Αριθμός 1744/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1. Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., και 2. Ε. Κ. του Ν., κατοίκου .... Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευσταθία Κριεμάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Περιφέρεια Αττικής - Περιφερειακή Ενότητα Ανατολικής Αττικής, ως καθολικής διαδόχου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταματίνα Σκουλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3119/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3371/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθήνας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-6-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1.-Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1019/2021, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 593/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση (ΑΠ 110/2020, ΑΠ 690/2016). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 306/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1961/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 306/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η από 10 Ιουνίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 4446/591/11.6.2021 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειουσών ι) Μ. Μ. και ιι) Ε. Κ., κατά του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Αττικής - Περιφερειακή Ενότητα Ανατολικής Αττικής", ως καθολικού διαδόχου του αρχικώς εναγομένου ΟΤΑ με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ανατολικής Αττικής", που προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 27ης Σεπτεμβρίου 2022 κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (14 Μαρτίου 2023). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, η πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Μ., ούτε υποβλήθηκε ως προς τη διάδικο αυτή η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείουσες επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης από 10.6.2021 αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την παρισταμένη αναιρεσείουσα, με αριθμ. 9299/20.12.2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών, Α. Γ., από την οποία, επίσης, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας του Αντώνη Ρουπακιώτη, ως πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειουσών, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο της 27ης Σεπτεμβρίου 2022, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Από την προσκομιζόμενη από 6.7.2021 Εξουσιοδότηση της πρώτης αναιρεσείουσας Μ. Μ., με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από το Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών του Δήμου Ραφήνας - Πικερμίου, προκύπτει ότι αυτή χορήγησε στους πληρεξουσίους δικηγόρους της 1) Αντώνιο Ρουπακιώτη του Ευαγγέλου, 2) Ευσταθία Κριεμάδη του Ιωάννη και 3) Κωνσταντίνο Βερύκιο του Διονυσίου, την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, όπως ενεργώντας, είτε μαζί, είτε χωριστά ο καθένας, να παραστούν για λογαριασμό της κατά τη δικάσιμο που θα ορισθεί ή κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, στη συζήτηση της ένδικης από 10.6.2021 αίτησης αναίρεσης και αναγνώρισε ως έγκυρες τις εκ μέρους τους πράξεις άσκησης και προσδιορισμού αυτής. Συνεπώς, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα που δεν εμφανίσθηκε, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αλλά επέσπευσε εγκύρως, από κοινού με τη δεύτερη αναιρεσείουσα, τη συζήτησή της στην αρχική δικάσιμο (27.9.2022) και δεδομένου ότι η αναβολή της συζήτησής της, αιτήσει των αναιρεσειουσών, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και η εγγραφή της στο πινάκιο θεωρείται ως κλήτευση προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 226 παρ.3 και 4 του ΚΠολΔ), το Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτήν, παρά την απουσία της. 2.-Με την κρινόμενη από 10 Ιουνίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 4446/591/11.6.2021 αίτηση αναίρεσης των δύο (2) αναιρεσειουσών (από τις αρχικά τρεις ενάγουσες και εφεσίβλητες), κατά του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Αττικής - Περιφερειακή Ενότητα Ανατολικής Αττικής", ως καθολικού διαδόχου του επίσης ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ανατολικής Αττικής", προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 3371/12.6.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της από 30.12.2015 και με αριθ. καταθ. 8269/30.12.2015 έφεσης των εναγουσών - εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών (πρώτης και δεύτερης εξ αυτών), κατά της υπ' αριθμ. 3119/28.11.2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αόριστη ως προς τη μία επικουρική της βάση και ως μη νόμιμη κατά τα λοιπά, η από 20.12.2010 και με αριθμό κατ. 228407/8330/28.12.2010 αγωγή. