Αριθμός 1304/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .............,που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μπαλαφούτη, περί αναιρέσεως της 59327/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.12.2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 244/2007. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 148 έως 153, 473 § 2, 474 § 2, 476 § 1, 509 § 1 και 510 ΚΠΔ προκύπτει, ότι για το κύρος και κατ' ακολουθίαν το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης κατά αποφάσεων πρέπει στη δήλωση άσκησής της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Αν δεν περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης, η αίτηση είναι απαράδεκτη και ως τέτοια απορρίπτεται (άρθρο 513 ΚΠΔ). Απλή παράθεση του κειμένου της σχετικής διάταξης, που προβλέπει το λόγο αναίρεσης, χωρίς αναφορά των περιστατικών, που θεμελιώνουν την επικαλούμενη πλημμέλεια, δεν αρκεί. Ούτε ο αορίστως διατυπούμενος στην έκθεση αναίρεσης λόγος μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα, για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγου αναίρεσης για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα και δεδομένου ότι ο λόγος αυτός δεν διαφοροποιείται ως προς το παραδεκτό του από τους άλλους λόγους αναίρεσης, ούτε από τον αντίστοιχο λόγο επί βουλευμάτων, πρέπει να προσδιορίζεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 19/2001 και 2/2002), ενώ για το ορισμένο του από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα λόγου της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, διότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος (άρθρ. 171 § 1 εδαφ. δ ΚΠΔ), πρέπει να εξειδικεύεται με την αναίρεση σε τι συνίσταται η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι η ακυρότητα αυτή λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο. 2. ου δικαστηρίου της ουσίας. λ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 23 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση του αναιρεσείοντος, πλήττεται η υπ' αριθ. 59.327/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 69.165/2002 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως ανυποστήρικτη, διότι "η αναιρεσιβαλλόμενη στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ, αλλά παραβίασε και τις διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, καθιστώντας εαυτή αναιρετέα σύμφωνα με τα άρθρ. 171 και 510 § 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ". Με αυτό όμως το περιεχόμενο οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι αποτελούν απλώς αντιγραφή των διατάξεων των αναιρετικών λόγων της ελλείψεως της ειδικής αιτιολογίας και της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν προσδιορίζουν ούτε στοιχειωδώς σε τι συνίστανται οι αποδιδόμενες στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλειες και αιτιάσεις, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εντελώς αόριστοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως. Αυτά δε παρεκτός του ότι, από την επιτρεπτώς γενόμενη από το παρόν Δικαστήριο επισκόπηση των πρακτικών συνεδριάσεως και της προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την αυτεπάγγελτη έρευνα του προβαλλόμενου λόγου της απόλυτης ακυρότητας από τα άρθρ. 171 § 1 εδαφ. δ και 510 § 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, δεν προκύπτει, ότι έλαβε χώρα οποιαδήποτε παραβίαση των διατάξεων που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος, την οποία προδήλως δεν συνιστά η προηγηθείσα της απόρριψης της έφεσης ως ανυποστήρικτης αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος του αναιρεσείοντος εκκαλούντος για αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 476§ 1, 583 § 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23 Δεκεμβρίου 2005 αίτηση του ............... για αναίρεση της υπ' αριθ. 59.327/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