Αριθμός 740/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Θ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειδαρά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2387/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Κ. Α. του Β., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ναούμ Τζίφρα. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 367/2012. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 § 2 και 369 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη ή η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 § 1 περίπτωση δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώστηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του, σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώστηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ ποιο πάνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικά δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου προκύπτει ότι α) υπό τον αύξοντα αριθμό 1 του σχετικού καταλόγου αναγνώσθηκε έγγραφο υπό τον τίτλο, η υπ' αριθμ. Γ04/από 20-12-2004 εισαγγελική παραγγελία με τη συνημμένη δικογραφία. Με τη περιγραφή αυτή είναι ορισμένα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, καθόσον εξατομικεύεται σαφώς η παραγγελία του Εισαγγελέα, ενώ η μνεία στη συνημμένη στην παραγγελία αυτή δικογραφία δεν αναφέρεται προδήλως σε αναγνωσθέντα έγγραφα αλλά τίθεται για να προσδιορίσει σαφέστερα την παραγγελία που αναγνώσθηκε με την έννοια ότι η παραγγελία αυτή αφορά την συνημμένη σ' αυτήν δικογραφία. β) έγγραφο, υπό τον αύξοντα αριθμό του καταλόγου 10. με τον τίτλο "για έκθεση έρευνας σε κατάστημα κατά τη διάρκεια λειτουργίας του". Με αυτήν την περιγραφή, εξατομικεύεται σαφώς το αναγνωσθέν έγγραφο, καθόσον στην δικογραφία δεν υπήρχε άλλη έκθεση έρευνας στο κατάστημα. Συνεπώς με την γενόμενη κατά τα ανωτέρω αναφορά στα εν λόγω έγγραφα, επαρκώς προσδιορίζεται η ταυτότητά τους και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους (τον συντάκτη τους, της χρονολογίας συντάξεώς τους) ούτε αναφορά του περιεχομένου τους, αφού με την ανάγνωση του κειμένου τους, κατέστησαν γνωστά και κατά το περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους, γεγονός που δεν εξαρτιόταν από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης, ενόψει και του ότι ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος, όπως προαναφέρθηκε, για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι αυτό το έγγραφο και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη. Συνεπώς με την αναφορά αυτή δεν δημιουργείται ασάφεια ως προς την ταυτότητα και την ατομικότητα των επίμαχων εγγράφων, και ο κατηγορούμενος μπορούσε να ασκήσει τα δικαιώματά του από το άρθρο 358 ΚΠΔ, χωρίς να παραβιασθεί το δικαίωμα της υπεράσπισής του, ούτε δημιουργήθηκε ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης. Ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως επομένως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η προαναφερόμενη πλημμέλεια για απόλυτη ακυρότητα διότι με την περιεχόμενη στα πρακτικά αναφορά δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη η ταυτότητα των συγκεκριμένων εγγράφων είναι αβάσιμος. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. κατά την πρώτη των οποίων "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή" και κατά τη δεύτερη "αν στη περίπτωση του άρθρου 362 (προηγούμενη) το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", προκύπτει ότι το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδώς γεγονότος που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον τέτοιου γεγονότος το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω άρθρων θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά αναφερόμενη στο παρόν ή το παρελθόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται άμεσος δόλος που συνίσταται στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδώς γεγονότος εν γνώσει του δράστη ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου. Δεν αρκεί δηλ. ο απλός ή ενδεχόμενος δόλος. Περαιτέρω έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστική αποφάσεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθεται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, γιατί ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί από το σύνολό τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων, πρέπει, επί καταδικαστικών αποφάσεων να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προσβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο διατακτικό της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 § 2 και 333 § 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αρκεί να είναι ορισμένος. