Αριθμός 1040/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Π. Ξ. του Η., κατοίκου Κ. Σ., ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του Π., Α. - Ε. και Η., κατοίκων Π. Λ.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευσταθία - Μαρία Μαράντου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Γ., κατοίκου Π. Λ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κοκκονό. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9-4-2019 και 12-4-2019 αγωγές της ήδη αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ………. και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-4-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, το έννομο συμφέρον αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης αίτησης αναίρεσης, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και αν, στην τελευταία περίπτωση, βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324, 325 ΚΠολΔ (ΑΠ 706/2017, ΑΠ 428/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1439 εδ. α' ΑΚ καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρού κλονισμού. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι, όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου. Επομένως, στην περίπτωση συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία απ' αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές ότι ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον, κατά τις διατάξεις των άρθρων 68, 516 παρ. 2 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, να ασκήσει αντίστοιχα έφεση ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης ή της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επιδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και, ως εκ τούτου, το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, απαρτίζοντα, όμως, τον ίδιο λόγο του αντικειμενικού κλονισμού του γάμου (ΑΠ 921/2018, ΑΠ 599/2015, ΑΠ 50/2013, ΑΠ 1242/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης τα ακόλουθα: Ο Π. Ξ. (ήδη αναιρεσείων) και η Π. Τ. (ήδη αναιρεσίβλητη) άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……… τις από 12.4.2019 και από 9.4.2019 αντίθετες αντίστοιχες αγωγές τους με αντικείμενο τη λύση του μεταξύ τους γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους από λόγο που αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του αντιδίκου τους, την επιμέλεια και διατροφή των τριών ανηλίκων τέκνων τους, την διατροφή της αναιρεσίβλητης και, επικουρικά, την επικοινωνία του αναιρεσείοντος με τα ως άνω τέκνα. Επί των ανωτέρω αγωγών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 131/2020 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία: α) κατά μερική παραδοχή της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίκων λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους από λόγο που αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του αναιρεσείοντος συζύγου της, ανατέθηκε η επιμέλεια των τριών ανηλίκων τέκνων τους σ' αυτήν και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να προκαταβάλει διατροφή στην ίδια ατομικά καθώς και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων τους, το ποσό των 150 ευρώ μηνιαίως για έκαστο αυτών (και συνολικά το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως) για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής της αναιρεσίβλητης και β) κατά μερική παραδοχή της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος μόνο ως προς το επικουρικό αίτημά της, ρυθμίστηκε το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας αυτού με τα ανήλικα τέκνα του κατά τον σ' αυτήν αναφερόμενο τρόπο, ήτοι με χρονικά περιορισμένη διάρκεια για λόγους αφορώντες το συμφέρον των τέκνων. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων-εναγόμενος Π. Ξ. (ήδη αναιρεσείων) άσκησε την από 15.6.2020 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο με την αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, το γάμο και την ελεύθερη συμβίωση (άρθρο 592 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), υπ' αριθ. 72/2022 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την εν λόγω έφεση. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης του Εφετείου ο ως άνω εκκαλών άσκησε την κρινόμενη από 19.4.2022 αίτηση αναίρεσης. