Αριθμός 1505/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πολύκαρπου Βούλγαρη και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κιτρίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Κωνσταντίνο Κούκλη, Βασίλειο Λυκούδη, Αναστάσιο Λιανό και Γεώργιο Γιαννούλη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Οββαδία Ναμία, για αναίρεση της 968/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με συγκατηγορούμενο τον ..... Το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Δεκεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1947/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη, άλλως, εάν κριθεί βάσιμη να γίνει δεκτή και να παύσει οριστικώς η κατά του αναιρεσείοντος ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.Επειδή, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β΄ του ΚΠΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 § 1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 321 § 1 στοιχ. δ του ΚΠΔ, το κλητήριο θέσπισμα πρέπει, εκτός άλλων, να περιέχει ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου, που προβλέπει την απειλούμενη ποινή. Έτσι, στην περίπτωση, κατά την οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για σωματική βλάβη από αμέλεια, που τελέστηκε με πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, το κλητήριο πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο πράξης κατά τα αντικειμενικά και τα υποκειμενικά της στοιχεία και τη διάταξη του ποινικού νόμου που την προβλέπει και την τιμωρεί (άρθρ. 28, 314 εδαφ. α ΠΚ). Όμως, όταν η αποδιδόμενη σε αυτόν αμέλεια δεν συνίσταται απλώς σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, οπότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής (και όχι ηθικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή, η οποία δημιουργείται μόνο για τον εμφανιζόμενο ενώπιον της έννομης τάξης ως έχοντα θέση εγγυητή της ασφάλειας του έννομου αγαθού, που προσβάλλεται με την επέλευση του αποτελέσματος που πρέπει να αποτραπεί και συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Στην περίπτωση αυτή, για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη σύμφωνα με τα άρθρα 15, 28 και 314 εδαφ. α του ΠΚ, εκτός των προβλεπόμενων στο άρθρ. 321 § 1 του ΚΠΔ άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει, και σε περίπτωση που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου να προσδιορίζεται και ο κανόνας δικαίου αυτός.. Τα ίδια, σε σχέση με το κλητήριο θέσπισμα, προβλέπονται και από το άρθρο 6 § 3 εδαφ. α και β της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα την οποία εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας, και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι αυτός είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε αυτό και μαζί του η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, είναι άκυρα, σύμφωνα με το άρθρο 321 § 4 του ΚΠΔ. Την ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, δηλαδή αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη (173 § 1 ΚΠΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το από 2.4.2004 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καβάλας ο αναιρεσείων κατηγορούμενος .... παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας κατά τη δικάσιμο τούτου στις 29.11.2004 (που συνεχίστηκε και την επομένη ημέρα 30.11.2004), προκειμένου να δικαστεί για σωματική βλάβη από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, αν και αυτός είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, πράξη η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 314 § 1 εδαφ. α του ΠΚ. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πιο πάνω Δικαστηρίου και πρόβαλε δια των συνηγόρων του ένσταση ακυρότητας του επιδοθέντος σ' αυτόν από 2.4.2004 κλητηρίου θεσπίσματος σύμφωνα με το άρθρο 321 §§ 1 και 4 του ΚΠΔ, για τους λόγους α) ότι δεν αναφερόταν σε αυτό η ιδιαίτερη (ειδική) νομική υποχρέωση του ιδίου να ενεργήσει για να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος ως εγγυητής στη συγκεκριμένη περίπτωση της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών του Δήμου ...., αλλά γενική προς τούτο υποχρέωσή του, που προέκυπτε από την ιδιότητά του ως Προϊσταμένου των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου ...., αλλά και από την ειδική σχέση προστασίας, που συνέδεε το Δήμο .... με τους δημότες του, και β) ότι περαιτέρω δεν προσδιοριζόταν σε αυτό ούτε ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πήγαζε η σχετική ειδική υποχρέωσή του. Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με την παρεμπίπτουσα υπ' αριθ. 2.650/2004 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο ακολούθως δίκασε την υπόθεση κατουσίαν και με την ταυτάριθμη οριστική απόφασή του κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο της αποδοθείσας σε αυτόν αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, ως σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος (άρθρα 15, 28, 314 εδαφ. α ΠΚ). Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε έφεση, με λόγο της οποίας παραπονέθηκε, εκτός άλλων, και για την απόρριψη της νομοτύπως προβληθείσας στο πρωτόδικο Δικαστήριο ενστάσεώς του για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος κατά το άρθρ. 321 §§ 1 και 4 του ΚΠΔ. Από την επισκόπηση του αντίτυπου του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει στη δικογραφία, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει ο Άρειος Πάγος, κατά το άρθρο 321 § 5 του ΚΠΔ, για την έρευνα του προβαλλόμενου λόγου ακυρότητάς του, προκύπτει, ότι τούτο, σε σχέση με την βαρύνουσα τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει και να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος, κατά την περιγραφή της πράξης, που αποδίδεται στον εν λόγω κατηγορούμενο, διέλαβε στο περιεχόμενό του ότι, ".... από αμέλεια του προκάλεσε σωματικές κακώσεις σε άλλο, και συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παράλειψή του, και ειδικότερα, ενώ ήταν υπόχρεος να ελέγχει την αντοχή και να συντηρεί τακτικά τα κιγκλιδώματα του δεξιού (για τους εξερχόμενους από την πόλη) πεζοδρομίου της Εθνικής Οδού ....., που αποτελούνταν από τρεις παράλληλες με το έδαφος σιδηροσωλήνες, στηριζόμενες σε κάθετα τσιμεντένια κολωνάκια, φθείρονταν δε ιδιαίτερα λόγω της γειτνιάσεώς τους με τη θάλασσα, αυτός ως προϊστάμενος της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου, έχων τέτοια υποχρέωση λόγω της παλαιοτέρας κατασκευής του δρόμου και των κιγκλιδωμάτων στο σημείο εκείνο από δημοτική υπηρεσία ... και λόγω της ειδικής σχέσεως προστασίας με τους δημότες, που ο Δήμος .... είχε αναλάβει παλαιότερα, αφού συνεχώς επιδείκνυε ιδιαίτερη φροντίδα για το σύνολο σχεδόν των πεζοδρομίων των εντός της πόλεως τμημάτων της ανωτέρω Εθνικής Οδού και ενασχολήθηκε (έστω και πλημμελώς) και με τα κιγκλιδώματα της οδού αυτής (βάφοντας αυτά και εμφανίζοντάς τα ως έχοντα αντοχή), δεν μερίμνησε για τη συντήρηση τους και για την απαγόρευση της κυκλοφορίας πεζών επί του πεζοδρομίου στη θέση αυτή μέχρι να συντηρηθούν πλήρως, με αποτέλεσμα, όταν ο ανήλικος πεζός ...... στηρίχθηκε σε ένα από αυτά και συγκεκριμένα στο τρίτο κατά σειρά σιδηροσωλήνα του, να υποχωρήσει αυτός, να πέσει ο ανήλικος στο έδαφος από ύψος πέντε περίπου μέτρων και να υποστεί θλάση αριστερού οσφύος και κάταγμα Θ11 σπονδύλου.....". Ενόψει τούτων είναι προφανές, ότι στο κλητήριο θέσπισμα δεν περιγραφόταν, όπως έπρεπε, ιδιαίτερη, ειδική και όχι γενική, νομική υποχρέωσή του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου να συντηρεί τα κιγκλιδώματα του πεζοδρομίου στη θέση ...., μέσα στην πόλη της ...., της Ε.Ο. ...., αλλά γενική υποχρέωσή του, που προέκυπτε από την ιδιότητα του ως Προϊσταμένου των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου .... και από τη γενική υποχρέωση του Δήμου τούτου να συντηρεί τα πεζοδρόμια της αναφερθείσας οδού μέσα στα όρια του, με βάση τη γενική και πάλι καταστατική αρχή της καταξιώσεως των Ο.Τ.Α.. Τούτο δε, διότι αυτός ως υπάλληλος των Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου .... και απλούν εκτελεστικό όργανο, δεν ήταν αρμόδιος και υπεύθυνος να αποφασίσει και να προβεί στη συντήρηση των κιγκλιδωμάτων τούτων, ενώ αρμόδιος προς τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 24 § 1 α΄ και ιδ΄, 40 § 1 και 115 η΄ του ΠΔ 410/1995 "Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας", ήταν ο Δήμαρχος ή το από τούτον εξουσιοδοτημένο αιρετό όργανο του Δήμου, που όφειλε να φροντίσει για τη συντήρηση και τη διατήρηση σε καλή κατάσταση των κιγκλιδωμάτων, ώστε να αποτραπεί η από τη σαθρότητά τους επέλευση οποιουδήποτε ατυχήματος. Η θεμελίωση τέτοιας ειδικής υποχρέωσης για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο προϋπέθετε την ανάληψη υποχρεώσεως, δυνάμει νομίμως καταρτισμένου, κατά το άρθρ. 101 η΄ του άνω ΠΔ 410/1995, προγράμματος εκτελεστέων έργων του Δήμου ..... και παράλληλης εντολής σε τούτον, ως υπάλληλο του Δήμου, από τη Δημοτική Αρχή, για την εκτέλεση του έργου συντήρησης των κιγκλιδωμάτων των πεζοδρομίων της Ε.