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2387/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή 12 μηνών η εκτέλεση της οποίας ανεστάλει. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του κατά λέξη τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για άλλον, ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος το οποίο μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και αφετέρου τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή διαδώσει, ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό. Το έγκλημα αυτό τελεί, εκτός των άλλων, και αυτός που αναρτά στο διαδίκτυο ανακοινώσεις ή προσωπικό φωτογραφικό υλικό κάποιου και ταυτόχρονα αναφέρει εν γνώσει του ψευδώς ότι αυτός προσφέρει ερωτικές υπηρεσίες σε τρίτους (ΑΠ 853/2010, ΑΠ 116/2010, ΑΠ 5/10). Στη προκειμένη υπόθεση από την ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας Κ. Α., τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως που αναγνώσθηκαν, καθώς και όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν χωρίς αντίρρηση των εκπροσωπούντων τον κατηγορούμενο συνηγόρων του και αναφέρονται στα πρακτικά και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Η πολιτικώς ενάγουσα εργάζεται από ετών ως δημοσιογράφος στον τηλεοπτικό σταθμό ΑΛΦΑ. Ο εκκαλών κατηγορούμενος Δ. Θ. του Γ. που γεννήθηκε στην Αθήνα το έτος 1967 εργαζόταν κατά το έτος 2004 επίσης ως δημοσιογράφος στον τηλεοπτικό σταθμό ALTER. Λόγω της συναδελφικότητάς τους είχαν αναπτύξει γνωριμία και είχαν ανταλλάξει τα κινητά τους τηλέφωνα. Η γνωριμία αυτή από την πλευρά της πολιτικώς ενάγουσας έφθανε μέχρι του ορίου της φιλικής σχέσεως, από την πλευρά όμως του κατηγορουμένου υπήρξε ερωτική διάθεση την οποία εκδήλωσε το έτος 2003 χωρίς όμως να τύχει ανταπόκρισης από την πολιτικώς ενάγουσα η οποία απέρριψε την πρόταση του περί συνάψεως ερωτικού δεσμού μαζί της. Επειδή δε παρά την άρνησή της ο κατηγορούμενος έγινε φορτικός στέλνοντας μηνύματα στο κινητό της τηλέφωνο τον Οκτώβριο του έτους 2004 αυτή λογόφερε μαζί του με αποκλειστικό σκοπό να πάψει να την ενοχλεί. Στις 4-12-2004 και κατά τη διάρκεια της εργασίας της άρχισε να δέχεται στο κινητό της τηλέφωνο από άγνωστα σ' αυτήν άτομα [άνδρες] μηνύματα υβριστικού και ερωτικού περιεχομένου, με τα οποία την καλούσαν σε ερωτική συνεύρεση. Επειδή τα μηνύματα συνεχίζονταν θορυβημένη πλέον την 8-12-2004 κατήγγειλε το γεγονός στη δίωξη ηλεκτρονικού εγκλήματος για περαιτέρω έρευνα. Η ανωτέρω υπηρεσία διαπίστωσε ότι είχε κατασκευασθεί αγγελία την 3-12-2004 και την 11-12-2004 έγινε login συντήρηση -ανανέωση της μέσω της 62.103.136.64.ΙΡ διεύθυνσης και με χρήση της τηλεφωνικής σύνδεσης ... που αντιστοιχούσε στον συνδρομητή Δ. Σ. του Μ. που διατηρούσε γραφείο ενοικιάσεως αυτοκινήτων επί της οδού ... 158. Ο τελευταίος εξεταζόμενος κατέθεσε ότι τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του χειριζόταν για περιήγηση στο INTERNET ο κατηγορούμενος με τον οποίο ήταν φίλοι από δεκαετίας και πλέον σύχναζε στο κατάστημα του περίπου καθημερινά, του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, ήταν άριστος γνώστης χειρισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε αντίθεση με αυτόν που ήξερε μόνο να τον χειρίζεται σε σχέση με το αντικείμενο της εργασίας του ,τόσο δε την 3-12-2004 όσο και την 11-12-2004 είχε μεταβεί στο γραφείο του ως συνήθως έπραττε και τον χρησιμοποίησε. Έτσι αποδείχθηκε ότι αυτός [κατηγορούμενος] κατάρτισε στο διαδίκτυο και ειδικότερα στην ιστοσελίδα γνωριμιών "www.jointheclub.gr" την ερωτική αγγελία "Ναντιν 23", μέσω της οποίας απέστελλε μηνύματα σε χρήστες του INTERNET στους οποίους γνωστοποιούσε την διεύθυνση της πολιτικώς ενάγουσας τον αριθμό του κινητού της τηλεφώνου το ότι ήταν άγαμη, ετερόφυλη, το ζώδιο της