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου των διαδίκων, το οποίο επήλθε κατά παραδοχή της μίας από τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων, οι οποίες είχαν το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διέφεραν δε μόνο κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, ότι ο αναιρεσείων δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που αυτή πλήττει το περί λύσης του γάμου των διαδίκων κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης (ήτοι κατά τους πρώτο, ως προς το πρώτο σκέλος του, δεύτερο, ως προς το δεύτερο σκέλος του, και τέταρτο, ως προς το τρίτο σκέλος του, λόγους αναίρεσης). Κατά συνέπεια, για το λόγο αυτό η αίτηση αναίρεσης κατά το ανωτέρω μέρος της είναι απαράδεκτη κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρα 68, 73 και 577 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης, όμως, κατά το μέρος που πλήττει τα λοιπά κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης (που αφορούν την ανάθεση της επιμέλειας των τέκνων στην αναιρεσίβλητη και τη ρύθμιση του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας του αναιρεσείοντος με αυτά), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 του ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης κατά απόφασης, που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος, με ρητή διάταξη, καταλαμβάνει και τις σχέσεις, που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ, στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, να εφαρμόσει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 306/2017). Έτσι, ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γίνεται με βάση το νόμο που όφειλε να εφαρμόσει το ουσιαστικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται. Κατ' εξαίρεση ο αναιρετικός έλεγχος νομιμότητας θα γίνει με νόμο μεταγενέστερο εκείνου που ορίζουν οι ανωτέρω διατάξεις, αν ο τελευταίος έχει αναδρομική ισχύ και ορίζει ότι εφαρμόζεται και επί των τελεσιδίκως κριθέντων ή στις δίκες που είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε δικαστήριο ή δεν έγιναν αμετάκλητες, με την προϋπόθεση ότι η διάταξη για αναδρομική ισχύ δεν προσκρούει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, Σύνταγμα, ΕΣΔΑ κ.λπ. (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 2096/2022, ΑΠ 1758/2022, ΑΠ 1628/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1520 ΑΚ (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την αντικατάστασή του από το άρθρο 13 του Ν. 4800/2021), ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό και τα σχετικά με την επικοινωνία του αυτή κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο. Η επικοινωνία αυτή ρυθμίζεται από το δικαστήριο με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου, γιατί η ρύθμιση της άσκησης του ανωτέρω δικαιώματος από το άρθρο 1520 ΑΚ, λειτουργεί μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων που προβλέπουν την άσκηση του δικαιώματος και καθήκοντος των γονέων για τη μέριμνα υπέρ του ανηλίκου τέκνου τους (άρθρα 1511 και 1512 ΑΚ), με βάση και σκοπό πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου, το οποίο αποτελεί αόριστη νομική έννοια και γενική ρήτρα, που εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης. Ήδη οι διατάξεις του άρθρου 1520 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν 4800/2021 (ΦΕΚ Α' 81/21.5.2021) και οι οποίες (διατάξεις), δυνάμει του άρθρου 18 του ιδίου ως άνω νόμου, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (16.9.2021), αμετάκλητη δικαστική απόφαση, όπως στην προκειμένη υπόθεση, ορίζουν τα εξής: "Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της, κατά το δυνατό, ευρύτερης επικοινωνίας με αυτό, στην οποία περιλαμβάνονται τόσο η φυσική παρουσία και επαφή του με το τέκνο, όσο και η διαμονή του τέκνου στην οικία του. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο οφείλει να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία του τέκνου με τον άλλο γονέα σε τακτή χρονική βάση. Ο χρόνος επικοινωνίας του τέκνου με φυσική παρουσία με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, τεκμαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου, εκτός αν ο γονέας αυτός ζητά μικρότερο χρόνο επικοινωνίας, ή επιβάλλεται να καθορισθεί μικρότερος ή μεγαλύτερος χρόνος επικοινωνίας για λόγους που αφορούν στις συνθήκες διαβίωσης ή στο συμφέρον του τέκνου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, δεν διαταράσσεται η καθημερινότητα του τέκνου. Αποκλεισμός ή περιορισμός