ΑΡΙΘΜΟΣ 1165/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Βασιλικού-Μπουλούγαρη, περί αναιρέσεως της 7857/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιανουαρίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 95/13. Αφού άκουσε Την πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 1 του νόμου 2472/1997, όπως αυτός ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το νόμο 3471/2006 αντικείμενο του νόμου τούτου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Κατά το άρθρο 6 του ίδιου Νόμου παρ.1 "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγγράφως στην Αρχή τη σύσταση και λειτουργία αρχείου ή την έναρξη της επεξεργασίας. Παρ. 4 "Κάθε μεταβολή των στοιχείων που αναφέρονται στην παρ.2 πρέπει να γνωστοποιείται εγγράφως και χωρίς καθυστέρηση από τον υπεύθυνο στην Αρχή". Κατά το άρθρο 7 παρ.1, 2 και 3 ίδιου Νόμου "Παρ.1 Επιτρέπεται η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου ύστερα από άδεια της Αρχής όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες προϋποθέσεις α) το υποκείμενο έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του ... β) η επεξεργασία είναι αναγκαία για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου " Παρ.3 Η αρχή χορηγεί άδεια ιδρύσεως και λειτουργίας σχετικού αρχείου ύστερα από αίτηση του υπεύθυνου επεξεργασίας. Εφόσον η Αρχή διαπιστώσει ότι πραγματοποιείται επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, ή γνωστοποίηση αρχείου σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος νόμου, επέχει θέση αιτήσεως για επιχορήγηση αδείας". Κατά το άρθρο όμως 7Α του ανωτέρω νόμου "Ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαλλάσσεται από την υποχρέωση γνωστοποίησης του άρθρου 6 και από την υποχρέωση λήψης άδειας του άρθρου 7 του παρόντος νόμου στις ακόλουθες περιπτώσεις. Όταν η επεξεργασία γίνεται από σωματεία, εταιρείες ενώσεις προσώπων και πολιτικά κόμματα και αφορά δεδομένα των μελών ή εταιρειών τους, εφόσον αυτοί έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται, ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους". Περαιτέρω η λήψη και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης που λειτουργεί νομίμως συνεχώς ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα δεν επιτρέπεται διότι προσβάλλει την προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή του ατόμου. Κατ' εξαίρεση η λήψη και η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης είναι νόμιμη, χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου υπό τις προϋποθέσεις του Ν. 2472/1997, εφόσον ο σκοπός της επεξεργασίας είναι η προστασία προσώπων ή αγαθών. Ειδικότερα η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μέσω κλειδιών κυκλωμάτων τηλεόρασης εγκατεστημένων σε κοινόχρηστους χώρους κατοικιών που περιλαμβάνουν πολλά αυτόνομα διαμερίσματα, συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και εμπίπτει στο Ν. 2472/1997. Στη περίπτωση αυτή, πέραν των άλλων προϋποθέσεων επεξεργασίας, είναι απαραίτητη η ρητή και ειδική συγκατάθεση κάθε ενοίκου και όταν αυτό δεν είναι εφικτό, τότε η Γενική Συνέλευση της πολυκατοικίας, μπορεί ν' αποφασίσει, σύμφωνα με τον κανονισμό της, την αναγκαιότητα ή μη εγκατάστασης του κυκλώματος. Οι κάμερες δεν πρέπει να ελέγχουν την πρόσβαση στα κατ' ιδίαν διαμερίσματα. Ο εκάστοτε διαχειριστής της πολυκατοικίας είναι ο υπεύθυνος επεξεργασίας και είναι υποχρεωμένος για την ενημέρωση των υποκειμένων, ότι ο χώρος βιντεοσκοπείται. Η καταγραφή εικόνας χωρίς ήχο είναι επιτρεπτή, εφόσον η μονάδα ελέγχου που καταχωρεί τις εικόνες βρίσκεται σε κοινόχρηστο χώρο με ελεγχόμενη πρόσβαση και τα δεδομένα διατηρώνται το πολύ 48 ώρες (οδηγία 1122/2000 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού της. