Αριθμός 1410/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π. του Ε., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Διακονή, που ανακάλεσε την από 3-2-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 151/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2020 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-5-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 16-5-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 67/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 29-9-2018 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 151/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 27-5-2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία ενός ακινήτου εμβαδού 161.297,83 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση Π. Α. του Δήμου K., της νήσου Κ. του νομού …. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με το άρθρ. 2 §1 στοιχείο α' του Ν. 510/1947 που ίσχυσε, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Ε.τ.Κ. (30-12-1947), εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ΝΔ 7/10-5-1945. Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο, το οποίο ίσχυε, καθ' ον χρόνον έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα. Περαιτέρω η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1-1-1932 με το υπ' αριθμ. 200/31-10-1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2-5, 91-102 και 103-105 του ιδίου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε: α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), γ) γαίες αφιερωμένες σ' ευαγή σκοπό (μεβκουφέ), δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ) οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ) οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργειά τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κλπ, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες. Στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκεκριμένα, οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες (τσαΐρια), τα δάση, οι εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δένδρα, που δεν καλλιεργεί κανένας (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 227/2017), όχι όμως τα οικόπεδα, έστω κι αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, τα οποία εξ αντιδιαστολής έχουν τον χαρακτήρα "μουλκ" (ΑΠ477/2016). Ειδικότερα, στην κατηγορία "μουλκ", ανήκουν εξ αντιδιαστολής, μόνο τα αστικά ακίνητα, ήτοι τα οικόπεδα, έστω και αν καλλιεργούνται με κηπευτικά και οπωροφόρα δένδρα, αυλές, κήποι, οικίες και γενικότερα οικοδομήματα, εργαστήρια, καθώς και τα καρποφόρα δένδρα που βρίσκονται στις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 222/2017). Περαιτέρω, οι ως άνω δημόσιες εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος και ετήσιας δόσης, με την έκδοση σχετικού τίτλου (ταπίου). Με την έκδοση όμως του τίτλου αυτού, οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητος επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή "ωφέλιμης κυριότητας" (τεσσαρούφ), ενώ το δικαίωμα ψιλής κυριότητος (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο. Ειδικά δε επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, και χωρίς να απαιτείται και η έκδοση "ταπίου" στο όνομα του, το οποίο άλλωστε ήταν αποδεικτικό και όχι συστατικό του δικαιώματος "τεσσαρούφ". Προϋπόθεση όμως για την κτήση του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή είναι όχι μόνον η χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχή του αγρού επί μία δεκαετία, αλλά και η καλλιέργεια αυτού. Επομένως, δεν είναι δυνατή από τον σφετεριστή, κατά τον ανωτέρω τρόπο, απόκτηση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών, αφού μάλιστα από τις διατάξεις των άρθρων 3,9,19,30,68 και 71 του ως άνω νόμου περί γαιών, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μωχαρέμ 1927 "περί εξελέγξεως τίτλων δασών", προκύπτει ότι δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί δασών μπορούσε ν' αποκτηθεί μόνο δια ταπίου (ΑΠ 120/2018, ΑΠ 477/2016). Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και, μάλιστα, τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μούλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ ή αρζί-μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία, κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών. Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη στη Δωδεκάνησο, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 510/1947 (30-12-1947) (ΑΠ 449/2015, ΑΠ 822/2013). Μάλιστα, οι διατάξεις 1-8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σε όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου και, επομένως, και στην Κάρπαθο, αφού η εφαρμογή τους δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και λειτουργία των Κτηματολογικών γραφείων (ΑΠ 1584/2021, ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 1814/2012). Περαιτέρω, με το άρθρ. 9 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 2100/1952, που ισχύει από 26-4-1952, ορίσθηκε ότι το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου επί κτημάτων στην Δωδεκάνησο, που υπάγονται στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) αποσβήνεται, οι δε έχοντες δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) επί των ανωτέρων κτημάτων αποκτούν την πλήρη κυριότητα επ' αυτών αυτοδικαίως, δυνάμει της ως άνω διάταξης και χωρίς καμία άλλη διατύπωση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι καλλιεργούντες δημόσιες γαίες στη νήσο Κάρπαθο για μια δεκαετία πριν την έναρξη εφαρμογής του ΑΝ 1539/1938, ήτοι πριν την 10-1-1949, έχουν καταστεί κύριοι των ακινήτων αυτών, διότι το κτηθέν απ' αυτούς με βάση το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) έχει τραπεί σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας αυτών με το άρθρο 9 παρ.1 εδάφ. α' του Ν. 2100/1952, μετά την απόσβεση του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο απέκτησε όλη την ακίνητη περιουσία του Ιταλικού Κράτους στη Δωδεκάνησο με το άρθρο 1 του παραρτήματος XIV της από 10-2-1947 συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων μεταξύ των συνασπισμένων συμμαχικών δυνάμεων και της Ιταλίας, που κυρώθηκε με το ΝΔ 423/1947 (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 477/2016, ΑΠ 822/2013, ΑΠ 1814/2012). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2022, Ολ ΑΠ 12/2016, Ολ ΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. 806/1-10-1987 συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Ε. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καρπάθου (τόμος …', αριθμός 2424), η ενάγουσα απέκτησε λόγω πώλησης από τη Χ. χήρα Ι. Χ., το γένος Θ. και Ε. Π., έναν αγρό που βρίσκεται στη θέση "Π." κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας Α. της νήσου Κ. του νομού …, όπως το ακίνητο αυτό περιγραφόταν με τα γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Α στο από μηνός Σεπτεμβρίου 1987 σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Η. Χ.. Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. 4718/29-12-2000 πράξης διόρθωσης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία επίσης μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών (τόμος …, αριθμός 8100), το προαναφερόμενο συμβόλαιο διορθώθηκε ως προς την έκταση του πωληθέντος ακινήτου, λόγω νεότερης ακριβούς επιμετρήσεως από το εσφαλμένο 140.000,00 τ.μ., στο ορθό 206.482,50 τ.