της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας με τον οποίον δεν διαμένει το τέκνο, κριθεί ακατάλληλος να ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας. Για τη διαπίστωση της ακαταλληλότητας του γονέα το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο, ιδίως την εκπόνηση εμπεριστατωμένης έκθεσης κοινωνικών λειτουργών ή ψυχιάτρων ή ψυχολόγων... Τα σχετικά με την επικοινωνία ζητήματα καθορίζονται ειδικότερα είτε με έγγραφη συμφωνία των γονέων είτε από το δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται και η παρ. 4 του άρθρου 1511 (περί συνεκτίμησης της γνώμης του τέκνου ανάλογα με την ωριμότητά του...". Συνεπώς, και οι νέες διατάξεις του άρθρου 1520 ΑΚ αποβλέπουν στην προστασία του συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου, όπως και οι προισχύσασες, πλην όμως με αυτές καθιερώνεται ελάχιστο τεκμήριο χρόνου επικοινωνίας του τέκνου (ανερχόμενο στο 1/3 του συνολικού χρόνου) με τον γονέα, με τον οποίο δεν διαμένει, που συμβάλλει στην ενίσχυση των μεταξύ τους δεσμών και σχέσεων, στην ομαλή ψυχική και πνευματική ανάπτυξη του τέκνου και στην ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του. Η ρύθμιση, όμως, του δικαιώματος επικοινωνίας από το δικαστήριο γίνεται με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του τέκνου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί αόριστη νομική έννοια και γενική ρήτρα, που εξειδικεύεται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περίπτωσης. Για να κριθεί δε τι αποτελεί συμφέρον του ανηλίκου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, θα εκτιμηθούν τα περιστατικά που διαπιστώθηκαν βάσει αξιολογικών κριτηρίων που αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου, θα ληφθούν υπόψη και τα πορίσματα της εξελικτικής ψυχολογίας και παιδοψυχιατρικής. Για τη διαπίστωσή του, θα ληφθούν υπόψη και θα αξιολογηθούν όλα τα επωφελή για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, χωρίς να επιδρά στην απόφαση κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, η τυχόν υπαιτιότητα του γονέα στη διακοπή της συμβίωσης καθώς και οι προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες θα ασκείται αυτή η προσωπική επικοινωνία. Το δικαστήριο, επίσης, με την απόφασή του μπορεί να επιβάλει, εφόσον είναι αναγκαίο για την προστασία του συμφέροντος του τέκνου, περιορισμούς στην άσκηση της επικοινωνίας, οι οποίοι μπορούν να αναφέρονται στον τόπο και τον χρόνο της επικοινωνίας, την παρουσία τρίτων προσώπων κατά τη διάρκειά της ή ακόμη να συνίστανται στη λήψη μέτρων που διαμορφώνουν την επικοινωνία με ιδιαίτερο τρόπο, λόγω ειδικών περιστάσεων (ΑΠ 156/2023 υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς και 1023/2020, ΑΠ 1286/2018, ΑΠ 58/2017 υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς). Εξάλλου, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1758/2022, ΑΠ 174/2015). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από μη κατανομαζόμενο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου αυτού, με την αιτίαση ότι το Εφετείο (που εκδίκασε την συγκεκριμένη υπόθεση κατά τη δικάσιμο της 22.9.2021) δεν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά τις νέες (ισχύουσες από 16.9.2021) ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1520 ΑΚ και δεν ρύθμισε το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του με τα ανήλικα τέκνα του κατά τρόπο διευρυμένο χρονικά με βάση τις νέες αυτές διατάξεις. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, με αυτήν, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 27-1-2011, ο Π. Ξ. και η Π. Τ. τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στο Δημαρχείο της Σπάρτης από τον οποίο απέκτησαν τρία τέκνα, την Π. (16-9-2011), την Α.-Ε. (1-10-2012) και τον Η. (14-1-2016). Η κατοικία τους ήταν στην πατρική οικία του εκκαλούντος στην Καλογωνιά Σπάρτης και συγκεκριμένα στον ισόγειο όροφο μίας οικοδομής που στον πρώτο όροφο κατοικούσαν οι γονείς του. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου, ο εκκαλών ήταν ηλικίας 28 ετών και αυτοκινητιστής και η εφεσίβλητη ήταν ηλικίας 20 ετών και ασχολούνταν με τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των τέκνων τους. Ο γάμος τους έγινε χωρίς την έγκριση των γονέων της εφεσίβλητης και καθ' όλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους σπάνια επικοινωνούσε με τους γονείς της, ενώ οι έριδες μεταξύ των συζύγων, αλλά και με τους γονείς του εκκαλούντος ήταν συχνές. Η διαμονή του νεαρού ζευγαριού με τα τέκνα τους στην πατρική οικία του συζύγου, μαζί με τους γονείς αυτού, υπήρξε από την αρχή δυσλειτουργική, κυρίως λόγω των καθημερινών εντάσεων και διαπληκτισμών που σημειώνονταν μεταξύ της εφεσίβλητης και των γονέων του εκκαλούντος, ελάμβαναν δε χώρα ενώπιον όχι μόνο της συζύγου, αλλά και των ανηλίκων τέκνων τους. Στις 30-4-2018 η εφεσίβλητη μετά από εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς εκ μέρους του εφεσιβλήτου, εγκατέλειψε τη συζυγική οικία μαζί με τα τρία ανήλικα τέκνα τους και εγκαταστάθηκε στην πατρική της οικία. Με την από 15-5-2018 προσωρινή διαταγή ανατέθηκε προσωρινώς η άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων στην εφεσίβλητη, ενώ με την από 11-6-2018 προσωρινή διαταγή υποχρεώθηκε ο εκκαλών να καταβάλλει στην εφεσίβλητη σε καταβολή διατροφής τόσο για την ίδια όσο και για τα ανήλικα τέκνα τους, με τα οποία ρυθμίσθηκε και η επικοινωνία του με αυτά. Με την με αριθ. 57/2019 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου ………. (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) ανατέθηκε προσωρινώς η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων, υποχρεώ0ηκε ο εκκαλών να καταβάλλει το συνολικό ποσό των 600 ευρώ για διατροφή της εφεσίβλητης και των ανηλίκων τέκνων και ρυθμίσθηκε η επικοινωνία του με τα ανήλικα τέκνα τους. Ο εκρηκτικός και επιθετικός χαρακτήρας του εκκαλούντος προκύπτει ιδίως από το περιστατικό που έλαβε χώρα τον Μάρτιο 2018, όπου ο εκκαλών επιτέθηκε φραστικά και σωματικά στην εφεσίβλητη σύζυγό του και στις ανήλικες κόρες του προκαλώντας τους σωματικές κακώσεις. Για τις πράξεις του αυτές ασκήθηκε ποινική δίωξη για ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη κατά συρροή και απειλή. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εφεσιβλήτου περί ανάρμοστης συμπεριφοράς της εφεσίβλητης τόσο προς τον ίδιο όσο και προς τα ανήλικα τέκνα τους δεν αποδείχθηκε. Η εφεσίβλητη μετά τη διάσπαση του έγγαμου βίου τους, εγκαταστάθηκε στην πατρική οικία της στην Π. Λ., όπου συνοικεί με τους γονείς και τα δύο ενήλικα αδέλφια της που την συμπαραστέκονται ηθικά αλλά οικονομικά..., η οποία εξακολουθεί να μην εργάζεται εξωοικιακά, απασχολούμενη με την εκτέλεση των οικιακών εργασιών και την ανατροφή των ανηλίκων τέκνων της, περιβάλλοντάς τα με στοργή και αγάπη, είναι απολύτως αφοσιωμένη στην καθημερινή φροντίδα και ανατροφή τους και είναι σε θέση να τους προσφέρει ένα ήρεμο, σταθερό και ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον που είναι αναγκαίο για την ομαλή ψυχοσωματική τους ανάπτυξη και την ομαλή διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους. Ομοίως και ο ενάγων αγαπά απεριόριστα τα ανήλικα, ωστόσο οι καθημερινές ασχολίες του δεν του επιτρέπουν να απασχοληθεί με τη φροντίδα των ανηλίκων τέκνων του. Ενόψει της πολύς μικρής ηλικίας των τέκνων των διαδίκων χρειάζονται πρωτίστως τη συμπαράσταση της μητέρας τους. Το γεγονός ότι αρχικά μετά τη διάσπαση του έγγαμου βίου τους και της μεγάλης έντασης που επικρατούσε στις σχέσεις των διαδίκων, η εφεσίβλητη διέκοψε τη φοίτηση των δύο μεγαλύτερων θυγατέρων τους, γεγονός που δεν μπορεί να εκληφθεί ως αδιαφορία ως προς τη μόρφωσή τους. Ειδικότερα, μετά την έκδοση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου …….. (προσωρινή διαταγή), με την οποία ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων στην αιτούσα μητέρα τους, η τελευταία συνέχισε τη φοίτησή τους κανονικά. Τέλος, προέκυψε ότι ήταν τόσο έντονη η δυσφορία των ανηλίκων τέκνων κατά την ακρόασή τους από τη Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου …….., σχετικά με την επιμονή της πατρικής γιαγιάς τους να τα κάνει μπάνιο κάθε φορά που επικοινωνούσε ο πατέρας τους μαζί τους, ώστε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έθεσε ως όρο της επικοινωνίας μαζί του ότι "η οικογένειά του δεν θα κάνουν μπάνιο στα ανήλικα". Με βάση τα προαναφερόμενα, το Δικαστήριο κρίνει ότι το πραγματικό συμφέρον των ανηλίκων είναι η ανάθεση της άσκησης της επιμέλειάς τους αποκλειστικά στην εφεσίβλητη μητέρα τους, ρυθμίζοντας παράλληλα το δικαίωμα επικοινωνίας του εκκαλούντος πατέρα τους, προκειμένου να ενισχυθεί ο ψυχικός και συναισθηματικός δεσμός τους μαζί του και να αποτραπεί η μεταξύ τους αποξένωση... Επίσης θα πρέπει να ρυθμισθεί ο χρόνος επικοινωνίας τους εκκαλούντος με τα ανήλικα τέκνα τους Π., Α.