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για παράβαση του άρθρου 7Α και του αρ.22 παρ.2 του Ν. 2472/1997 (διατήρηση χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της Αρχής) και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 6 μηνών ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως κατά λέξη τα εξής: "με την από 9-12-2001 απόφαση της Γ.Σ. της επί της οδού ... πολυκατοικίας αποφασίσθηκε η ολοκλήρωση του συστήματος ασφαλείας της σε όλους του ορόφους με την τοποθέτηση καμερών στους κοινόχρηστους χώρους των ορόφων της. Ο κατηγορούμενος ενεργώντας ως διαχειριστής της ως άνω πολυκατοικίας προέβη στην τοποθέτηση των καμερών στους κοινόχρηστους χώρους (διαδρόμους-πλατύσκαλα) των ορόφων της. Ο κατηγορούμενος ενεργώντας ως διαχειριστής της ως άνω πολυκατοικίας προέβη την 10-1-2005 στην τοποθέτηση των καμερών κατά μήκος των κοινοχρήστων διαδρόμων όλων των ορόφων, τοποθέτησε όμως τις κάμερες παρά την αντίθεση των ενοίκων Κ. Κ. και Μ. Γ., κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι κάμερες λάμβαναν εικόνες όχι μόνο από τους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας, αλλά και της εισόδου των διαμερισμάτων, ενώ οι εικόνες αυτές καταγράφονταν σε μόνιτορ που είχε τοποθετηθεί στο διαμέρισμα του κατηγορουμένου και αποθηκεύονταν σε κασέτες με δυνατότητα καταγραφής ήχου σε μία κάμερα. Η λήψη εικόνας από τους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας και δη από τις εισόδους των διαμερισμάτων συνιστά διαδικασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που εμπίπτει στο ν. 2472/1997 υπεύθυνος επεξεργασίας είναι ο εκάστοτε διαχειριστής της πολυκατοικίας, πρέπει δε η μονάδα ελέγχου που καταχωρεί τις εικόνες να βρίσκεται σε κοινόχρηστο χώρο με ελεγχόμενη πρόσβαση και τα δεδομένα να διατηρούνται το πολύ 48 ώρες, προϋποθέσεις που δεν τηρούσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος επίσης ως υπεύθυνος επεξεργασίας του παραπάνω αρχείου δεν γνωστοποίησε στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τη σύσταση και λειτουργία του εν λόγω αρχείου, αφετέρου δε λειτούργησε το ως άνω αρχείο χωρίς σχετική άδεια της Αρχής. Περαιτέρω η τοποθέτηση των καμερών κατά τρόπο που ήλεγχαν την είσοδο των διαμερισμάτων, χωρίς την προς τούτο ρητή συναίνεση των ιδιοκτητών ή ενοίκων ήταν παράνομη κατ' άρθρο 7 Ν. 2472/1997, καθόσον υπερβαίνει την αρχή της αναγκαιότητας και αναλογικότητας θίγοντας σε υπέρμετρο βαθμό την ιδιωτική ζωή των θιγομένων ιδιοκτητών ή ενοίκων που υπερβαίνει, την αναγκαιότητα των επικαλούμενων από τον κατηγορούμενο λόγων ασφαλείας εξ αιτίας του επικινδύνου της περιοχής όπου βρίσκεται η πολυκατοικία (βλ. και 132/2001 και 22/2008 αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα). Η εκ του άρθρου 7Α παρ.1γ'του 2472/1997 απαλλαγή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εφόσον προϋπόθεση αυτής είναι τα μέλη της ένωσης να έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους και όχι να έχει ληφθεί απόφασης της Γενικής Συνέλευσης κατά πλειοψηφία, όπως εν προκειμένω. Επίσης απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συγγνωστής νομικής πλάνης και απαλλαγής του κατ' άρθρο 20 Π.Κ. επειδή ενήργησε ως διαχειριστής προς εκπλήρωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος για την εύρυθμη λειτουργία της πολυκατοικίας και την ασφάλεια των ενοίκων της μετά την λήψη απόφασης της Γ.Σ. κατά πλειοψηφία είναι απορριπτέος, διότι η σχετική απόφαση της Γ.