και ότι αναζητούσε ερωτική περιστασιακή σχέση με άνδρα ηλικίας 18 έως 40 ετών. Οι ανωτέρω ενέργειες του ήταν εν αγνοία της πολιτικώς ενάγουσας η οποία μέχρι της συλλήψεώς του [25-1-2005] συνέχισε να λαμβάνει μηνύματα που την καλούσαν σε ερωτική συνεύρεση καθώς και εικονομηνύματα ερωτικού περιεχομένου. Η ανωτέρω ενέργειά του με την οποία παρέστησε εν γνώσει του σε άγνωστο αριθμό ατόμων μέσω του διαδικτύου ψευδώς ότι η πολιτικώς ενάγουσα αναζητεί περιστασιακά ερωτικό σύντροφο παρουσιάζοντας την ως νέα ελευθερίων ηθών και η οποία [αγγελία] έγινε γνωστή και στον επαγγελματικό κοινωνικό και οικογενειακό της περίγυρο έβλαψε την τιμή και την υπόληψη της, προκαλώντας παράλληλα σ' αυτήν ψυχολογικό και κοινωνικό πρόβλημα. Ο κατηγορούμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αρνήθηκε την ενοχή του ισχυριζόμενος ότι τον ενέπλεξε ο Σ. επειδή ο τελευταίος στο παρελθόν είχε εμπλοκή με τη δικαιοσύνη και αυτός δεν τον βοήθησε. Ο ισχυρισμός του αυτός ελέγχεται αναληθής διότι ανεξαρτήτως με την σχέση που είχε με τον Σ. αυτός ουδόλως γνώριζε την πολιτικώς ενάγουσα πολλώ μάλλον τον αριθμό του κινητού της τηλεφώνου και δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να τη συκοφαντήσει δυσφημιστικά μέσω του διαδικτύου. Τουναντίον ο κατηγορούμενος ο οποίος πράγματι αποδείχθηκε ότι χειριζόταν με ευχέρεια τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, μετά την απόρριψη της ερωτικής του προτάσεως σ' αυτήν και την μετέπειτα συμπεριφορά της, παντελούς απομακρύνσεώς της από τον ίδιο είχε εκμανεί και προέβει στην εγκληματική αυτή πράξη του με σκοπό να την βλάψει στην τιμή και την υπόληψή της. Το γεγονός της ενοχής του αποδεικνύεται εξάλλου και από την πειστική ενώπιον αυτού του δικαστηρίου πλέον των λοιπών αποδεικτικών μέσων ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Γ. Φ. στον οποίο ομολόγησε ότι πράγματι τέλεσε την ανωτέρω πράξη υποστηρίζοντας ότι το έπραξε για πλάκα σε αντίθεση με αυτό που ισχυρίσθηκε στον Σ. ότι τάχα τον έμπλεξε η αστυνομία. Αλλά και ο έτερος ισχυρισμός του που άπτεται της νομικής βασιμότητάς της σε βάρος του κατηγορίας ότι από την ανάρτηση της αγγελίας αυτής στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα δεν προκύπτει το παθητικό υποκείμενο της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ήτοι το πρόσωπο της προσβαλλόμενης διότι από μόνο το ψευδώνυμο Ναντίν 23 και τον αριθμό του κινητού της τηλεφώνου δεν μπορούσε να προσδιορισθεί το πρόσωπό της είναι απορριπτέος διότι το πρόσωπο του προσβαλλόμενου δεν είναι ανάγκη να προσδιορίζεται ονομαστικά αλλά μπορεί να προσδιορισθεί και έμμεσα ακόμη ή με κάθε άλλο εφικτό τρόπο [ΑΠ 6/78, ΠΧ ΚΗ 393] ως εν προκειμένω από το κινητό της τηλέφωνο, το οποίο δεν ήταν απόρρητο και μέσω του οποίου κάθε ενδιαφερόμενος μπορούσε να έλθει σε τηλεφωνική επαφή μαζί της και να αποκαλυφθεί από την συνομιλία η ταυτότητά της. Πολλώ μάλλον εκ του γεγονότος του μη άμεσου προσδιορισμού του προσώπου της προσβαλλόμενης δεν θεμελιώνεται συγγνωστή νομική πλάνη αυτού σχετικά με το άδικο της πράξεως του- ως αβάσιμα διατείνεται- αφού κατά τον χρόνο τελέσεως της γνώριζε τον άδικο χαρακτήρα της σε κάθε δε περίπτωση μπορούσε λόγω της πνευματικής και επαγγελματικής του ικανότητας [δημοσιογράφος αστυνομικού ρεπορτάζ επώνυμου τηλεοπτικού δικτύου] να το διαγνώσει. Μετά ταύτα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της εγκληματικής πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως της πολιτικώς ενάγουσας κατ' εξακολούθηση. Στον κατηγορούμενο πρέπει να αναγνωριστούν: Α) το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ. 2 εδαφ. ε' του Π.Κ.) επειδή αυτός: α) από τότε που τέλεσε τις πράξεις του αυτός εργάζεται κανονικά χωρίς καμιά αντικοινωνική ή παράνομη δραστηριότητα Β) το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (α. 84 παρ. 2 εδαφ. α' του Π.