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά την έφεση, αλλά την απέρριψε στην ουσία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 11.6.2021, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύτηκε στις 12.6.2019 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 3.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής (ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α` και 3 του Ν. 2112/1920, συνάγεται ότι επί συνάψεων αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 6/2022). Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου που θεσπίσθηκαν εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο αυτοί που παρέχουν εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007). Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο το χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου, αλλά και το χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 8/2011). Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της ουσίας της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006). Εξάλλου, με τις διατάξεις των παρ.1, 2, 3 του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργηση των άρθρων 1-13, 14Α και 15-24 καθώς και των παραγράφων 1-5 και 9-11 του άρθρου 14 του ως άνω νόμου με το άρθρο 61 παρ.1α του Ν. 4765/2021 (ΦΕΚ Α 6), ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ). Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει". Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του Ν. 2190/1994 και του Ν. 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας που υποκρύπτουν σχέσεις εξαρτημένης εργασίας συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 795/2020, ΑΠ 452/2020, ΑΠ 598/2019). Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 795/2020, ΑΠ 106/2020, ΑΠ 598/2019). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004, αντίστοιχα. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380 Α. κλπ). Ειδικότερα, με την ως άνω απόφαση μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το Π.Δ/μα 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρείχετο υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επ. ιδίως σκέψη 146 ε.α) περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω κατά τα κατωτέρω διαλαμβανόμενα. Περαιτέρω το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την υπ' αριθ. C 760/18 της 21ης Φεβρουάριου 2021 απόφασή του έκρινε προσφάτως επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά το δημόσιο τομέα". Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, (και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι οι διατάξεις του ενωσιακού δικαίου κατισχύουν και των συνταγματικών ρυθμίσεων των κρατών - μελών της Ένωσης, όπως παγίως άλλωστε δέχεται το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως ακρογωνιαίου λίθου για τη λειτουργία της Ένωσης, υποθ. C. 26/1962 Gend & Loos,υποθ. C. 6/1964 Costa vs Enel) που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής μόνο σε όλως οριακές περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη χρήση του όρου "ενδεχομένως" από το ως άνω Δικαστήριο, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει εισέτι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ. και σκέψεις 63, 67 και 70 στην ως άνω υπ' αριθμ. C 760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαίως σε μια contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 330/2022). Στο σημείο αυτό πρέπει συνακόλουθα να ερευνηθεί, εάν στο πλαίσιο του ελληνικού δικαίου υφίστανται άλλα αρκούντως αποτελεσματικά και αποτρεπτικά μέτρα που να αποτρέπουν και εάν συντρέχει περίπτωση, να επιβάλλουν κυρώσεις στην καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, διασφαλίζοντα έτσι την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία. Εν προκειμένω, την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (βλ. σκέψη 58 της απόφασης υπ' αριθ. C - 760/2018 του Δ.Ε.Ε. με περαιτέρω παραπομπές), εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του Π.Δ/τος 164/2004, με τα οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, οι οποίες προβλέπουν την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Διατάγματος (με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις), τη δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης (και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος) τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές και τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλειά τους τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ως άνω Π/Δτος. Μάλιστα προκειμένου να διασφαλισθεί υπέρ των απασχοληθέντων μισθωτών η πλήρης αποτελεσματικότητα των κανόνων δικαίου που θεσπίστηκαν από τον Έλληνα νομοθέτη στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας, δεν αποκλείεται και η ανάλογη εφαρμογή της ρύθμισης για την καταβολή αποζημίωσης σε περιπτώσεις εγκυρότητας των ως άνω διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το Π.