μ., όπως πλέον το ακίνητο περιγραφόταν με τα γράμματα Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Α, στο από Αυγούστου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Χ.. Στην προαναφερόμενη δικαιοπάροχο της ενάγουσας, το ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει του από 22-2-1930 προικοσυμφώνου, που καταχωρήθηκε στους Κώδικες της Ιεράς Μητροπόλεως Καρπάθου και Κάσου με αύξοντα αριθμό 2726/29-9-1930, σύμφωνα με το οποίο ο Η. Π.. Γ. ή Π. και η σύζυγός του Ε., το γένος Α. Κ., παραχώρησαν λόγω προικός στη θυγατέρα τους Ε., μεταξύ άλλων "το Π. γνωστών ορίων εν τη περιφερεία Α. με δρόμο από την Α. Σ. και δρόμο από τον Ά. Ν. να πάει στα Κ.". Περαιτέρω, στον ανωτέρω Η. Π.. Γ. ή Π., το ακίνητο είχε μεταβιβαστεί δυνάμει του από 3-1-1902 πωλητηρίου εγγράφου, από την Κ. Η. Τ.. Επισημαίνεται ότι το τελευταίο αυτό έγγραφο, προσκομιζόμενο από αμφότερα τα διάδικα μέρη, φέρει στην οπίσθια όψη του σφραγίδες επικύρωσης της υπογραφής των συμβαλλομένων από την τουρκική τότε διοίκηση της Καρπάθου, γεγονός που και αυτό, πέραν των όσων θα εκτεθούν παρακάτω, καταδεικνύει τον ιδιωτικό χαρακτήρα του ακινήτου, καθώς δεν νοείται να έχει υπάρξει μεταβίβαση περιουσίας του Σουλτάνου σε ιδιώτη, με τη σύμπραξη της τουρκικής διοίκησης. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι από το χρόνο περιέλευσης του ακινήτου σε αυτόν, ο Η. ή Θ. Π.. Γ. ή Π. εγκαταστάθηκε στη νομή του ακινήτου, αφού ασκούσε επ' αυτού όλες τις υλικές εμφανείς υλικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του ακινήτου, έχοντας πεποίθηση ότι είναι δικό του, και ειδικότερα, καλλιεργούσε τις ομαλές εκτάσεις με κριθάρι, μπιζέλια, κουκιά, φάβα και ρεβύθια, εκμίσθωνε σε τρίτους όλο το ακίνητο και την επικλινή έκταση αυτού προς το σκοπό εκτροφής αιγοπροβάτων, το επέβλεπε και το φρόντιζε. Τα παραπάνω διήρκεσαν μέχρι το 1930, ήτοι μέχρι την κατά τα ως άνω μεταβίβαση του ακινήτου στην άμεση δικαιοπάροχο της ενάγουσας, Χ. ή Ε. χήρα Ι. Χ., το γένος Η. ή Θ. και Ε. ή Ε. Γ. ή Π. (περί των ανωτέρω ονομάτων βλ. τα υπ' αριθμ. πρωτόκολλα …/20-2-2002 πιστοποιητικά ταυτοπροσωπίας του Δήμου …) ως προίκα. Η τελευταία, εξακολούθησε να νέμεται το ακίνητο, ασκώντας επ' αυτού τις ανωτέρω προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του υλικές και εμφανείς στους τρίτους διακατοχικές πράξεις διάνοια κυρίας, με τη βοήθεια του συζύγου της και της θυγατέρας της και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε και το εκμίσθωνε ολόκληρο σε τρίτους προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως βοσκότοπος. Εξάλλου, κατασκεύασε εντός αυτού κτίσματα για την εξυπηρέτηση των γεωργικών και κτηνοτροφικών εργασιών και ειδικότερα, έχτισε λιθόκτιστους τοίχους για τη συγκράτηση των υδάτων, δεξαμενές, τσιμεντένιες ποτίστρες, σταύλο και αλώνι, έως το χρονικό σημείο που το μεταβίβασε δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου στην ενάγουσα. Η τελευταία από την απόκτηση του ακινήτου, συνέχισε με τη σειρά της τις ως άνω διακατοχικές πράξεις νομής διάνοια κυρίας και δη να το καλλιεργεί στις ομαλές εκτάσεις και να εκμισθώνει ολόκληρο σε κτηνοτρόφους για εκτροφή ζώων, να το φροντίζει και να το επιβλέπει. Για τα παραπάνω περιστατικά κατέθεσαν σαφώς και κατηγορηματικά κάτοικοι της περιοχής (σχετ. οι από 24-8-2001 καταθέσεις των Ε. Χ. και Ε. Κ.) που εξετάστηκαν ενόρκως στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας για την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού της επίδικης έκτασης από τη Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου, σύμφωνα δε με τις ανωτέρω καταθέσεις, ολόκληρο το ακίνητο "χερσόνησος" χρησιμοποιούνταν από την ενάγουσα και τους δικαιοπαρόχους της για καλλιέργεια και βοσκότοπο. Επίσης, η ενάγουσα προσκομίζει με επίκληση και τα από 21-10-1974 και 1-10-1997 ενοικιαστήρια έγγραφα, δυνάμει των οποίων εκμίσθωσε όλη την έκταση του ακινήτου στους κτηνοτρόφους Φ. Π. και Η. Φ., για διάρκεια δέκα και πέντε ετών αντίστοιχα, καθώς και την από 6-9-1991 βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Α. Κ. για την ύπαρξη παλιάς αγροικίας (σταύλου) στο ακίνητο που κατοικούνταν από τον πατέρα της ενάγουσας μέχρι και το έτος 1985, η οποία χρησιμεύει ως δικαστικό τεκμήριο, δεδομένου ότι ως εκ του χρόνου σύνταξής της, δεν κρίνεται ότι συντάχθηκε επίτηδες για τους σκοπούς της προκείμενης δίκης... Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι με την υπ' αριθμ. 