ΑΡΙΘΜΟΣ 364/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2733/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Μαΐου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 846/2012. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, των χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στην καταβολή τριών συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ, με καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως: α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές και γ) ενός (1) έτους τουλάχιστον, προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/11-9-1997, σύμφωνα με το οποίο, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δυο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας του και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης α) τεσσάρων (4) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους εφόσον το ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές, β) έξι (6) τουλάχιστον μηνών προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα δυο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές και γ) ενός (1) τουλάχιστον έτους προκειμένου για ληξιπρόθεσμη οφειλή από την ίδια παραπάνω αιτία, εφόσον το ποσό της οφειλής αυτής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει α) ότι με το άρθρο 23 παρ.1 του ν.2523/1997 αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, από παρακρατούμενους ή επιρριπτόμενους φόρους, που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση καταβολής και έτσι πράξεις που ήταν προηγουμένως αξιόποινες είναι πλέον ανέγκλητες, πράγμα που συμβαίνει όταν το ύψος της από την άνω αιτία ληξιπρόθεσμης οφειλής δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο (1.000.000) δραχμές και β) ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του πιο πάνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 3) και τον ΚΠοινΔ (άρθρο 139), είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ, ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως βεβαίωση των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολόκληρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δυο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής. Τέλος, κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση: 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη. Περαιτέρω, κατά τη σαφή νέα αυτή διατύπωση του άρθρου 25, για κάθε πίνακα χρεών τα οποία γεννήθηκαν μετά την 1-1-2004 και ο οποίος πίνακας υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου καταβολής αυτών. Κατά δε τη διάταξη της παρ.2 εδ.α του ίδιου άρθρου, "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Κατά την παρ.3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ.2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες κλπ), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή ...". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά. Ειδικά ως προς τον δόλο, που απαιτείται κατά κανόνα, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.1 ΠΚ, προς στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης των κακουργημάτων και πλημμελημάτων και συνίσταται, κατά το άρθρο 27 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών, που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών αυτών και προκύπτει από αυτή και έτσι δεν παρίσταται ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, ως προς αυτόν. Κατ' εξαίρεση υπάρχει ανάγκη τέτοιας ειδικής αιτιολογίας ως προς το δόλο, όταν απαιτούνται και πρόσθετα περιστατικά, όπως όταν ο νόμος απαιτεί να έχει τελεσθεί η πράξη με σκοπό την πρόκληση ορισμένου αποτελέσματος. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη δε ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 2733/2012 απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται, δέχτηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη, στις 1-5-2005 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος δεν προέβη βεβαιωμένων στο αρμόδιο Τελωνείο χρεών προς το Δημόσιο, η δε καθυστέρηση αφορούσε διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών. Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και στον πιο πάνω χρόνο ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία Γ. Μ. Α.