Σ. περί τοποθέτησης καμερών δεν απαλλάσσει το διαχειριστή από την υποχρέωση ενημέρωσης και λήψης άδειας από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Επίσης είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός περί εκκρεμοδικίας από την 6654/2012 του Β' Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των (αθωωτική) εφόσον οι αποδιδόμενες σ'αυτή κατηγορίες αναφέρονται στο χρονικό διάστημα από 4-5-2005 έως 26-10-2006 που δεν ταυτίζοντ6αι με την επίδικη κατηγορία". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι: ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην Αθήνα την 10/01/2005 (ημερομηνία υποβολής της μήνυσης) : α) είχε παραλείψει να γνωστοποιήσει στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα την σύσταση και λειτουργία αρχείου ως όφειλε. Ειδικότερα στην πολυκατοικία επί της οδού ... 31 στην οποία υπήρχε εγκατάσταση κυκλώματος παρακολούθησης με κάμερες στην είσοδο της πολυκατοικίας, επέκτεινε αυτήν τοποθετώντας κάμερες σ' όλους τους ορόφους της πολυκατοικίας καταγράφοντας τις εικόνες σε μόνιτορ που είχε τοποθετήσει στο διαμέρισμα του και αποθηκεύοντας αυτές σε κασέτες, χωρίς ως διαχειριστής και επομένως και υπεύθυνος επεξεργασίας σχετικού αρχείου, να γνωστοποιήσει αυτό, ως όφειλε, στην παραπάνω αρχή. β) καίτοι απαγορεύεται προέβη στην διατήρηση αρχείου που αφορά ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα χωρίς άδεια της αρχής καθόσον οι παραπάνω, στο στοιχείο α', στους ορόφους τοποθετημένες κάμερες κατά μήκος των κοινόχρηστων διαδρόμων συνδεδεμένες με το μόνιτορ που είχε, ως αναφέρθηκε εγκαταστήσει στο διαμέρισμα του, ελάμβαναν συνεχώς εικόνες από την είσοδο των διαμερισμάτων, παρά την ρητή και σαφή εναντίωση ενοίκων, για προσβολή της ιδιωτικής τους ζωής, όπως του Κ. Κ. που διατηρεί επιχείρηση στον δεύτερο όροφο, του Γ. Μ. που διατηρεί δικηγορικό γραφείο στον τέταρτο όροφο, της ιδιοκτήτριας διαμερίσματος του 8ου ορόφου Α. Ε.. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος μέχρι την τέλεση των ως άνω εγκλημάτων διήγαγε έντιμο ατομικό και καθόλα κοινωνικό βίο και ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο στέρησε την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του από την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση, λόγω ελλείψεων στο σκεπτικό της και λόγω υπάρξεως στις παραδοχές της ασαφειών που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διατάξεως του όρθρου 22 παρ.2 του ν. 2472/1997. Ειδικότερα ενώ δέχεται στην αρχή του σκεπτικού ότι "αποφασίσθηκε η ολοκλήρωση του συστήματος ασφαλείας της σε όλους τους ορόφους με την τοποθέτηση καμερών στους κοινόχρηστους χώρους των ορόφων της και ότι ο κατηγορούμενος ενεργώντας ως διαχειριστής της ως άνω πολυκατοικίας προέβη στην τοποθέτηση των καμερών στους κοινόχρηστους χώρους (διαδρόμους-πλατύσκαλα) των ορόφων της "εν τούτοις στη συνέχεια γίνεται λόγος " για αντίθεση των ενοίκων Κ. Κ. και Μ. Γ." στη συνέχεια αναφέρεται ότι η τοποθέτηση έγινε "χωρίς την προς τούτο ρητή συναίνεση των ιδιοκτητών ή ενοίκων των διαμερισμάτων" στο δε διατακτικό γίνεται λόγος για "ρητή και σαφή εναντίωση ενοίκων για προσβολή της ιδιωτικής τους ζωής όπως του Κ. Κ. που διατηρεί δικηγορικό γραφείο στον τέταρτο όροφο της ιδιοκτήτριας διαμερίσματος του 8ου ορόφου Α. Ε.". β) Με την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι " η εκ του άρθρου 7Α παρ.1γ του Ν. 2472/1997 απαλλαγή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, εφόσον προϋπόθεση αυτής είναι τα μέλη τα ένωσης να έχουν δώσει της συγκατάθεσή τους και όχι να έχει ληφθεί απόφαση της πλειοψηφίας όπως εν προκειμένω..." δεν διευκρινίζεται εάν οι φερόμενοι ως παθόντες (Κ., Γ. και Α.) είχαν δώσει τη