12266/2547 (ΦΕΚ Δ' 87/14-3-2014) απόφαση της Γενικής Γραμματέως Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, επικυρώθηκε η από 10-10-2013 έκθεση της αρμόδιας επιτροπής περί χάραξης των ορίων αιγιαλού στην περιοχή "Π." Δήμου Καρπάθου, Νήσου Καρπάθου, Νομού Δωδεκανήσου και το συνολικό εμβαδόν της έκτασης, από 206.482,50 τ.μ. επανακαθορίστηκε σε 161.297,83 τ.μ., όπως το ακίνητο εμφαίνεται στο από μηνός Απριλίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε. Π.. Δυνάμει δε της από 11-9-2001 έκθεσης αυτοψίας του δασοπόνου της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου Γ. Δ., που συντάχθηκε ενόψει της πράξης χαρακτηρισμού έκτασης της ανωτέρω υπηρεσίας, διαπιστώθηκε η ύπαρξη ανθρωπογενούς δραστηριότητας, αναγόμενης στο παρελθόν, σε μεγάλο τμήμα της αρχικής (πριν τον κατά τα ως άνω καθορισμό του αιγιαλού), έκτασης του ακινήτου, εμβαδού 206.482,50 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται στο από Αύγουστο του 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Χ., και ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι "Τα τμήματα Ι και ΙΙ εμβαδού 63.993,70 και 68.465,70 τ.μ. αντίστοιχα, είναι χέρσα αγροκτήματα. Εμπίπτουν στο άρθρο 3 παρ. 6 α' Ν. 998/79. Το τμήμα Ι είναι χωρισμένο σε λώρους με λιθόκτιστους τοίχους, 3 δεξαμενές, ένα αλώνι, τρεις τσιμεντένιες ποτίστρες, μεγάλο διπλότοιχο, χαλάσματα σταύλων, αρχαία και καλύπτεται από διάφορα φρύγανα. Το τμήμα ΙΙ καλύπτεται από ακάνθους και ασωβίδες με υπολείμματα τοίχων και μία ποτίστρα και σχίνα σε ποσοστό 1%. Τα τμήματα ΙΙΙ, IV, V, VI, συνολικού εμβαδού 74.023,10 τ.μ. είναι χορτολιβαδικές βραχώδεις εκτάσεις με διάσπαρτα φρύγανα σε ποσοστό 10% δασική βλάστηση σχίνα-άρκευθα σε ποσοστό 10% και το υπόλοιπο βραχώδες γυμνό. Εμπίπτει στο άρθρο 3 παρ. 6 εδ. γ' του ν. 998/79". Με βάση και την παραπάνω έκθεση, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5289/3-10-2011 πράξη χαρακτηρισμού, η οποία επικυρώθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. 7/2003 πρακτικού της Α' βάθμιας επιτροπής επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων, μετά από ανάκληση της ένστασης που είχε υποβάλει η ενάγουσα κατά της εν λόγω πράξης, σύμφωνα με την οποία, τα ως άνω τμήματα Ι και ΙΙ χαρακτηρίστηκαν ως γεωργική έκταση κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6α Ν. 998/1979 και τα λοιπά τμήματα ως χορτολιβαδικές βραχώδεις εκτάσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6γ Ν. 998/1979. Επί πλέον, σύμφωνα με την από 30-10-2017 έκθεση φωτοερμηνείας του Ε.-Π. Π., που προσκομίζει με επίκληση το ελληνικό δημόσιο, στο τμήμα Ι του συνημμένου σε αυτήν τοπογραφικού διαγράμματος, εντοπίζονται στοιχεία ανθρώπινης δραστηριότητας (τοίχοι) και "ίσως το ανατολικό κομμάτι του τμήματος να καλλιεργείται... Το υπόλοιπο της έκτασης τμήμα 2 αποτελεί έκταση καλυπτόμενη με αραιή (λόγω του άγονου εδάφους) θαμνώδη και φρυγανώδη δασική βλάστηση, κατά θέση διακρίνονται απότομες βραχώδεις εξάρσεις. Εντός του τμήματος 2 δεν είναι διακριτά στοιχεία ανθρωπογενούς δραστηριότητας". Σε κάθε περίπτωση όμως, κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, μεταξύ των οποίων και η εκμίσθωση του όλου ακινήτου σε κτηνοτρόφους, το γεγονός ότι τμήμα της συνολικής έκτασης του επιδίκου εμφανίζει βραχώδεις εξάρσεις και καλύπτεται από αραιή βλάστηση, δεν αναιρεί τη χρήση και εξουσίαση αυτού ως βοσκότοπου, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου. Επί πλέον, η κατά τα ως άνω αποδειχθείσα εξακολουθητική άσκηση υλικών πράξεων εντός του ακινήτου από την ενάγουσα και τους δικαιοπαρόχους της, δεν αναιρείται από τη διαπίστωση ότι εντός του ακινήτου υπάρχουν ευρήματα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και ενδεχομένως να είναι τέτοια και κάποια από τα παραπάνω στοιχεία ανθρωπογενούς δραστηριότητας που βρέθηκαν κατά την αυτοψία του ακινήτου. Τα ανωτέρω ευρήματα άλλωστε, οδήγησαν το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο στη διατύπωση γνώμης περί απευθείας αγοράς ή αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου (σχετ. το πρακτικό της υπ' αριθμ. 43/30-10-2001 συνεδρίασης του Κ.Α.