Αριθμός 1294/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. θυγ. Δ. Κ., συζ. Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Α. Μ., και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Θ., κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Ματράκα, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., 67/2000 μη οριστική, 51/2014 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 169/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-3-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 7-3-2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 169/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ` επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από ... αγωγή της, κατά των Θ. Κ. και Μ. Κ., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ιστορούσε ότι απέκτησε με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα της περιγραφόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας, την οποία από το τέλος Ιουνίου 1995 αμφισβητούν οι εναγόμενοι. Ζητούσε δε να αναγνωριστεί η κυριότητά της επί του περιγραφομένου ακινήτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η υπ'αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία, η αγωγή παραπέμφθηκε προς το καθύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., το οποίο με την 67/2000 απόφασή του, αφού απέρριψε το αίτημα της αγωγής περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου ως προς τον πρωτότυπο τρόπο ως μη νόμιμο, ανέβαλε την έκδοση αποφάσεως και διέταξε αποδείξεις. Στην συνέχεια, μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, που τάχθηκαν με την απόφαση αυτή, εκδόθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η υπ' αριθμ. 51/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε η κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε μόνο κατά του πρώτου εναγομένου απλού ομοδίκου την από 6-4-2015 έφεση. Επ'αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 169/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία αφού αντικατέστησε εν μέρει και συμπλήρωσε τις αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020). Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013,20/2005). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.ΑΠ 1/2020, 6/2019, 1/1999). Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017). Στη προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, συνισταμένη στην ευθεία παραβίαση των διατάξεων περί οριζοντίου και καθέτου ιδιοκτησίας, με το να κρίνει εσφαλμένα ότι η διεκδικούμενη ιδιοκτησία δεν είναι οριζόντιος αλλά κάθετος και ότι η σύσταση αυτή ως κάθετη είναι άκυρη, διότι οδηγούσε σε παράνομη κατάτμηση του οικοπέδου με την δημιουργία δύο μη άρτιων και οικοδομήσιμων ακινήτων και στην εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων αυτών με το να κρίνει τα παραπάνω, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Με το περιεχόμενο αυτό οι λόγοι αναίρεσης είναι, προεχόντως, απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι σε αυτούς δεν προσδιορίζονται οι ουσιαστικές διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν ούτε το περιεχόμενο αυτών, επίσης δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας ως αβάσιμης), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο αποσπασματικές, κατά την κρίση της, παραδοχές, που όμως δεν αποτελούν, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στην απόρριψη της αγωγής της. Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 7-3-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 169/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου. Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείβλητου κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-3-2019 αίτηση της Ε. Δ. Κ., για αναίρεση της 169/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εις βάρος της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Αυγούστου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