Ε. δεν προέβη για λογαριασμό της στην πληρωμή χρέους της 932.268,02 ευρώ στο Δημόσιο, που βεβαιώθηκε από το αρμόδιο Τελωνείο και δη από το ΣΤ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης στις 31-12-2004 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 31-12-2004 και χρέους της ύψους 164.720,78 ευρώ στο Δημόσιο, που βεβαιώθηκε από το αρμόδιο Τελωνείο και δη από το ΣΤ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης στις 31-12-2004 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 31-12-2004. Το συνολικό μη καταβληθέν ποσό στο δημόσιο από τα ανωτέρω χρέη ανέρχεται σε 1.067.348,80 ευρώ. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες ημεροχρονολογίες, καθυστέρησε την καταβολή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από την ημέρα που αντίστοιχα το κάθε χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό όπως οι ημεροχρονολογίες αυτές και τα αντίστοιχα χρέη αναλύονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που συνέταξε το ΣΤ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης, που αναλυτικά αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας, για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό με την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2δ ΠΚ". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο με το ακόλουθο διατακτικό: "Στη Θεσσαλονίκη, στις 1-5-2005 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος δεν προέβη βεβαιωμένων στο αρμόδιο Τελωνείο χρεών προς το Δημόσιο, η δε καθυστέρηση αφορούσε διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών. Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και στον πιο πάνω χρόνο ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας με την επωνυμία Γ. Μ. Α.Ε. δεν προέβη για λογαριασμό της στην πληρωμή χρέους της ύψους 932.628,02 ευρώ στο Δημόσιο, που βεβαιώθηκε από το αρμόδιο Τελωνείο και δη από το ΣΤ Τελωνείο Θεσσαλονίκης στις 31-12-2004 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 31-12-2004 και χρέους της ύψους 164.720,78 ευρώ στο Δημόσιο, που βεβαιώθηκε από το αρμόδιο Τελωνείο και δη από το ΣΤ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης στις 31-12-2004 και η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του άρχισε στις 31-12-2004. Το συνολικό καταβληθέν ποσό στο δημόσιο από τα ανωτέρω χρέη ανέρχεται σε 1.067.348,80 ευρώ. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες ημεροχρονολογίες, καθυστέρησε την καταβολή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, από την ημέρα που αντίστοιχα το κάθε χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό όπως οι ημεροχρονολογίες αυτές και τα αντίστοιχα χρέη αναλύονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που συνέταξε το ΣΤ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης, ως εξής: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Υπουργείο Οικονομίας ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ & ΕΦ Κ. ΣΤ- ΤΕΛΩΝΕΙΟ Ε.Τ.Σ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ ΤΜΗΜΑ: ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΤΑΧ. Δ/ΝΣΗ: ΕΛ.ΠΕ. Α.Ε ... ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: Π. Χ. ΤΗΛΕΦΩΝΟ ... ΕΙΔΟΣ ΜΕΤΡΟΥ: ΑΙΤΗΣΗ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ Α/Α 4 ΕΤΟΣ 10/2009 ΑΦΜ: ... ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ Μ. Ε. του Γ. ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΕΩΝ της οφειλέτριας εταιρείας "Γ. Μ. Α.Ε.", με Α.Φ.Μ. ... και έδρα στο 18ο χιλ. Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Καβάλας. Α/Α ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΝΟΜΙΜΟΣ ΤΙΤΛΟΣ ΗΜ/ΝΙΑ Ταμειακής Βεβαίωσης (ΔΙΚ/ΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ) ΕΙΔΟΣ ΟΦΕΙΛΗΣ ΒΑΣΙΚΗ ΟΦΕΙΛΗ Προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ΤΕΛΗ Χαρτοσήμου ΣΥΝΟΛΑ 4 ΑΣΤΙΚΑ ΥΠΕΥΘΥΝΗ 22/1999/2000 31/12/2004 ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΤΕΛΗ 932.628,02 545.587,39 22.383,07 1.500.598,48 5 " 22/1999/2000 31/12/2004 Δασμο-φορολογικές επιβαρύνσεις (επιρριπτόμενοι) 164.720,78 96.361,66 Σύνολα 1.097,348,80 641.949,05 22.383,07 261.062,44 ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΟΦΕΙΛΗ 1.761.680,92 ΕΥΡΩ: ΕΝΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ ΕΠΤΑΚΟΣΙΕΣ ΕΞΗΝΤΑ ΜΙΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΞΑΚΟΣΙΑ ΟΓΔΟΝΤΑ ΕΥΡΩ & ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΔΥΟ ΛΕΠΤΑ. Οι προσαυξήσεις έχουν υπολογισθεί μέχρι 30-11-2009 ..., 06-11-2009 ο προϊστάμενος του δικαστικού Κ. Π. ΣΤ ΤΕΛΩΝΕΙΟΥ Ε.