Δ/μα 164/2004, οσάκις η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του Π.Δ/τος 164/2004, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ. με το άρθρο 167 του Ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του Ν. 4386/2016 (ΑΠ 330/2022). Η εμβληματικού χαρακτήρα διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου, αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, όσον αφορά στις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο τομέα με την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας για την αντιμετώπιση κατ' επίφαση απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ.2 του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας (Ν. 2190/1994), οι οποίοι, μετά τη διαπίστωση ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, τακτοποιούνταν στη συνέχεια είτε με το διορισμό τους ως μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις με την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών πρόσληψης μόνιμου προσωπικού (ΟλΑΠ 19, 20/2007). Επομένως η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την εξυπηρέτηση των πιο πάνω σκοπών αναγομένων στις ιδιαιτερότητες του δημοσίου τομέα, πολλώ δε μάλλον που η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, ενώ οι προπαρατεθείσες εφαρμοστέες διατάξεις του υπ' αριθμ. 164/2004 ΠΔ/τος, που σε συμφωνία με τη συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν το χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα σε έγκυρη ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστούν κατά τα προεκτεθέντα το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα (ΑΠ 330/2022, πρβλ. ΔΕΕ C 378-380 υπόθεση Α.). Εξάλλου, από το άρθρο 249 παρ. 1,3 της κατά τον επίδικο χρόνο ισχύουσας Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, προκύπτει σαφώς ότι οι Οδηγίες που εκδίδουν προς εκπλήρωση των καθηκόντων τους τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από κοινού με το Συμβούλιο, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή) αποτελούν παράγωγο Κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης στο οποίο απευθύνονται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Έτσι οι Οδηγίες απευθύνονται όχι απ` ευθείας στους ιδιώτες θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις τους, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη της Ε.Ε., αφού μόνον αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα και τύπο, όμως, τα οποία το ίδιο θα επιλέξει (νόμο, προεδρικό διάταγμα, υπουργική απόφαση και εν γένει κανόνες δικαίου της εθνικής έννομης τάξης - ΟλΑΠ 6/2022). Ακόμη, το άρθρο 10 Συνθ.Ε.Κ. υποχρεώνει όλες τις κρατικές λειτουργίες, άρα και τη δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, κατάλληλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το Κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου (ΑΠ 330/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). 4.-Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 20.12.2010 και με αριθ. καταθ. 228407/8330/28.12.2010 αγωγή, η οποία επισκοπείται κατά την έρευνα των σχετικών αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), οι αρχικά τρεις ενάγουσες και ήδη δύο πρώτες αναιρεσείουσες, ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει συμβάσεων, που κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις έργου, τις οποίες κατάρτισαν με το αρχικώς εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ανατολικής Αττικής", απασχολήθηκαν ως διοικητικοί υπάλληλοι, προς κάλυψη φαινομενικά πρόσκαιρων και επειγουσών αναγκών της εναγομένης, στην πραγματικότητα όμως κάλυπταν πάγιες λειτουργικές ανάγκες της, εκτελώντας οδηγίες και εντολές των προϊσταμένων τους, οι οποίοι και τις έλεγχαν ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο εκτέλεσης της εργασίας τους, τηρούσαν πλήρες ωράριο κάθε ημέρα για πέντε ημέρες την εβδομάδα, αμείβονταν στο τέλος κάθε μήνα με μηνιαίο μισθό και σε τίποτα δε διακρίνονταν από το ως άνω μόνιμο θεωρούμενο προσωπικό του εναγομένου. Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες, ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν και εργάσθηκαν: α) η πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Μ., από 22.1.2003 έως 21.1.2004, από 110.2.2004 έως 9.2.2005, από 18.3.2005 έως 17.3.2006, από 12.4.2006 έως 11.4.2007, από 14.6.2007 έως 13.6.2008, από 1.9.2008 έως 31.8.2009 και από 30.10.2009 έως και 29.10.2010 και β) η δεύτερη αναιρεσείουσα Ε. Κ. από 1.8.2003 έως 31.12.2003, από 10.2.2004 έως 9.2.2005, από 18.3.2005 έως 17.3.2006, από 12.4.2006 έως 11.4.2007, από 14.6.2007 έως 13.6.2008, από 1.9.2008 έως 31.8.2009 και από 30.10.2009 έως και 29.10.2010. Ότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ στις 29.10.2010 κατήγγειλε προφορικά και χωρίς να τηρήσει τους νόμιμους τύπους την εργασιακή τους σύμβαση, χωρίς να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και ως εκ τούτου η ως άνω απόλυσή τους είναι