Κ.) επειδή αυτός μέχρι τον χρόνο τέλεσης των παραπάνω πράξεών του ζούσε έντιμα χωρίς παρεκκλίσεις προς παράνομη ή αντικοινωνική συμπεριφορά (ΑΠ 405/2007, ΑΠ 1600/2002, ΑΠ 809/1997). Κατ' ακολουθία όλων αυτών έπεται ότι το αίτημά του περί αναβολής της εκδίκασης της υποθέσεως για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου να κληθεί ο κάτοχος της με αρ. ... κινητής τηλεφωνικής συσκευής από την οποία εστάλησαν στην πολιτικώς ενάγουσα 4 ερωτικής φύσεως εικονομηνύματα, ο υπεύθυνος της ιστοσελίδας στην οποία αναρτήθηκε η προσβλητική αγγελία, και να ερευνηθεί αν είχε εισέλθει χρήστης του διαδικτύου στην ιστοσελίδα αυτή από 3-12-2004 έως 11-12-2004 πρέπει να απορριφθεί διότι το δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της ενοχής του κατηγορουμένου από το πλούσιο αποδεικτικό υλικό τυχόν δε αναβολή της υποθέσεως για τον ανωτέρω λόγο μόνο σε παρέλκυση της δίκης οδηγεί. Με το σκεπτικό αυτό κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών με τριετή αναστολή του ότι: Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 3-12-2004 έως και την ημέρα της συλλήψεώς του, που έλαβε χώρα στις 25-1-2005, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας με πρόθεση, ισχυρίστηκε ή διέδωσε με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτων, για κάποιον άλλον, γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του και εν γνώσει της αναληθείας του γεγονότος αυτού. Πλέον συγκεκριμένα, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, κατήρτισε στο διαδίκτυο και δη στην ιστοσελίδα γνωριμιών www.jointheclub.gr, ερωτική αγγελία με την ονομασία "ΝΑΝΤΙΝ 23", μέσω της οποίας, απέστελνε μηνύματα σε χρήστες του INTERNET στους οποίους έδινε το κινητό τηλέφωνο της εγκαλούσας Κ. Α., ισχυριζόμενος ότι είναι η ίδια και ότι προσφέρεται για ερωτικά ραντεβού, εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση της τελευταίας και εν γνώσει του ότι όλα τα παραπάνω ήταν ψευδή αφού δεν προήρχοντο από την ίδια την εγκαλούσα. Η παραπάνω ενέργεια του έβλαψε την τιμή και την υπόληψη της εγκαλούσας, προκαλώντας σ' αυτήν ψυχολογικό και κοινωνικό πρόβλημα, καθότι η δημοσιευθείσα αγγελία υπέπεσε στην αντίληψη ανεξακρίβωτου αριθμού προσώπων του επαγγελματικού, οικογενειακού, κοινωνικού και μη περιβάλλοντος της παθούσας. Με αυτά που δέχθηκε το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την έννοια που ανωτέρω αναπτύχθηκε, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 αρ. 1, 27 § 1, 28, 362 και 363 του Π.Κ., τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα) από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση δεν παρίστατο δε ανάγκη να τα εκθέτει αναλυτικά και το τι προέκυψε χωριστά από κάθε ένα από αυτά. Περαιτέρω η απόφαση αιτιολογημένα απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι τελούσε σε κατάσταση νομικής πλάνης, παραθέτοντας περιστατικά που στήριζαν την απορριπτική του κρίση, ενώ αιτιολόγησε και τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντα με το να δεχθεί, ότι όσα ισχυριζόταν στην ερωτική αγγελία που ο ίδιος κατασκεύασε και ανήρτησε στο διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα γνωριμιών www.jointheclub.gr με τον τίτλο NANTIN 23, με την οποία εμφάνιζε την πολιτικώς ενάγουσα, ως προσφερόμενη για ερωτικά ραντεβού και διατεθειμένη να κάνει σ' αυτά οτιδήποτε της ζητούσαν οι ερωτικοί σύντροφοι, ήταν εν γνώσει του ψευδή, τούτο δε το γνώριζε ο ίδιος εξ' ιδίας αντιλήψεως, αφού αυτός είχε κατασκευάσει την αγγελία αυτή χωρίς τη συγκατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας και χωρίς η ίδια να γνωρίζει οτιδήποτε γι' αυτήν. Περαιτέρω η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι ο προσδιορισμός του πληττόμενου προσώπου (εγκαλούσης) δεν μπορούσε να γίνει μόνο δια της δημοσιοποίησης του αριθμού του τηλεφώνου και κατά συνέπεια δεν στοιχειοθετείται η νομοτυπική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημίσεως, είναι αβάσιμη αφενός μεν διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει πλήρη αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού, αφ' ετέρου δε διότι τούτο δεν συνιστά στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Οι λοιπές αιτιάσεις που εκτίθενται στο δικόγραφο της αίτησης, αναφέρονται στην εσφαλμένη κατά την εκτίμηση του αναιρεσείοντα, εκτίμηση των αποδείξεων και υπό το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου και κατά συνέπεια είναι απαράδεκτες. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 στοιχ. Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 2408/1996 ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, εκτείνεται όχι μόνο στη κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι είχαν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς από αυτά δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγηση γιατί δεν εξαίρονται μερικά. Η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων είναι ενδεικτική και φορά τα κυριότερα από αυτά χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά η πραγματογνωμοσύνη ή η αυτοψία η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, από το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο, και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερομένη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠΔ, πρέπει δε για την δημιουργία βεβαιότητας ότι έλαβε και αυτή υπόψη το Δικαστήριο, να αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Διαφορετικά, αν δηλ. δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο. Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής του, έλαβε υπόψη στην συνημμένη στο υπ' αριθμ. 7519/3/151-Ε/25-1-2005 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ηλεκτρονικού εγκλήματος προς τη Δ.Ε.Ε. συνημμένη σ' αυτήν πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε από την Δ.Ε.Ε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης αυτής προκειμένου να αχθεί στην περί ενοχής κρίση του για τον αναιρεσείοντα. Ανεξάρτητα από την διαπίστωση αυτή, εφόσον διαβάστηκε το πιο πάνω έγγραφο αναγκαίως διαβάστηκε και η συνημμένη σ' αυτό έκθεση πραγματογνωμοσύνης και συνεπώς δεν απαιτείτο ιδιαίτερη μνεία του γεγονότος αυτού. Μετά ταύτα ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της αναιτιολόγητης απόρριψης του αιτήματος αναβολής που υπέβαλε ο αναιρεσείων κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τη συνεδρίαση της 15-9-2011 υπέβαλε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αίτημα αναβολής λόγω ασθενείας, το οποίο κατά λέξη έχει ως εξής: "Ο κατηγορούμενος είναι ασθενής. Ήταν στο νοσοκομείο υποβλήθηκε σε εξετάσεις και εξήλθε και παραμένει στο σπίτι του επειδή αδυνατεί να έλθει στο δικαστήριο. Δεν έχω το εξιτήριο ούτε άλλο έγγραφο. Υπάρχουν εξουσιοδοτήσεις. Δεν έχει ζητήσει αναβολή. Επιθυμεί να είναι παρών στο δικαστήριο και για το λόγο αυτό ζητάμε αναβολή". Το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε το αίτημα με την εξής αιτιολογία. "Στην προκειμένη υπόθεση κατά την πρώτη συνεδρίαση του δικαστηρίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου υπέβαλε αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης προσκομίζοντας το από 7-9-2011 πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Ν. Ιωνίας που αναγνώσθηκε από το οποίο προέκυπτε ότι ο κατηγορούμενος είχε εισέλθει σε ημέρα γενικής εφημερίας (5-9-2011) λόγω απώλειας αίματος εκ του πρωκτού και κρατήθηκε για νοσηλεία. Το Δικαστήριο διέκοψε τη συνεδρίασή του για την 15-9-2011 προκειμένου για την αναβολή της παρούσης υπόθεσης να προσκομισθεί ιατρικό πιστοποιητικό του λόγου νοσηλείας του κατηγορουμένου, εφόσον εξακολουθούσε να νοσηλεύεται στο νοσοκομείο και κατά την 15-9-2011. Κατά τη συνεδρίαση αυτή ο συνήγορός του υπέβαλε εκ νέου το αίτημά του υποστηρίζοντας ότι είναι ασθενής κατ' οίκον πλέον και στο νοσοκομείο υποβλήθηκε απλώς σε εξετάσεις χωρίς να προσκομίζει το εξιτήριο, από το οποίο να προκύπτει ασθένεια του κατηγορουμένου. Τούτοις συνεπώς το δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι συντρέχει σοβαρός λόγος υγείας στο πρόσωπό του και κρίνει ότι το σχετικό αίτημα αναβολής του πρέπει ν' απορριφθεί". Η απόρριψη του αιτήματος αναβολής είναι πλήρως αιτιολογημένη ως επιβάλλεται από το άρθρο 93 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠΔ. Ειδικότερα γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και απέρριψε το αίτημα αυτό. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 § 1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας (αρ. 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 15-2-2012 (αρ. πρωτ. 1428/17-2-2012 αίτηση του Δ. Θ. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2387/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης πολιτικώς ενάγουσας εκ πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2012. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