Τ.Σ. ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ Π. Ι. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο κατηγορούμενος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (άρ. 84 παρ.2δ ΠΚ)". Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως για την οποία κηρύχτηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26, 27 ΠΚ και 25 παρ.1, 2, 3 του ν. 1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2593/1997 και 34 παρ.2 του ν. 3220/2004, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα προσδιορίζονται στην απόφαση, 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών (ΣΤ' ΤΕΛΩΝΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ), 2) το ύψος των χρεών το οποίο ανέρχεται συνολικά στο ποσό του 1.067.348,80 ευρώ, 3) ο τρόπος πληρωμής που με σαφήνεια προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό, 4) το είδος κάθε επί μέρους χρέους, 5) ο ακριβής χρόνος που κάθε επί μέρους χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, 6) ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος που κατά τις παραδοχές είναι η 1-5-2005, 7) σαφής αναφορά ότι τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του ν. 3220/2004. Υπό τις παραδοχές αυτές η αιτιολογία της προσβαλλόμενης δεν είναι τυπική δια πιστής αντιγραφής του διατακτικού αφού διαλαμβάνει επαρκώς και αναλυτικώς τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος τούτου και έτσι η σχετική αιτίαση είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, σαφώς διαλαμβάνει, ως ελέχθη, το χρόνο τέλεσης της πράξεως (1-5-2005) που κατά το νόμο τελείται το έγκλημα και ημερολογιακά συμπίπτει με την καθυστέρηση καταβολής των οφειλομένων πέραν των τεσσάρων μηνών. Η αιτίαση ότι κατά το σκεπτικό το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στο συνολικό ποσό του 1.067.348,80 ευρώ, ενώ το συνολικό ποσό κατά ορθή άθροιση των επί μέρους ποσών ανέρχεται στο ποσό του 1.097.348,80 ευρώ, ήτοι σε ποσό μεγαλύτερο και επιπλέον ενώ το διατακτικό διαλαμβάνει ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στο ίδιο ποσό του 1.067.348,80 ευρώ, πλην κατά τον παρατιθέμενο στο διατακτικό πίνακα χρεών το ποσό ανέρχεται σε 1.761.680,92 ευρώ και έτσι δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση ως προς το ποσό για το οποίο κηρύχτηκε ένοχος ο αναιρεσείων, είναι αβάσιμη καθόσον, από το σκεπτικό και το διατακτικό σαφώς προκύπτει ότι το ποσό για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων είναι το ποσό του 1.067.348,80 ευρώ και όχι άλλο, το δε λάθος κατά την άθροιση των επί μέρους ποσών, οπότε το ποσό είναι μεγαλύτερο, δεν καθιστά χείρονα τη θέση του αναιρεσείοντος και έτσι, και υπό την εκδοχή αυτή, στερείται ο αναιρεσείων εννόμου συμφέροντος προς προβολή τέτοιου λόγου αναίρεσης (άρθρο 463 παρ.2 ΚΠΔ). Περαιτέρω, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις είναι αβάσιμες διότι δεν απαιτείτο η διευκρίνιση της ακριβούς προελεύσεως κάθε ποσού, ούτε ο χρόνος βεβαιώσεώς τους που είναι εκείνος κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση και ως περιεχόμενο έχει τον προσδιορισμό του προσώπου του υπόχρεου και δεν συμπίπτει με το χρόνο τελέσεως της πράξεως. Εξάλλου δεν απαιτείτο ειδική αιτιολογία ως προς το δόλο του καταδικασθέντος αναιρεσείοντος αφού αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη. Σαφείς επίσης είναι οι παραδοχές ότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της οφειλέτριας αναφερόμενης ανώνυμης ελληνικής εταιρείας, κατά τούτο δε η προσβαλλόμενη δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Η ιδιότητα αυτή τον καθιστά κατά το νόμο ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος τούτου. Περαιτέρω, η αναφορά στο σκεπτικό και το διατακτικό ότι το έγκλημα τούτο τελέστηκε κατ' εξακολούθηση έχει την έννοια ότι η συνολική αυτή οφειλή σύγκειται