άκυρη. Ότι το εναγόμενο οφείλει σ' αυτές για το χρονικό διάστημα από 29.10.2010 έως και 15.2.2013 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής) μισθούς, επιδόματα εορτών και αδείας που ανέρχονται σε 39.373 ευρώ για την πρώτη και 36.225 ευρώ για τη δεύτερη ενάγουσα. Ότι επικουρικά και σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της εργασιακής τους σύμβασης, το εναγόμενο τους οφείλει νόμιμη αποζημίωση για την απόλυσή τους ύψους 5.833,33 ευρώ στην πρώτη και 5.366,67 ευρώ στη δεύτερη. Ότι σε περίπτωση που κριθούν άκυρες οι συμβάσεις εργασίας τους και ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας, δικαιούνται από το νόμο, τα επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας, αποζημίωση για μη χορηγηθείσα άδεια και αποζημίωση απόλυσης με βάση τη συνολική διάρκεια της απασχόλησής τους στο εναγόμενο και ότι όλως επικουρικά τα δικαιούνται κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ανερχόμενα στα ποσά που αναλυτικά αναφέρουν στην αγωγή τους. Ότι επίσης το εναγόμενο τους οφείλει το επίδομα ειδικής απασχόλησης που ανέρχεται σε 50 ευρώ μηνιαίως, λόγω των ειδικών συνθηκών εργασίας τους και για το χρονικό διάστημα από 1.8.2003 έως και 29.10.2010, στο συνολικό ποσό των 4.700 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και των 4.200 ευρώ, για τη δεύτερη ενάγουσα. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό οι ενάγουσες ζήτησαν, κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής τους α) με την κύρια βάση της αγωγής να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωριστεί η ακυρότητα των από 29.10.2010 καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να καταβάλει σε κάθε μία από αυτές τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά που αντιπροσωπεύουν μισθούς υπερημερίας και μη καταβληθέντα σ' αυτές επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας και προσαύξηση αυτών, λόγω μη χορήγησης άδειας για τα χρονικά διαστήματα που παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε αυτή από τις μεταξύ τους έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, β) με την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, εφόσον κριθεί νόμιμη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, να τους καταβάλει το εναγόμενο την αποζημίωση απόλυσης, που αναλυτικά αναφέρουν για κάθε μία, γ) με τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, να υποχρεωθεί να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά που αντιπροσωπεύουν τα μη καταβληθέντα σε αυτές επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας και προσαύξηση αυτών λόγω μη χορήγησης αδείας για τα χρονικά διαστήματα που παρείχαν τις υπηρεσίες τους από την απλή σχέση εργασίας, καθώς και αποζημίωση απόλυσης και δ) με την τρίτη επικουρική βάση να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για τις ως άνω αιτίες με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3119/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε ως αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία εζητείτο να αναγνωρισθεί ότι σε περίπτωση που οι συνδέουσες τους διαδίκους επίδικες συμβάσεις εργασίας δεν ήταν αορίστου αλλά ορισμένου χρόνου, το εναγόμενο όφειλε να καταβάλει στις ενάγουσες τα επιδόματα εορτών και αδείας, στη συνέχεια, κατά το μέρος που την έκρινε επαρκώς ορισμένη, την απέρριψε ως μη νόμιμη. Επί της από 30.12.2015 και με αριθμό κατ. 8269/2015 ασκηθείσας έφεσης των εναγουσών και ήδη πρώτης και δεύτερης εξ αυτών αναιρεσειουσών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3371/12.6.2019 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφού δέχθηκε τυπικά αυτή, έκρινε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα, η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, στο σύνολό της, με τις εξής παραδοχές, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: "Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή των εναγουσών είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως μη νόμιμη, διότι α) οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις έργου καταρτισθείσες στις 22.1.2003, 1.8.2003 και 1.8.2003, αντίστοιχα, δηλαδή υπό την ισχύ μεν του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2190/1994 που ορίζεται ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 14 του νόμου αυτού, δηλαδή και η Περιφέρεια Αττικής, μπορούν να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των διατάξεων του νόμου αυτού και ότι η διάρκεια της απασχόλησης του εν λόγω προσωπικού δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών καθώς και ότι η παράταση ή η σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή η μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρη, καθώς και του αναθεωρημένου δε άρθρου 103 παράγραφοι 7 και 8 του Συντάγματος (με έναρξη ισχύος 17.4.2001) σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται η μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού και η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας και δη αορίστου χρόνου, ούτε να εκτιμηθούν ως τέτοιες κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, κατά τη διαγνωστική διαδικασία (που είναι πλέον, όπως προαναφέρθηκε, αλυσιτελής), είτε κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, που δεν ήταν σε κάθε περίπτωση, εφαρμοστέες, είτε κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που επίσης δεν ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, εφαρμοστέα, κατά το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής μέχρι την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, αλλά και βέβαια και μετά την έναρξη της ισχύος του π.