-Ε. και Η. ως εξής: α) διά (κινητού ή σταθερού) τηλεφώνου ή μέσω διαδικτύου καθημερινά, από Δευτέρα έως Παρασκευή, από ώρα 6 μ.μ. μέχρι ώρα ό.10 μ.μ. και β) διά ζώσης κάθε Σάββατο από ώρα 12 π.μ. μέχρι ώρα 5 μ.μ., υπό τον όρο ότι κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας ο εκκαλών και η οικογένειά του δεν θα κάνουν μπάνιο στα ανήλικα. Κατά το ως άνω εναρκτήριο χρονικό σημείο ο εκκαλών θα παραλαμβάνει τα ανωτέρω ανήλικα από την πατρική οικία της εφεσίβλητης μητέρας τους, όπου και θα πρέπει να τα παραδίδει κατά τη λήξη του χρόνου της επικοινωνίας. Συνεπώς, ορθά το νόμο εφάρμοσε και δεν έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση. Γι' αυτό τα σχετικά παράπονα της έφεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως προς τα κεφάλαια της ανάθεσης της επιμέλειας των τέκνων των διαδίκων και της ρύθμισης του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας αυτού (αναιρεσείοντος) με τα τέκνα του, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κρίνει κατά τον ίδιο τρόπο και α) είχε αναθέσει την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους στην αναιρεσίβλητη μητέρα κατά παραδοχή της αγωγής της και απορρίπτοντας την αντίθετη αγωγή του αναιρεσείοντος και β) είχε ρυθμίσει το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του τελευταίου με τα τέκνα του με τον αναφερόμενο σ' αυτήν τρόπο (ήτοι με χρονικά περιορισμένη διάρκεια) ως ανταποκρινόμενο στο αληθινό συμφέρον τους και μη εγκυμονούντα κινδύνους για την σωματική και ψυχική υγεία τους, την ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους και γενικά την ανατροφή τους, κατά μερική μόνο παραδοχή της αγωγής του αναιρεσείοντος ως προς το επικουρικό αίτημά του, με το οποίο αυτός ζητούσε διευρυμένη χρονικά επικοινωνία με αυτά. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε αποφανθεί ομοίως ως προς τη ρύθμιση του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας του αναιρεσείοντος με τα τρία ανήλικα τέκνα του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1520 ΑΚ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με το Ν. 4800/2021 και όπως ήδη ισχύουν και μετά την τροποποίησή τους με το νόμο αυτό, που εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση κατά τα προεκτιθέμενα, δεδομένου ότι ορθώς υπήγαγε στις διατάξεις του άρθρου αυτού, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πληρούν το πραγματικό και της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, όπως η έννοια αυτή αναλύθηκε στη αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη, σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω άρθρου, όπως αυτές ισχύουν από 16.9.2021 μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 4800/2021, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη όλα τα επωφελή για τα ανήλικα τέκνα στοιχεία και περιστάσεις και εξειδικεύοντας αυτά με αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έκανε δεκτά (όπως είναι η λαβούσα χώρα τον Μάρτιο 2018 επιθετική, φραστικά και σωματικά, συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε βάρος των δύο ανήλικων θυγατέρων του), τα οποία δικαιολογούσαν τον καθορισμό μικρότερου χρόνου επικοινωνίας για λόγους αφορώντες το συμφέρον των τέκνων κατ' απόκλιση από την κατ' αρχήν προβλεπόμενη ρύθμιση του νέου άρθρου 1520 εδ. γ' του ΑΚ. Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, του προαναφερόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1382/2019). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται να εντοπίζεται η αντίφαση των διατάξεων στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού, εκτός αν η αντίφαση έχει την μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 998/2017, ΑΠ 848/2014). Η ύπαρξη δε αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον συγκεκριμένο λόγο, όταν εξ αυτών προκαλείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι αντιφάσεις του διατακτικού, εξαιτίας των οποίων εμποδίζεται η εκτελεστότητα ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (ΑΠ 854/2019, ΑΠ 537/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αριθ. 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες με την αιτίαση ότι περιέχει αντιφάσεις, γιατί, αν και δέχθηκε, στο αιτιολογικό της, ότι αυτός "υπεραγαπά τα ανήλικα τέκνα" (όπως κατά λέξη ιστορείται στην αναίρεση), απέρριψε την έφεσή του ως προς το κεφάλαιο της προσωπικής επικοινωνίας του με αυτά, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί περιορισμένη χρονικά επικοινωνία του. Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, γιατί οι φερόμενες ως αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, υπάρχουν μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της και δεν αποτελούν αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό αυτής που να εμποδίζουν την εκτέλεσή της, με συνέπεια να μην συγκροτούν τον αντίστοιχο από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη. Περαιτέρω, αντίθετα με όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της ως άνω ουσιαστικής παραδοχής του Εφετείου ότι αυτός "αγαπά απεριόριστα τα ανήλικα, ωστόσο οι καθημερινές ασχολίες του δεν του επιτρέπουν να απασχοληθεί με τη φροντίδα των ανηλίκων τέκνων του" και των περιεχομένων στο τμήμα της απόφασης, που επικυρώνει την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αναφορικά με το επικουρικό αίτημα της αγωγής του για ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με τα τέκνα του, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να ρυθμιστεί η επικοινωνία αυτού με χρονικά περιορισμένη διάρκεια, καθόσον η ανωτέρω πρώτη παραδοχή παρατίθεται για να κριθεί ποιο είναι το συμφέρον των τέκνων ως προς το ζήτημα της ανάθεσης της άσκησης της επιμέλειας του προσώπου τους και όχι για να ρυθμισθεί ο τρόπος επικοινωνίας του αναιρεσείοντος με αυτά, μετά την ανάθεση της επιμέλειάς τους στην αναιρεσίβλητη (βλ. ΑΠ 2096/2022). Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραθέτοντας, ειδικότερα, όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων του άρθρου 1520 ΑΚ, όπως αυτές ίσχυαν και ήδη ισχύουν, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, και τα οποία δικαιολογούν την ανωτέρω κρίση του ότι το αληθινό συμφέρον των ανήλικων τέκνων των διαδίκων επιβάλλει την ρύθμιση του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας του αναιρεσείοντος με αυτά με την αναφερόμενη σ' αυτήν περιορισμένη χρονική διάρκεια. Επομένως, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης, με αντιφατικές αιτιολογίες, του προαναφερόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος. ΙV. Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση εκάστης εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 50/2020). Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο ανωτέρω λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 1293/2017), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία (ΑΠ 1028/2021). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Τέλος, για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 555/2019). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ισχυρισμούς του αναφορικά αφενός με την ακαταλληλότητα της αναιρεσίβλητης να ασκεί την επιμέλεια των τέκνων τους και αφετέρου με την καταλληλότητα του ίδιου να ασκεί την επιμέλεια αυτών, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αγωγή του περί ανάθεσης σ' αυτόν της επιμέλειας των τέκνων τους, δεκτής γενομένης αυτής της αντιδίκου του. Ειδικότερα αναφέρει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι ουσιώδεις αγωγικοί ισχυρισμοί του (τους οποίους επανέφερε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο) ότι: α) η αναιρεσίβλητη δεν είναι ικανή να αναλάβει την επιμέλεια των τέκνων του και να τους προσφέρει ένα πολιτισμένο και ασφαλές περιβάλλον εξαιτίας της έλλειψης στοιχειώδους μόρφωσης, της οκνηρίας της, της αντικοινωνικότητάς της και της τάσης της να γίνεται βίαιη απέναντί τους κάθε φορά που πιέζεται ψυχολογικά, καθώς και ότι αυτή επέδειξε ανεύθυνη συμπεριφορά και ανικανότητα στο να αναλάβει τη διαπαιδαγώγηση και την ανατροφή τους και β) ο ίδιος είναι ικανός να εξυπηρετεί τις προσωπικές, ψυχικές και πρακτικές ανάγκες αυτών, αφού μπορεί να προγραμματίζει τον χρόνο του, ώστε να καλύπτει με επιτυχία τις καθημερινές ανάγκες και δραστηριότητές τους, σε συνεργασία με τους γονείς του, οι οποίοι τα υπεραγαπούν. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, όμως, είναι αβάσιμος, γιατί, όπως σαφώς συνάγεται από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης που παρατίθενται στην προηγούμενη παράγραφο, το Εφετείο έλαβε υπόψη όλους τους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, που συγκροτούν και την ιστορική βάση της αγωγής του, και τους απέρριψε με την αντίθετη παραδοχή περί καταλληλότητας μόνο της αναιρεσίβλητης για την άσκηση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους (ΑΠ 1286/2018). Υπό την προσαπτόμενη δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, μομφή πλήττεται κατ' ουσίαν η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και η, βάσει αυτής, αρνητική αξιολόγηση και απόρριψη των προαναφερόμενων αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος. V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά. Δεν απαιτείται, όμως, η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 81/2022, ΑΠ 451/2014). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 753/2020), ούτε οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 719/2017). Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων και αναφερόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων καταλήγει, έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 632/2021, ΑΠ 1511/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είναι κατάλληλη να αναλάβει την επιμέλεια των τέκνων των διαδίκων, καθώς και ότι μπορεί να τους εξασφαλίσει ένα ασφαλές και ήρεμο περιβάλλον για την ανάπτυξή τους. Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης και την χωρίς όρκο κατάθεση του αναιρεσείοντος, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα διδάγματα της κοινής πείρας και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο ανωτέρω από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης ως προς την περαιτέρω αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε περιορισμένο χρόνο επικοινωνίας αυτού με τα ανήλικα τέκνα του που δεν είναι αρκετός για να εδραιώσει την σχέση του, ως πατέρα, με αυτά, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο ανωτέρω άρθρο, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας. VΙ. Από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 161/2017). Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 12/2015). Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναίρεσης (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο είκοσι επτά (27) έγγραφα (όπως, μεταξύ άλλων, ληξιαρχικές πράξεις γάμου και γέννησης τέκνων, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, αντίγραφα από το δελτίο αδικημάτων και συμβάντων του Α.Τ. Σπάρτης, ιατρικά έγγραφα, φωτογραφίες, εξώδικα έγγραφα του ιδίου και της αντιδίκου του), τα οποία νομίμως προσκόμισε τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο και από τα οποία (έγγραφα) προέκυπτε ότι η αναιρεσίβλητη δεν είναι κατάλληλη να αναλάβει την επιμέλεια των τέκνων των διαδίκων και δεν μπορεί να τους εξασφαλίσει ένα ασφαλές και ήρεμο περιβάλλον για την ανάπτυξή τους, με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αγωγή του περί ανάθεσης σ' αυτόν της επιμέλειας των τέκνων τους και να γίνει δεκτή η αντίθετη αγωγή της αντιδίκου του. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όμως, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το από 10.3.2023 υπόμνημα του αναιρεσείοντος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο επισκοπείται κατά την ουσιαστική έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.1), αυτός δεν επικαλείται ότι προσκομίζει τα ανωτέρω έγγραφα (αλλά ούτε και τα προσκομίζει), μολονότι τούτο είναι αναγκαίο για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού της αναίρεσης κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, και, κατά συνέπεια, είναι αδύνατο να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό τους, ώστε να ελεγχθεί και η μη τυχόν λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και γιατί από τη βεβαίωση του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα. VΙΙ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Επίσης, επειδή η αίτηση ασκήθηκε μετά την 1.1.2016, πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα το κατατεθέν, για την άσκηση αυτής, παράβολο, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 τελευταίο εδάφιο του ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015), η υποχρέωση για καταβολή παραβόλου δεν ισχύει από 1.1.2016, μεταξύ άλλων και για τις διαφορές του άρθρου 592 αριθ. 1 και 3 του ΚΠολΔ, όπως είναι η προκείμενη (ΑΠ 1186/2021). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 19.4.2022 αίτηση του Π. Ξ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 72/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