από περισσότερα χρέη που εμπίπτουν στο συγκεκριμένο αυτό χρονικό διάστημα και όχι στην έννοια της κατ' εξακολούθηση τέλεσης περισσοτέρων πράξεων αφού, ως ελέχθη, η τέλεση του εγκλήματος τούτου υπό την ισχύ του ν. 3220/2004 συνιστά μια πράξη και όχι έγκλημα κατ' εξακολούθηση. Συνεπώς οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 Η' ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του δίνει ο νόμος. Αυτή απαντάται ως θετική όταν το δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και ως αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να μην κρίνει και τον προβληθέντα λόγο της υπ' αριθ. 2918/2011 έφεσης του αναιρεσείοντα κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης περί απόλυτης, κατ' αυτόν, ακυρότητας διότι δεν είχε κλητευθεί, υπερέβη την εξουσία του, είναι αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο πράγματι διέγνωσε ότι ο κατηγορούμενος, που πρωτοδίκως δικάστηκε ερήμην "δεν έλαβε γνώση για να παραστεί ενώπιον του δικάσαντος ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου" και έτσι έκρινε και ορθώς αποφάνθηκε ότι η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και στη συνέχεια εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση και εντεύθεν νομίμως εξέτασε την υπόθεση κατ' ουσίαν. Όθεν, ο κατ' επίφαση περί απόλυτης ακυρότητας και εντεύθεν περί αρνητικής υπέρβασης εξουσίας πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Η' ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, ή στη μείωση της ποινής. Αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι και ο ισχυρισμός του περί χορηγήσεως ελαφρυντικού του άρθρου 84 του ΠΚ εφόσον είναι σαφής και ορισμένος, δηλαδή όταν προβάλλονται τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή του έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με το συνήγορο του ζήτησε τη χορήγηση των ελαφρυντικών του προτέρου εντίμου βίου, του ότι ωθήθηκε στην πράξη από μη ταπεινά αίτια και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα προβάλλοντας ειδικότερα ότι "Α. Αιτούμαι να αναγνωρισθεί στο πρόσωπό μου η ελαφρυντική περίστασις του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ, δηλαδή του προτέρου εντίμου βίου, διότι μέχρι την τέλεση της επίδικης πράξης έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή και ειδικότερα το σύνολο τής συμπεριφοράς μου ανταποκρινόταν στα σύγχρονα πρότυπα οικογενειακής, επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής, ενώ απουσίαζε από την ζωή μου οποιαδήποτε αντικοινωνική εκτροπή. Τα παραπάνω προκύπτουν από το ποινικό μου μητρώο, που αποτελεί έγγραφο της δικογραφίας από την ανυπαρξία εκκρεμών ποινικών υποθέσεων σε βάρος μου, από την ανυπαρξία τελεσιδίκων καταδικαστικών αποφάσεων εναντίον μου και από το γεγονός ότι μέχρι του χρόνου τελέσεως τής πράξεως είχα συγκροτημένη οικογένεια και σταθερή και μόνιμη εργασία, χωρίς να έχω απασχολήσει για οιαδήποτε αιτία την Ελληνική Δικαιοσύνη. Σημειωτέον ότι τα επίδικα χρέη για την μη καταβολή των οποίων κρίθηκα ένοχος, αφορούν διοικητική κύρωση (πολλαπλά τέλη) που επιβλήθηκε σε βάρος μου για δήθεν λαθρεμπορική συμπεριφορά. ΟΜΩΣ το αρμόδιο ποινικό Δικαστήριο και ειδικότερα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την αναγνωσθείσα υπ' αριθ. 1082/2001 απόφαση και το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθ. 1935/2002 απόφαση έκρινε ότι ΔΕΝ στοιχειοθετείται αντικειμενικά η κατηγορία της λαθρεμπορίας και με έκρινε ΑΘΩΟ της σχετικής πράξης. Καθόσον αφορά στην οικογενειακή του ζωή, τυγχάνω πατέρας δύο τέκνων, τα οποία στερούνται, λόγω της οικονομικής ύφεσης σταθεράς και μονίμου εργασίας. Ο άριστος ατομικός, οικογενειακός και επαγγελματικός βίος μου, αποδεικνύεται και από την κατάθεση του εξετασθέντα μάρτυρα υπερασπίσεως, ο οποίος επιβεβαίωσε από προσωπική αντίληψη ότι τυγχάνω υπόδειγμα φιλήσυχου, συνεργάσιμου, εργατικού πολίτη στην κοινωνία της Θεσσαλονίκης, και ουδέποτε έδωσα την παραμικρή αφορμή για αρνητικά σχόλια. Συνεπώς ο πρότερος έντιμος βίος μου ανάγεται σε όλες τις ως άνω μορφές της κοινωνικής συμπεριφοράς μου, δια τούτο νόμιμος συντρέχει περίπτωσις για την παραδοχή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ. Β. Αιτούμαι ομοίως την παραδοχή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.