δ/τος αυτού), έστω και αν οι ενάγουσες - εκκαλούσες κάλυπταν και καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εφεσιβλήτου- εναγόμενης, αφού και στην περίπτωση αυτή η τελευταία, Περιφέρεια Αττικής, δεν έχει την ευχέρεια σύναψης συμβάσεων αορίστου χρόνου, β) οι ενάγουσες δεν εμπίπτουν ούτε στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004, διότι οι επίδικες συμβάσεις έργου συναφθείσες πριν την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) και συνεχιζόμενες και μετά ταύτα για τον μετά την έναρξη της ισχύος του και εφεξής χρόνου, κατά το κρίσιμο ως άνω χρονικό διάστημα, οι ενάγουσες είχαν απασχόληση 17 μηνών (από 22.1.2003 μέχρι 22.1.2004 και από 10.2.2004 μέχρι 19.7.2004), 10 μηνών (από 1.8.2003 μέχρι 31.12.2003 και από 10.2.2004 μέχρι 19.7.2004) και 10 μηνών (από 1.8.2003 μέχρι 31.12.2003 και από 10.2.2004 μέχρι 19.7.2004) αντίστοιχα, και μια ανανέωση, καθεμιά ενάγουσα". 5.-Οι αναιρεσείουσες με τους πρώτο, ως προς το πρώτο σκέλος και δεύτερο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αναίρεσης από το δικαστήριο, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή τους α)προέβη σε ευθεία παραβίαση του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70ΕΚ, των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 103 του Συντάγματος και της πάγιας νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεών τους και ειδικότερα ότι το Εφετείο κρίνοντας την αγωγή τους ως μη νόμιμη με τις παραδοχές ότι εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας τους καταρτίσθηκαν μετά τις 17.4.2001 απαγορεύεται να μετατραπούν σε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου και ότι οι διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ δεν έχουν άμεση εφαρμογή στην εσωτερική έννομη τάξη, έσφαλε καθότι αν είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει σωστά την Ενωσιακή νομοθεσία, ήτοι τη ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70ΕΚ θα είχε κάνει δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3. του Ν. 2112/1920 τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση χωρίς να ασκεί επιρροή ότι οι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης, ήτοι του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, απαγορεύουν τέτοια μετατροπή όσον αφορά το Δημόσιο Τομέα, καθότι στην εσωτερική έννομη τάξη δεν υφίσταται σήμερα κανένα άλλο ισοδύναμο μέτρο προς επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας, κατά την έννοια της ρήτρας 5 αυτής και ότι ως εκ τούτου έπρεπε εφαρμόζοντας τις ως άνω διατάξεις να κρίνει ότι η ένδικη αγωγή τους ήταν νόμιμη και ότι οι συμβάσεις έργου, που είχαν συνάψει αυτές με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ αποτελούσαν μια ενιαία σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. και β) παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τα άρθρα 87 και 93 αυτού (Συντάγματος) δεδομένου ότι η αναγνώριση της πραγματικής φύσης της σύμβασης εργασίας τους με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ και ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός τους ως ενιαίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ανήκει κυριαρχικά στο δικαστήριο. Και οι δυο ως άνω λόγοι αναίρεσης, ερειδόμενοι στον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, με βάση τα όσα αναλυτικά εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ότι οι συναφθείσες με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, συμβάσεις έργου των αναιρεσειουσών, για τα αναγραφόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα α) από 22.1.2003 έως 21.1.2004, από 110.2.2004 έως 9.2.2005, από 18.3.2005 έως 17.3.2006, από 12.4.2006 έως 11.4.2007, από 14.6.2007 έως 13.6.2008, από 1.9.2008 έως 31.8.2009 και από 30.10.2009 έως και 29.10.2010, για την πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Μ. και β) από 1.8.2003 έως 31.12.2003, από 10.2.2004 έως 9.2.2005, από 18.3.2005 έως 17.3.2006, από 12.4.2006 έως 11.4.2007, από 14.6.2007 έως 13.6.2008, από 1.9.2008 έως 31.8.2009 και από 30.10.2009 έως και 29.10.2010, για τη δεύτερη αναιρεσείουσα Ε. Κ., που είναι μεταγενέστερα από την έναρξη ισχύος των διατάξεων των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (17.4.2001), δεν μπορούν να εκτιμηθούν και να χαρακτηρισθούν ότι συνιστούν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις εν λόγω συνταγματικές διατάξεις και άγει συνακόλουθα σε contra legem ερμηνεία των πιο πάνω συνταγματικών ρυθμίσεων, ακόμη και εάν οι αναιρεσείουσες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ. Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις επικαλούμενες στην αίτηση διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7, 8 του Συντάγματος, 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 και τις διατάξεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας συμπεριλαμβανομένης της ρήτρας 5 αυτής, με τη μη εφαρμογή αυτών, στο πλαίσιο της σχετικής εσωτερικής νομοθεσίας (Π.Δ 164/2004), καθότι με τις διατάξεις της ως άνω οδηγίας δεν επιβάλλεται, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, ο χαρακτηρισμός αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, τα δε, προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Π.Δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα που τους απασχολεί. Συνεπώς, οι πρώτος, ως προς το πρώτο του σκέλος και ο δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 6.-Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση επιτρέπεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται, ως προϋπόθεση, το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, δηλαδή να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, διότι τότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (Ολ.Α.Π.3/1997, ΑΠ 279/2023, ΑΠ 1704/2017). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης και με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που, εντελώς περιληπτικά, παραθέτουν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αιτίαση δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, καθότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κατήρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, αλλά απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή στο σύνολό της. 7.-Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την Π.Υ.Σ. 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 του ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 968/2020, ΑΠ 774/2017, ΑΠ 58/2015, ΑΠ 1022/2015). Σε κάθε περίπτωση, η φύση της σύμβασης ή της δικαιοπραξίας δεν εξαρτάται από το χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά ο χαρακτηρισμός αυτής αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 1 του Συντάγματος και ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει αυτεπάγγελτα τον ορθό χαρακτηρισμό στη σύμβαση και συγκεκριμένα προβαίνει στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτής ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου. Ο δε ως άνω χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΟλΑΠ 18/2006). Ειδικότερα δε, από την απαγόρευση της μετατροπής, ακόμη και με νόμο, διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που θεσπίσθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύει από 17.4.2001 (ΦΕΚ Α` 85/2001), δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά τη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 368/2020, ΑΠ 774/2017, ΑΠ 126/2015), υπό την ανωτέρω επιφύλαξη της απαγόρευσης χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου που άρχισαν να καταρτίζονται μετά τις 18.4.2001 στο Δημόσιο και σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα ως (έγκυρων) συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω της αλυσιτέλειας του σχετικού ισχυρισμού (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ20/2007, ΑΠ 774/2017). Η παρά την απαγόρευση συνταγματικών ή άλλων διατάξεων κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου με το Δημόσιο ή με φορέα του δημοσίου τομέα, που υποκρύπτει σχέση εργασίας αορίστου χρόνου επαγόμενη την απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης αυτής κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 904 επόμ. του ΑΚ, το Δημόσιο ή ο φορέας του ευρύτερου δημοσίου τομέα ενέχονται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την παρασχεθείσα σε αυτούς εργασία, εκ της οποίας αυτοί κατέστησαν πλουσιότεροι (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 575/2018, ΑΠ 131/2015). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.2 της με αριθ. 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν.4504/1966 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΣΣΕ), συνάγεται ότι τα επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, με απλή, δηλαδή, σχέση εργασίας (Ολ.ΑΠ 4/2021, ΑΠ 497/2020, ΑΠ 975/2019, ΑΠ 513/2019, ΑΠ 25/2018, ΑΠ 1781/2017). Εάν δε ο εργοδότης παύσει από ορισμένο χρόνο να δέχεται τη με βάση τη σχέση αυτή προσφερόμενη σε αυτόν από τον εργαζόμενο εργασία χωρίς να καταγγείλει τη σχέση αυτή κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 5 παρ. 3 του ως άνω ν. 3198/1955 (ή του β.