Ο. ..... μέσα στο όρια του Δήμου .... και ειδικότερα στη θέση ...... Πέρα, όμως, από την παράλειψη αυτή, στο κλητήριο θέσπισμα αυτό, δεν υπήρχε επί πλέον, είτε στο καθόλου κείμενό του για την περιγραφή της πράξης είτε κάτω από αυτό, αναφορά στον επιτακτικό κανόνα δικαίου, από τον οποίο προέκυπτε η ειδική νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου να ενεργήσει (για τη συντήρηση των κιγκλιδωμάτων και την απαγόρευση της κυκλοφορίας στο πεζοδρόμιο της Ε.Ο. ......), για να παρεμποδίσει την επέλευση της σωματικής βλάβης του παθόντος. Άρα, το επιδοθέν στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 19.8.2004 από 2.4.2004 κλητήριο θέσπισμα ήταν άκυρο και έπρεπε να κηρυχθεί τέτοιο, κατά το βάσιμο σχετικό ισχυρισμό τούτου. Όμως, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 968/2006 παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την εν λόγω ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία ο αναιρεσείων εγκαίρως είχε προβάλει στον πρώτο βαθμό και μετά την απόρριψή της κατ' ουσίαν, την επανέφερε στο Δικαστήριο αυτό με την έφεση. Ακολούθως, το Δικαστήριο τούτο προχώρησε, με βάση το ανωτέρω άκυρο κλητήριο θέσπισμα, στη συζήτηση της υποθέσεως και με την ταυτάριθμη οριστική απόφασή του κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για το πλημμέλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη κατά τα προεκτεθέντα και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Έτσι, όμως, που αποφάνθηκε το Τριμελές Εφετείο, έσφαλε, δεδομένου ότι εμφιλοχώρησε σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία δεν καλύφθηκε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ως κατουσίαν βάσιμη και να αναιρεθούν οι ταυτάριθμες, παρεμπίπτουσα και οριστική, αποφάσεις του, κατά το βάσιμο περί τούτου από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β΄ του ΚΠΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και να κηρυχθεί άκυρο το προσβαλλόμενο από 2.4.2004 κλητήριο θέσπισμα. 2. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 §§ 1 και 3 και 113 §§ 2 και 3 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υποθέσεως. Αν το κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο είναι άκυρο και κηρυχθεί τέτοιο, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 310 § 1 εδαφ. β, 370 εδαφ. β και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και προτείνεται σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Ο τελευταίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, οφείλει να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 370 εδαφ. β του ΚΠΔ. Στην υπόθεση που ερευνάται, η σωματική βλάβη από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη και αποδίδεται στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, φέρεται ότι τελέσθηκε στις 2.10.2000. Από τότε, όπως προκύπτει από το σε χρήση ημερολόγιο, παρήλθε πλήρης πενταετία, χωρίς να έχει αρχίσει η κύρια διαδικασία, ώστε να ανασταλεί η παραγραφή της, αφού το επίμαχο κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 19.8.2004, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη ήταν άκυρο και στο μεταξύ δεν του επιδόθηκε άλλο έγκυρο κλητήριο θέσπισμα, ούτε εμφανίστηκε στο ακροατήριο. Έτσι, το αξιόποινο της αναφερόμενης πράξης του κατηγορουμένου, που φέρει το χαρακτήρα πλημμελήματος, εξαλείφθηκε με παραγραφή. Κατά συνέπεια, πρέπει να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη αυτού για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ' αριθ. 968/2004 οριστική και την ταυτάριθμη παρεμπίπτουσα αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Κηρύσσει άκυρο το από 2.4.2004 (Β.ΩΡ. ΕΓ2 - 04/71) κατηγορητήριο του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Καβάλας, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ....., στις 19.8.2004 και με το οποίο κλήθηκε αυτός στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, για να δικαστεί για σωματική βλάβη από αμέλεια, που φέρεται ότι τελέστηκε με παράλειψη στις 2.10.2000. Παύει οριστικά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος κατηγορούμενου για σωματική βλάβη από αμέλεια που φέρεται ότι τελέστηκε με παράλειψη, πράξη την οποία φέρεται ότι τέλεσε στις 2.10.2000 στην .... και επί της Εθνικής Οδού ......, όπως αυτή περιγράφεται ειδικότερα στην αναιρούμενη απόφαση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