β' ΠΚ, ότι δηλαδή ωθήθηκα στην πράξη από αίτια μη ταπεινά. Ειδικότερα, όπως προκύπτει εκ της δικογραφίας, τα επίδικα χρέη, για την μη καταβολή των οποίων κρίθηκα ένοχος αφορούν την ανώνυμη εταιρεία "Γ. Μ. ΑΕ". Η παραπάνω επιχείρηση ιδρύθηκε από τον πατέρα μου και λειτούργησε μέχρι το έτος 2001, οπότε ανακλήθηκε η άδεια της, τέθηκε σε εκκαθάριση, λύθηκε και διαγράφηκε από το Μητρώο Α.Ε., όπως τα παραπάνω προκύπτουν από το υπ' αρ. πρωτ. 17/6847/Η-6-2009 έγγραφο που αναγνώσθηκε στη διαδικασία. Για την ικανοποίηση των οφειλών της ως άνω εταιρίας (και μεταξύ των επιδίκων οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο) εγγράφηκε υποθήκη στην ακίνητη περιουσία μου (όπως τούτο αποδεικνύεται από την αναγνωσθείσα υπ' αριθ. πρωτ. 12848/5-10-2009 περίληψη εγγραφής υποθήκης) και τελικά η περιουσία μου κατασχέθηκε και πλειστηριάσθηκε στο σύνολό της. Έκτοτε στερούμαι οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας και ομοίως στερούμαι σταθερής και μόνιμης εργασίας (απασχολούμαι περιστασιακά σε διάφορες εργασίες και προσπαθώ να καλύψω τα έξοδα συντηρήσεώς μου και να συμμετέχω στην συντήρηση των δύο τέκνων μου, τα οποία επίσης λόγω της οικονομικής ύφεσης δεν μπορούν βρουν σταθερή εργασία). Η δυσμενέστατη οικονομική μου κατάσταση αποτυπώνεται στην υπ' αριθ. 302/2000 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Τμήμα ΣΤ) που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Σημειωτέον ότι η κατάσταση της υγείας μου τυγχάνει ιδιαίτερα επιβαρημένη, εφόσον πάσχω από σακχαρώδη διαβήτη, με αποτέλεσμα να χρειάζομαι καθημερινά τέσσερις ενέσεις ινσουλίνης, όπως αυτό προκύπτει από την ιατρική βεβαίωση του ιατρού που αναγνώσθηκε στο ακροατήριο. Για τους λόγους αυτούς, συνεκτιμωμένης της οικονομικής μου καταστάσεως και της καταστάσεως της υγείας μου συντρέχει περίπτωση για την αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 82 παρ. 2 εδ.β' ΠΚ. Γ. Αιτούμαι ομοίως την παραδοχή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδ.ε ΠΚ, ότι δηλαδή επί μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη συμπεριφέρθηκα καλά. Ειδικώτερα, όπως προκύπτει εκ των εγγράφων της δικογραφίας, από του χρόνου τελέσεως της πράξεως (Μάιος 2006) και συνεχώς μέχρι σήμερα παρήλθαν περίπου έξι (6) έτη, στην διάρκεια των οποίων επέδειξα αρίστη συμπεριφορά, χωρίς να κατηγορηθώ και να τιμωρηθώ για οποιοδήποτε άλλη πράξη. Συνεπώς επέδειξα υποδειγματική κοινωνική συμπεριφορά μετά την πράξη, διά τούτο και πρέπει να μου αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 εδ.δ' ΠΚ". Το άνω Δικαστήριο δέχτηκε το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας και δεν διέλαβε καμία αιτιολογία περί των άνω αιτηθέντων ελαφρυντικών. Το δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει επί των αιτηθέντων τούτων ελαφρυντικών, διότι προεβλήθησαν κατά τρόπο ασαφή και αόριστο καθόσον ως προς το πρώτο, τα εκτιθέμενα περιστατικά με τα οποία επιχειρείται η θεμελίωσή του δεν επαρκούν για τη θεμελίωση τούτου και ειδικότερα δεν αρκεί η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, ούτε η μη καταδίκη του για άλλες πράξεις, η δε λοιπή ατομική και οικογενειακή του κατάσταση αναφέρεται σε συμπεριφορά του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και όχι σε θετική συμπεριφορά έναντι της κοινωνίας (ΑΠ 878/2012). Το αυτό πρέπει να λεχθεί και ως προς το αιτούμενο ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, αφού δεν διαλαμβάνονται θετικά στοιχεία μετά την πράξη του από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του (ΑΠ 439/2011), ενώ τα εκτιθέμενα περιστατικά προς θεμελίωση του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων εκτιμήθηκαν και δη η εν μέρει εξόφληση του χρέους εκτιμήθηκε ως ελαφρυντικό ειλικρινούς μεταμέλειας, τα δε λοιπά δεν αρκούν για τη θεμελίωση του ελαφρυντικού των μη ταπεινών αιτίων. Συνεπώς, και ο εκ του άρθρου 510 παρ1 Δ' ΚΠΔ τελευταίος λόγος αναίρεσης περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 10-5-2012 αίτηση του Ε. Μ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 2733/2012 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