δ. της 16/18.7.1920), υποχρεούται μεν στην καταβολή προς τον εργαζόμενο της από τους αναφερθέντες νόμους οριζόμενης αποζημίωσης, η σχέση όμως εργασίας λογίζεται λυθείσα από τον ως άνω χρόνο και συνεπώς δεν οφείλονται μισθοί υπερημερίας (ΑΠ 1872/2017). Η αποζημίωση αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο και όχι κατά τις διατάξεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1872/2017, ΑΠ 1766/2017, ΑΠ 790/2017, ΑΠ 131/2015). Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 5 του Π.Δ/τος 164/2004 (ΦΕΚ Α' 134/19.7.2004) με τίτλο "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ορίζεται ότι "Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών", με την παρ.1 του άρθρου 6 ορίζεται ότι "Συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή του προηγούμενου άρθρου είτε συνάπτονται κατ` εφαρμογή άλλων διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας" και με το άρθρο 7 του ιδίου Π.Δ/τος ορίζεται ότι "1. Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος είναι αυτοδικαίως άκυρη. 2. Σε περίπτωση που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα βάσει αυτής χρηματικά ποσά, τυχόν δε καταβληθέντα δεν αναζητούνται. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, για το χρόνο που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, παρά την ύπαρξη και εκτέλεση αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες υπήρξαν άκυρες, ο εργαζόμενος, κατά τη λήξη της σχέσης εργασίας, έχει δικαίωμα να λάβει τη νόμιμη αποζημίωση, όπως εάν παρείχε εργασία με σύμβαση αορίστου χρόνου (ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1187/2020, ΑΠ 518/2019, ΑΠ 107/2019, ΑΠ 1711/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας την αγωγή τους, ως μη νόμιμη κατά την (δεύτερη) επικουρική αυτής βάση, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά που αντιπροσωπεύουν τα μη καταβληθέντα σε αυτές επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας και προσαύξηση αυτών, λόγω μη χορήγησης αδείας για τα χρονικά διαστήματα που παρείχαν τις υπηρεσίες τους από την απλή σχέση εργασίας, καθώς την αποζημίωση απόλυσης και το επίδομα ειδικής απασχόλησης, εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 21 του ν. 2190/1994, 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος και 5 και 6 του π.δ. 164/2004 και εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα. 8.- Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχθηκε τα εξής: ". . . Περαιτέρω, στο άρθρο 6§1 και 6 του Ν. 2527/1997 καθορίζεται ο τρόπος και οι προϋποθέσεις για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα καθώς και τους OTA πρώτου και δευτέρου βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών με φυσικά πρόσωπα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ. Από τις διατάξεις αυτές και κυρίως του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1, συνάγεται ότι η σύμβαση μισθώσεως έργου, η οποία συνάπτεται κατά το άρθρο 6 του ανωτέρω νόμου, έχει πάντοτε κατά την ανωτέρω ρητή νομοθετική επιταγή, το χαρακτήρα της μισθώσεως έργου έστω και αν ο συμβασιούχος παρέχει στην πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία, στα πλαίσια της οποίας καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντισυμβαλλομένου του. Συνεπώς, εφόσον ο νόμος δεν επιτρέπει διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό της ανωτέρω συμβάσεως έργου, δεν είναι δυνατόν να τεθεί θέμα εκτιμήσεως αυτής ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας. Όταν, όμως, απαγορεύεται από το νόμο η μετατροπή της εγκύρως συναπτόμενης συμβάσεως μισθώσεως έργου, σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν είναι δυνατός και ο χαρακτηρισμός αυτής ως έγκυρης ή άκυρης σύμβασης εργασίας, αφού δεν είναι νομικώς δυνατό η ίδια έννομη σχέση να χαρακτηρίζεται αναγκαίως (κατά νομοθετική επιταγή) ως σύμβαση μισθώσεως έργου και, παραλλήλως, να θεωρείται ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Οι παραπάνω διατάξεις, που θέτουν τους ως άνω περιορισμούς, ως προς τη σύναψη και τη διάρκεια των εν λόγω συμβάσεων εργασίας, με ποινή ακυρότητας αυτών, χαρακτηρίζονται ως αναγκαστικού δικαίου, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του κεφαλαίου Γ του παραπάνω νόμου (που φέρει τον τίτλο "Σύστημα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα"), στο οποίο εντάσσονται, καθώς και από τον πρόδηλο σκοπό του νόμου αυτού [. . .]