγράφονται στη σύμβαση απαγορεύονται και συνεπάγονται τον καταλογισμό ολικώς ή μερικώς της αμοιβής του αναδόχου σε βάρος του υπευθύνου υπηρεσιακού οργάνου και ότι ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 3, αναριθμηθείσα σε παρ. 6 με το Ν. 3812/2009) και ότι προϊστάμενοι υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια υπηρεσιακά όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων παραπέμπονται υποχρεωτικώς στην αρμόδια πειθαρχική διαδικασία κατά τις οικείες διατάξεις και διώκονται αυτεπαγγέλτως ή κατ` έγκληση οποιουδήποτε πολίτη για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα (παρ. 4, αναριθμηθείσα σε παρ. 7 με το Ν. 3812/2009). Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής : "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το, από 6-4-2001, ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α` 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι : "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει". Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι : "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ` Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις ταυ Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και του Ν. 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει επίσης ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (Ολ. ΑΠ 19, 20/2007). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10 Ιουλίου 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα. Ειδικότερα, με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α` 134), που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν για το απασχολούμενο προσωπικό στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας (άρθρο 2 παρ.1 και 3 στοιχ. γ` αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380). Ειδικότερα, με το άρθρο 5 παρ.1 του ως άνω Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, ενώ με το άρθρο 5 παρ. 2 του ιδίου Δ/τος ορίσθηκε ότι η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ` εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επομένου άρθρου (που δεν αφορά την ένδικη υπόθεση). Με το άρθρο 6 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ/τος ορίσθηκε επίσης ότι συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ιδίου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή του προηγουμένου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας. Τέλος, με το άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του εν λόγω Προεδρικού Διατάγματος, ορίσθηκε ότι οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη (παρ. 1) και ότι σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά και ότι δεν αναζητούνται τυχόν καταβληθέντα, ο δε εργαζόμενος έχει δικαίωμα για τον χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση τα ποσά τα οποία δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, εάν δε οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις. Με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου προβλέφθηκαν ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις σε βάρος του παραβαίνοντος τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του εν λόγω διατάγματος, ενώ με το τελευταίο εδάφιο της προηγούμενης παρ. 2 ορίσθηκε ότι τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο καταλογίζονται στον υπαίτιο. Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α` 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (Ολ. ΑΠ 7/2011, 19/2007), και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και προβλέπουν την, κατ` εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ/τος, η οποία, ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα, κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (Ολ. ΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ. 1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ. α να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγουμένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικά Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ` αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3). Με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ.1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές. Τέλος, με την παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι κατ` εξαίρεση και για λόγους κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν στην επαγγελματική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες για άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, αρκεί ο συνολικός χρόνος απασχόλησης του εδαφίου (α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να είναι τουλάχιστον δέκα οκτώ (18) μήνες, ανεξαρτήτως ενδιαμέσων χρονικών διαστημάτων μεταξύ των συμβάσεων, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις κατά τα ανωτέρω. Από την τελευταία αυτή διάταξη, η οποία αποσυνδέει τη διάρκεια του χρόνου διακοπής μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων έργου ή εργασίας ορισμένου χρόνου για την αναγνώριση της σχέσης αυτής ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου 11 μόνο για την κατηγορία απασχολουμένων μισθωτών με αναπηρία άνω του 50%, συνάγεται εξ αντιδιαστολής, σε συνδυασμό με τη ρύθμιση