συγκατάθεσή τους κατά πλειοψηφία, ή εάν αυτοί ανήκαν στην μειοψηφία της αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως και γ) ενώ γίνεται δεκτό ότι: οι επίμαχες τοποθετημένες στους ορόφους κάμερες κατά μήκος των διαδρόμων (κοινόχρηστων) ελάμβαναν εικόνες μόνον των διαμερισμάτων και ενώ η ενέργεια αυτή δεν αποτελεί κατά το άρθρο 2β του ν. 2472/1997 δεδομένο αναγόμενο "στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή στα σχετικά με ποινικές δίκες ή καταδίκες", εν τούτοις γίνεται δεκτό ασαφώς ότι "η λήψη εικόνας από τους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας και δη από τις εισόδους των διαμερισμάτων συνιστά διαδικασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που εμπίπτει στο ν. 2472/1997", χωρίς όμως να διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποίου- από τα προσδιοριζόμενα στα άρθρα 2β και 7 του ν. 2472/1997 "ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα γίνεται επεξεργασία". Οι παραπάνω αντιφάσεις του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως καθώς και οι ασάφειες του σκεπτικού που αναφέρθησαν στερούν την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων 7Α παρ.1γ και 22 παρ.2 του 2472/1997 οι οποίες παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, αφού νομίμως λήφθηκαν κατά πλειοψηφία οι αποφάσεις της γενικής συνελεύσεως των ενοίκων για την τοποθέτηση αρχικά και στη συνέχεια την ολοκλήρωση της εγκατάστασης του συστήματος βιντεοσκόπησης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή. Με τις αντιφατικές αυτές και ελλιπείς αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαθέτει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτούνταν στη συγκεκριμένη περίπτωση και στερείται νόμιμης βάσης, κατά τα εκεί αναφερόμενα με αποτέλεσμα να ιδρύονται οι λόγοι αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ.1Δ' και Ε' ΚΠΔ. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμων των αντίστοιχων λόγων της κρινόμενης αναίρεσης ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ., το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως και πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ. β', 370 εδ.β' και 511 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος όταν διαπιστώσει τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας, τουλάχιστον, παραδεκτός και βάσιμος λόγος, από τους, περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ. Στη προκειμένη περίπτωση η πράξη αυτή του άρθρου 22 παρ.1 και 2 του 2472/1997 για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος τιμωρείται σε βαθμό πλημ/τος φέρεται δε ότι τελέστηκε στην Αθήνα στις 10-1-2005, έκτοτε δε μέχρι τη συζήτηση της άσκησης αναίρεσης (19-4-2013) παρήλθε πλήρης οκταετία και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο των πράξεων αυτών. Άρα, αφού η ένδικη αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά (καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης σο ειδικό βιβλίο των καθαρογεγραμμένων τελεσίδικων αποφάσεων στις 14-12-2012 και αίτημα αναίρεσης στις 2-1-2013) και περιέχει, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, παραδεκτό λόγο αναίρεσης, ο οποίος κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος κατά τα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθμό 7857/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των Αθηνών). Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του Κ. Δ. του Ι. για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό πράξεις της παραβίασης προσωπικών δεδομένων που τελέστηκαν στην Αθήνα στις 10-1-2005. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