. Μάλιστα στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου του παραπάνω νόμου (άρθρο 21 Ν. 2190/1994) ορίζεται ότι τα όργανα που διενεργούν την εκκαθάριση των αποδοχών, υποχρεούνται να παύσουν την καταβολή των αποδοχών του προσωπικού, που συμπλήρωσε την ως άνω νόμιμη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται σε αυτά οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και απειλούνται ποινικές κυρώσεις κατά των αρμοδίων, για την περίπτωση παράβασης των διατάξεων που ρυθμίζουν τη σχέση εργασίας του ως άνω προσωπικού (παράβαση καθήκοντος άρθρ. 259 ΠΚ), ενώ ακόμη προβλέπεται υποχρεωτική παραπομπή στην αρμόδια πειθαρχική διαδικασία. Έτσι, η εργασία, που προσφέρεται κατά παράβαση των διατάξεων αυτών απαγορεύεται απόλυτα από το νόμο και ως τέτοια δεν δημιουργεί καμιά αξίωση αμοιβής, αφού σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να είναι έγκυρη και ειδικότερα δεν δημιουργεί αξίωση ούτε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού τέτοιος πλουτισμός δεν προκύπτει για τον εργοδότη (Δημόσιο, ΟΤΑ/ Περιφέρεια Αττικής) ενόψει του ότι αυτός (εργοδότης) στη θέση του, παρά τις άνω διατάξεις, διατηρηθέντος προσωπικού, δεν θα προσελάμβανε άλλο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας και δεν θα υποβαλλόταν έτσι αναγκαίως στις δαπάνες αμοιβής, του (μισθούς κλπ.) με αντίστοιχη ωφέλεια, αφού μάλιστα ρητά προβλέπεται από το νόμο ότι τα καταβληθέντα στο προσωπικό αυτό που διατηρείται παράνομα, ποσά, καταλογίζονται σε βάρος των αρμοδίων για την εκκαθάριση των αποδοχών τους οργάνων [. . .]. Συνακόλουθα δεν προκύπτει η υποχρεωτική πρόσληψη άλλου προσωπικού, την οποία (πρόσληψη) να κατέστησε περιττή η προσφορά των υπηρεσιών των εναγουσών, με αποτέλεσμα την αποφυγή της σχετικής από την εναγομένη και τον εντεύθεν αδικαιολόγητο πλουτισμό της, απορριπτομένης της επικουρικής βάσης της ενδίκου αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις αξιολόγησε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγουσες - εκκαλούσες με τους σχετικούς λόγους της κρινομένης έφεσής τους, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Με την ως άνω κρίση του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις εκτεθείσες στην προηγηθείσα νομική σκέψη διατάξεις: α) των άρθρων 1 παρ. 2 της υπ' αριθμ. 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, 3 παρ. 16 ν. 133/1975, 5 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 7 του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με τις οποίες τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας και β) των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 3, 6 παρ. 1, 8 και 9 παρ. 1 Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 7 του Π.Δ/τος 164/200, σύμφωνα με τις οποίες ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση απόλυσης και στον εργαζόμενο που απασχόλησε με άκυρη σύμβαση εργασίας, οι οποίες είναι εφαρμοστέες σύμφωνα με το ήδη εκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, που επισκοπήθηκε. Επιπλέον, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 6 παρ. 1 και 6 "Συμβάσεις μίσθωσης έργου" του ν. 2527/1997 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων του ν. 2190/1994 και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 206/8.10.1997), το οποίο δεν ήταν εφαρμοστέο με βάση το ιστορικό της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής. Τέλος εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 904 και 908 του ΑΚ, που ήσαν εφαρμοστέες για την αξίωση των εναγουσών - εκκαλουσών - αναιρεσειουσών, όσον αφορά το επίδομα ειδικής απασχόλησης, καθότι, όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εξαίρεση για την εφαρμογή των ως άνω άρθρων του ΑΚ δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2, 6, 7 και 8 του Συντάγματος, ούτε και με τις διατάξεις του ν. 2190/1994. 9.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή, ως βασίμων του τρίτου και τέταρτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγων αναίρεσης, η ένδικη, από 10.6.2021 και με αριθμό κατάθεσης 4446/591/11.6.2021 αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος. Πρέπει, δηλαδή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με αριθμό 3371/12.6.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της που αφορά τις επικουρικές βάσεις της από 20.12.2010 (με αριθμό κατάθεσης 228407/8330/28.12.2010) αγωγής, περί ύπαρξης απλής σχέσης εργασίας μεταξύ των διαδίκων και τις εντεύθεν εκ των σχετικών διατάξεων, που τις προβλέπουν, αξιώσεις των εναγουσών - αναιρεσειουσών, για καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, αποδοχών αδείας, αποζημίωση απόλυσης και επιδόματος ειδικής απασχόλησης. Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Περιφέρεια Αττικής - Περιφερειακή Ενότητα Ανατολικής Αττικής", στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957 και την κατ` εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα υπ` αριθμ. 134423/Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σε συνδυασμό με τα άρθρα 38 § 2 του Ν. 2218/1994 και 283 § 2 εδ. β` του Ν. 3852/2010, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (ΑΠ 989/2021, ΑΠ 318/2021, ΑΠ 199/2019, ΑΠ 1858/2017).- . ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ τη με αριθμό 3371/12.6.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιό της. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