της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, που ρητώς παραπέμπει στη ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 1 του ΠΔ/τος, ότι δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της ως άνω μεταβατικής ισχύος διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 επί διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου απασχολουμένου σε δημόσιο φορέα μισθωτού, όταν τα μεταξύ αυτών διαστήματα διακοπής υπερβαίνουν το διάστημα των τριών μηνών (ΑΠ 788/2017, 280/2015, 244/2015, 696/2013), είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι συντρέχουν οι λοιπές προβλεπόμενες για την εφαρμογή της στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις. Σημειώνεται ότι η πρόβλεψη, εξάλλου, ότι μεσολαβεί για την αναγνώριση της σχέσης εργασίας ως αόριστου χρόνου, διοικητική διαδικασία, δεν μπορεί να αποκλείσει στα δικαστήρια, κατά την άσκηση του υπαγορευόμενου από το Σύνταγμα δικαιοδοτικού τους έργου, την έρευνα της ύπαρξης των προϋποθέσεων που προσδίδουν στη σχετική σύμβαση ή σχέση τον χαρακτήρα σύμβασης ή σχέσης εργασίας αόριστου χρόνου (σχετ. Ολ. ΑΠ 16/2017). Ανεξάρτητα όμως από την Οδηγία αυτή και των προς εφαρμογή αυτής ρυθμίσεων του πιο πάνω με αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920. Με τη διάταξη αυτή, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των, περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, διατάξεων του παρόντος νόμου". Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 907/2017, 509/2016, 1664/2007). Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου [ή συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία], ανεξάρτητα αν αυτές έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 ΑΚ, 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (Ολ. ΑΠ 7/2011). Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον, εκ του νόμου, χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (Ολ. ΑΠ 7/2011, 18/2006), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (Ολ. ΑΠ 13/2017, 18/2006). Για την εφαρμογή όμως της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 σε κάθε περίπτωση, προσαπαιτείται οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή, να μην μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 788/2017, 1425/2015, 244/2015, 696/2013, 79/2013, 1032/2012). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εκ των οποίων η πρώτη καταρτίσθηκε με το Δημόσιο κ.λ.π. : α) πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10.7.2002), β) των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18 Απριλίου 2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001) και απαγορεύουν, κατά τα προλεχθέντα, την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και γ) των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ/τος 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του, ενεργών συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου (ή που ήσαν ενεργείς μέχρι τρεις μήνες πριν την έναρξη ισχύος του), και οι οποίες (συμβάσεις) συνεχίσθηκαν δε και είναι ενεργείς κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των διατάξεων αυτών και εφεξής, καλύπτουν δε κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. Και τούτο διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη από τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψης τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο (χαρακτήρα) διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ. ΑΠ 7/2011, Ολ. ΑΠ 13/2017). Επομένως είναι νομικά αδιάφορο το ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συντρέχουν παραλλήλως και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, λόγω έλλειψης κάποιας από τις προϋποθέσεις που προβλέπει η σχετική ρύθμιση, ή ότι η παροχή της εργασίας από τον μισθωτό δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου συνεχίσθηκε να παρέχεται στο φορέα, από κάποιο χρονικό σημείο και εφεξής, με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου κατά παράβαση του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997. Αντιθέτως, εάν η πρώτη από τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καταρτίσθηκε μετά τις 18 Απριλίου 2001, οπότε τέθηκαν σε ισχύ οι πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις και παράλληλα δεν συντρέχει κάποια ή κάποιες από τις πιο πάνω προϋποθέσεις της, μεταβατικού χαρακτήρα, διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, δεν μπορεί να γίνει. Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920, δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ` επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (Ολ. ΑΠ 19/2007). 3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). 4. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 11.1.2007 και αριθ. κατάθ. 379/26.1.2007 αγωγή, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη με συμβάσεις μίσθωσης έργου, κατά τους αναφερόμενους σ' αυτή χρόνους, και απασχολήθηκε αρχικά στον "καθαρισμό εσχαρών ομβρίων υδάτων" και στη συνέχεια πρόσθετα και στην "επιτήρηση δεξαμενών και αντιλιοστασίων" με πλήρες και συνεχές ωράριο, καθημερινά και καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγόμενης, με συνέπεια οι παραπάνω συμβάσεις να συνιστούν ουσιαστικώς μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ` εφαρμογή της ρήτρας 5 της κοινοτικής οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε. της 28/6/1999 και των άρθρων 22 Συντάγματος, 179, 288 και 671 Α.