Σ., που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα) και, κατόπιν αυτού, η έγκριση χορήγησης βεβαίωσης πίστωσης ποσού 568.710,27 ευρώ σε βάρος του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων (σχετ. ακριβές απόσπασμα από την υπ' αριθμ. 9/1-7-2009 συνεδρίαση του Δ.Σ. του Τ.Α.Π.Α.). Επομένως και από αυτό το στοιχείο προκύπτει σε συνδυασμό και με τα προαναφερόμενα, ο ιδιωτικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης, αφού σε διαφορετική περίπτωση δεν είχε νόημα η γνωμοδότηση περί αγοράς ή αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αυτής, ούτε η έγκριση πίστωσης για τον ίδιο σκοπό. Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο (πώληση) καθώς το απέκτησε από τη δικαιοπάροχό της που είχε καταστεί αληθής κυρία αυτού, όσο και με πρωτότυπο τρόπο (με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας), αφού το νεμήθηκε κατά την έννοια που αναπτύχθηκε παραπάνω με την πεποίθηση ότι ήταν κυρία του ακινήτου, από το χρόνο αγοράς του (1987) μέχρι την άσκηση της αγωγής, με τη σημείωση ότι οι τρόποι αυτοί της απόκτησης της κυριότητας στηρίζουν αυτοτελώς ο καθένας την αγωγή και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, ούτε ο ένας αποκλείει τον άλλον... Να σημειωθεί άλλωστε ότι το εναγόμενο ελληνικό δημόσιο, δεν επικαλέστηκε ούτε καθ' οποιονδήποτε τρόπο απέδειξε ότι το επίδικο ακίνητο έφερε το χαρακτήρα του αείποτε αδέσποτου ακινήτου και δεν εξουσιάστηκε ποτέ από τους κατοίκους του νησιού, ώστε να μην ανήκει στους ιδιώτες ως μουλκ, ούτε ότι αυτό κατέστη αδέσποτο σε κάποιο χρονικό σημείο με την εγκατάλειψη της νομής του από του ιδιώτες, είτε ότι αποκτήθηκε από το ίδιο κατά άλλο νόμιμο τρόπο, ώστε να ανήκει σε αυτό. Κατόπιν δε του σχετικού περί του αντιθέτου ισχυρισμού του, όπως αυτός καταστρώνεται στον 4ο λόγο έφεσης, πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγείται, δεν υφίσταται εν προκειμένω τεκμήριο ιδιοκτησίας υπέρ του ελληνικού δημοσίου, ώστε να μην υποχρεούται αυτό να επικαλεστεί και αποδείξει τον επικαλούμενο δημόσιο χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, οι δε ισχυρισμοί του τελευταίου θέτουν ως δεδομένο ότι η επίδικη έκταση υπήρξε πάντοτε δημόσια γαία, κάτι όμως που ούτε δεδομένο είναι, αλλά ούτε και αποδείχθηκε...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση και είχε δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 78 και 103 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού έτους 1856), τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 4 εδ. α' και 65 του Κτηματολογικού Κανονισμού, τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ΑΝ 1539/1938 και τις διατάξεις του άρθρου 1 του Παραρτήματος XIV της από 10-2-1947 Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων, η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 423/1947 και οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση. Ειδικότερα, δέχθηκε, όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδοχών του, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω, ότι δεν υπάρχουν δημόσιες γαίες στη νήσο Κάρπαθο, με αποτέλεσμα να απορρίψει τον αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος σχετικά με το χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, ως δημόσιας γαίας, που περιήλθε σ' αυτό ως διάδοχο του Ιταλικού δημοσίου, το οποίο με τη σειρά του διατήρησε με τον Κτηματολογικό Κανονισμό, ως τοπικό δίκαιο, τις διακρίσεις των ακινήτων σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Κατά συνέπεια, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Συνακόλουθα δε και καθώς παρέλκει πλέον η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αίτησης αναίρεσης, καθώς καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου, που γίνεται δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση, και ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως έξοδα θα καταλογισθούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 67/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