Κ. και 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920, κατ' επίφαση δε χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγόμενη με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ημερομηνία έναρξης της απασχόλησής του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 20/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία την έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίστηκε ότι ο ενάγων συνδέεται με την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως εξυπηρετών πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής από την ημέρα της πρόσληψής του και δη από 1.3.2001 και στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μετά την άσκηση της από 7.5.2007 και με αριθ. κατάθ. 22/7.5.2007 έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΑΡΤΑΣ" (Δ.Ε.Υ.Α.Α.), με την οποίαν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κράτησε και ερεύνησε την υπόθεση και απέρριψε στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη την αγωγή. Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς τον αναιρεσείοντα- ενάγοντα, ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη, με το ακόλουθο σκεπτικό: "....... Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή έχοντας το αναφερόμενο στην αρχή της παρούσας απόφασης περιεχόμενο δεν ήταν κατά τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη, νόμιμη και έπρεπε να απορριφθεί. Τούτο διότι και αν ακόμη υποτεθεί αληθές ότι : α) οι ένδικες συμβάσεις έργου στην πραγματικότητα υπέκρυπταν συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας και β) κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας της εναγομένης ν.π.ι.δ., δεν είναι κατά το νόμο δυνατή η μετατροπή αυτών σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1920 δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, τούτο διότι κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 2190/1994 οι συμβάσεις αυτές έπρεπε να καταρτιστούν υποχρεωτικά ως ορισμένης διάρκειας. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό των συμβάσεων ως ορισμένης διάρκειας, ούτε καθίστανται αορίστου χρόνου οι συμβάσεις των προσληφθέντων για ορισμένο χρόνο, με βάση διάταξη νόμου, αν αυτοί χρησιμοποιήθηκαν για εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Άλλωστε το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος απαγορεύει την εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. β' του ν. 2112/1920 και συνακόλουθα την μετατροπή των ενδίκων συμβάσεων σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω με την εκπνοή της προθεσμίας (10.7.2002) ενσωματώσεως στην εθνική έννομη τάξη της Οδηγίας 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, δεν καταργήθηκαν, όπως εκτέθηκε πιο πάνω, οι προαναφερόμενες (εθνικές) νομοθετικές απαγορεύσεις μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου όσων μισθωτών προσλήφθηκαν στο δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και στα ν.π.ι.δ., όπως η εναγόμενη όπου ισχύει το σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994. Τούτο διότι δεν παρέχει κανόνες σαφείς και ακριβείς, δεκτούς απευθείας εφαρμογής, αλλά αντίθετα παρέχει στον εθνικό νομοθέτη περιθώριο διακριτικής επιλογής. Για το λόγο αυτό δεν έχει καμιά ισχύ πριν από την παρεμβολή του εθνικού νομοθέτη, η οποία υλοποιήθηκε με το π.δ. 164/2004, που σιωπηρά κατήργησε το προηγούμενο. Η ρύθμιση αυτή δεν εφαρμόζεται στις ελεγχόμενες σχέσεις διότι στους ενάγοντες με τις παρακάτω συμβάσεις έργου που συνήψαν με την εναγομένη κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, ανατέθηκαν σ' αυτούς τα εξής έργα : α) στον πρώτο ενάγοντα με την με αριθμό …/1/3/… σύμβαση έργου χρονικής διάρκειας από 1.3…. - 31.12…. ανατέθηκε ο καθαρισμός εσχαρών και ομβρίων υδάτων, ενώ με τις ../14.2….., …/1.9…. και …./1.7…., χρονικής διάρκειας 14.2….- 13.12…., 1.9….- 30.6…. και 1.7….- 30.4…., αντίστοιχα, ανατέθηκε η πρόσθετη επιτήρηση των δεξαμενών των αντλιοστασίων. Δηλαδή το .. αυτός είχε σύμβαση διαρκείας δέκα μηνών διαφόρου αντικειμένου. Ο χρόνος διακοπής μεταξύ δεύτερης και τρίτης ήταν οκτώ (8) μήνες και δέκα εννέα (19) ημέρες, μεταξύ της τρίτης και τέταρτης μηδενικό. Συνολικός χρόνος των τεσσάρων συμβάσεων τριάντα (30) μήνες και δέκα οκτώ (18) ημέρες. Αυτός κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19.7.2004) είχε ενεργή σύμβαση, πλην όμως μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών, δηλαδή από την τρίτη σύμβαση μέχρι την 18.7.2004, β)...... γ)......δ).......ε) ..........στ)........... και ζ)......... Επομένως, δεν παρέχεται στους ενάγοντες η αιτούμενη έννομη προστασία. Ωστόσο, η εκκαλουμένη απόφαση παραβλέποντας τα ανωτέρω έκρινε νόμιμη την αγωγή την οποίαν δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη. Κρίνοντας έτσι δεν εφάρμοσε σωστά το νόμο κατά τους βάσιμους λόγους (ενιαία εκτιμώμενους) της έφεσης της εναγομένης, που πρέπει να γίνει δεκτή.......". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, όπως εκτιμάται, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 288, 671 ΑΚ, 103 του Συντάγματος, 6 του Ν. 2527/1997 και 21 Ν. 2190/1994, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 648 και 669 ΑΚ, και απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή. Ωστόσο, η θεμελίωσή της στις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, δεν είναι νόμιμη διότι, οι επίδικες συμβάσεις, που συνήψε ο ενάγων με την αντίδικό του, ως παρατίθενται στο αγωγικό δικόγραφο, δεν ήταν διαδοχικές προ της ενάρξεως ισχύος την 18.4…. των διατάξεων των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους …, (η πρώτη καταρτίστηκε την 1.3….. και είχε διάρκεια μέχρι 31.12….), ώστε να είχαν προσλάβει ήδη από τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο (χαρακτήρα) να διατήρησαν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων την 18.4…. ως ενιαία πλέον σύμβαση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, οι προαναφερθείσες συμβάσεις απείχαν μεταξύ τους μεγάλα χρονικά διαστήματα (ένας μήνας και δέκα τρεις ημέρες η πρώτη με τη δεύτερη και οκτώ μήνες και δέκα εννιά ημέρες η δεύτερη με την τρίτη) και συνεπώς, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, δεν υφίσταται η απαιτούμενη συνοχή και ενότητα μεταξύ τους, προκειμένου να κριθεί ότι ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγόμενης, αλλά μεσολαβούν μεταξύ τους πολύμηνα χρονικά διαστήματα και ματαιώνεται έτσι η δυνατότητα ενός ευμενούς γι' αυτόν (αναιρεσείοντα- ενάγοντα) νομικού χαρακτηρισμού της σχέσεως εργασίας, που είχε αναπτύξει με την εργοδότριά του αναιρεσίβλητη - εναγόμενη, η οποία ως προς την πρόσληψη του προσωπικού της, λογίζεται ως φορέας του δημόσιου τομέα, στον οποίο ισχύουν οι ως άνω περιοριστικές των προσλήψεων ρυθμίσεις, καθώς και οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος και του N. 2190/1994 (ΑΠ 628/2015, 184/2014). Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη και ο ως άνω λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, καθότι με τις ίδιες τις παραδοχές της συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, μεταξύ των οποίων και η μη μεσολάβηση διαστήματος μεγαλύτερου των τριών μηνών μεταξύ των κρίσιμων συμβάσεων. Κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί το κυρίαρχο αγωγικό αίτημα του ενάγοντος για αναγνώριση των συμβάσεών του ως ενιαίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, υπό το πρίσμα των προβλέψεων του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 και πάλι η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη, καθόσον ορισμένες εκ των επιδίκων συμβάσεων του ενάγοντος είχαν μεν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, ήτοι την 19.7.2004 και ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, πλην όμως δεν ήταν διαδοχικές μεταξύ τους και ειδικότερα η δεύτερη από 14.2…. μέχρι 31.12…. και η τρίτη από 1.9…. μέχρι 30.6…. απείχαν μεταξύ τους οκτώ (8) μήνες και δέκα εννέα (19) ημέρες, και δεν μπορούν να συνυπολογιστούν για να κριθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 5 και 11 του π.δ. 164/2004, ώστε να χαρακτηριστούν όλες οι επικαλούμενες συμβάσεις ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και ο συνολικός χρόνος που καλύπτουν η τρίτη από 1.9… μέχρι 30.6…. και η τέταρτη από 1.7…. μέχρι 19.7…. που τέθηκε σε ισχύ το π.δ. 164/2004, ανέρχεται σε δέκα (10) μήνες και δέκα οκτώ (18) ημέρες, απέχει δηλαδή του συνολικού χρόνου των 24 μηνών, αδιακρίτως αριθμού ανανεώσεων και του συνολικού χρόνου των 18 μηνών συνυπολογιζομένης της αρχικής διαδοχικής κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, που είναι η από 1.9…. μέχρι 30.6…. και τριών ανανεώσεων σε διάστημα 24 μηνών, που απαιτείται ώστε να κριθούν οι συμβάσεις αυτές, ως διαδοχικές υπό την έννοια που προαναφέρθηκε και αποτελούσες ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου. Επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, έστω με συνοπτική αιτιολογία και ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. 5. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1410/2017, 701/2011, 121/2009). Συνεπώς, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος, με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή με το αιτιολογικό ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν προέβη σε έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και δεν διατύπωσε, ως προς το ζήτημα αυτό, αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη. Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί o αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), χωρίς τον περιορισμό του άρθ. 22 ν. 3693/1957, αφού οι ΔΕΥΑ δεν αποτελούν ΟΤΑ, αλλά αυτοτελή ν.π.ι.δ. τα οποία λειτουργούν με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διαθέτουν ίδια έσοδα και δική τους αυτόνομη ταμειακή υπηρεσία και το δικό τους ταμειακό συμφέρον δεν ταυτίζεται με αυτό του Δημοσίου ή των ΟΤΑ (ΑΠ 1013/2022). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11.6.2010 και αριθ. κατάθεσης 45/18.6.2010 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 214/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