Αριθμός 1035/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Τoυ αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μπακρώζη. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. χήρας Α. Α. το γένος Σ. Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθηνά Βούρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 252/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5583/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 3-2-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 4-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο αρχικώς καθού Α. Α. ο οποίος απεβίωσε.. και τη δίκη συνεχίζει η ήδη εκκαλούσα σύζυγος του... (σημ: εδώ αναιρεσίβλητη) ήταν ασφαλιστικός πράκτορας ..και συνεργαζόταν εκτός άλλων και με την ασφαλιστική εταιρεία ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΕ. Στα πλαίσια της ως άνω δραστηριότητας του κατήρτισε την 1η Ιουλίου 2003 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας με την Α. Σ. σύζυγο του ανακόπτοντος (σημ: εδώ αναιρεσείοντος) η οποία είχε αναλάβει έναντι προμηθείας την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων υπέρ του Ά. Α. με υποχρέωση να αποδίδει κάθε τι που εισπράττει μέσω ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού. Η συναλλαγή τους συνεχίστηκε έως και την 29-2-2004 και μέχρι τότε το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της... από την αιτία αυτή ανερχόταν στο ποσό των 61.678,44 ευρώ. Για την εξόφληση της ανωτέρω απαίτησης η Α. Σ. παρέδωσε στον Α. στις 2-3-2004 τη με αριθμό.. επιταγή... της Εθνικής Τράπεζας πληρωτέας σε διαταγή Α. ποσού 20.000 ευρώ, οπότε παρέμεινε εις βάρος της χρεωστικό υπόλοιπο 41.687,44 ευρώ. Στη συνέχεια και προς εξόφληση του χρέους της παρέδωσε την δεύτερη (επίδικη) επιταγή την 9-3-2004. Συγκεκριμένα την 9-3-2004 προσήλθε στο γραφείο του η θυγατέρα της Α. Σ. και του ανακόπτοντος, Κ. Σ. και παρέδωσε στον 'Α. Α. τη με αριθμό ... τραπεζική επιταγή.. εκδόσεως του ανακόπτοντος.. με αναγραφόμενο ποσό αριθμητικώς και ολογράφως 15.000 ευρώ μεταχρονολογημένη για την 30-6-2004... Ο Α. Α. αρνήθηκε να παραλάβει την επιταγή διότι το ποσό της ήταν πολύ μικρότερο από το συμφωνημένο των 35.000 ευρώ, η Κ. Σ. την επέστρεψε στον ανακόπτοντα, ο οποίος διόρθωσε το ποσό της από 15.000 ευρώ σε 35.000 αντικαθιστώντας στην αριθμητική αναγραφή του ποσού τον αριθμό ένα (1) με τον αριθμό τρία (3) και διέγραψε τη λέξη "δεκαπέντε" θέτοντας την υπογραφή του επάνω στη διαγραφή και γράφοντας σε αντικατάσταση τη λέξη "τριανταπέντε". ..Η Κ. Σ. επέστρεψε στο γραφείο του Α. και του παρέδωσε την επιταγή διορθωμένη και εκείνος της χορήγησε την ..... απόδειξη είσπραξης. Ακολούθως η επιταγή νομίμως μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση στην.. "ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΑΕ" ο νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας Σ..Κ...την οπισθογράφησε.. στην υπάλληλο της εταιρείας Σ..Γ.. Η τελευταία την εμφάνισε εμπρόθεσμα στην τράπεζα προς πληρωμή πλην...δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων...Τα παραπάνω εναρμονίζονται με το περιεχόμενο της από 23-11-2004 υπεύθυνης δήλωσης της θυγατέρας του ανακόπτοντος Κ. Σ...και τη με αριθμό .../9-3-2004 απόδειξη είσπραξης. Επίσης ενισχύονται από την ΕΓ134-05/121/5Δ/06 διάταξη της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών και την 480/2008 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών. Τέλος δεν μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για διαφορετική κρίση η από 27-4-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Θ. Β. ο οποίος ενήργησε κατ' εντολή του ανακόπτοντος και ο οποίος διατύπωσε τα συμπεράσματα του με την επιφύλαξη εξέτασης του πρωτοτύπου της επιταγής.. Συνακόλουθα.. αποδείχθηκε ότι η επίδικη επιταγή ήταν γνήσια καθόλα τα στοιχεία της και δόθηκε έναντι οφειλής της συζύγου του ανακόπτοντος και δεν ήταν για εγγύηση για μελλοντικές υποχρεώσεις απόδοσης μελλοντικών ασφαλίστρων, αλλά αφορούσε την οφειλή που προέκυψε από το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού... Δεν προέκυψε ότι υπήρχε ..συμφωνία - όρος μη μεταβιβάσεως προς τρίτους της... επιταγής...Συνακόλουθα τούτων πρέπει να απορριφθεί η ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη και να επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής..". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη των νομικών διατάξεων των άρθρων 632, 623 επ., 460 επ. Κ.ΠολΔ, 112 ΕισΝΑΚ, 361 ΑΚ. Ν 5960/1933 που εφάρμοσε και ειδικότερα ως προς την αβασιμότητα του λόγου ανακοπής περί ανυπαρξίας απαίτησης του Α. Α. σε βάρος της Α. Σ. από χρεωστικό υπόλοιπο της τελευταίας, έναντι του οποίου εκδόθηκε η ένδικη επιταγή. Συνακόλουθα, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον τρίτο, κατά το τελευταίο σκέλος του, αναιρετικό λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι αβάσιμα. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, όπως: "Δεν αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση από ποιά στοιχεία προέκυψε το εν λόγω υπόλοιπο.." συνιστούν επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και δεν ιδρύουν τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα διατυπώνεται σαφώς. Από το συνδυασμό των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη των διατάξεων αυτών, λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα (λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε, καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον, ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για το διάδικο - αναιρεσείοντα- αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1001/2008, 772/2006). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση η οποία είναι σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Στην κρινομένη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησής του αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. .../9-3-2004 απόδειξης είσπραξης, την οποία ο αναιρεσείων προσεκόμισε προς απόδειξη της πλαστότητας της ένδικης επιταγής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι "η ένδικη επιταγή ήταν γνήσια καθ' όλα της τα στοιχεία", απορρίπτοντας το λόγο ανακοπής ότι ήταν πλαστογραφημένη ως προς το αναγραφόμενο σ' αυτή αριθμητικώς και ολογράφως ποσό των 35.000 ευρώ, όπως ισχυρίσθηκε ο ανακόπτων, έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε τα μνημονευόμενα σ' αυτή περισσότερα του ενός αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της καθής, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, την υπεύθυνη δήλωση της θυγατέρας του ανακόπτοντος, τις διατάξεις των Εισαγγελέων Πρωτοδικών και Εφετών και την προσκομισθείσα από τον ανακόπτοντα έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, χωρίς να διαπιστώνεται ότι στηρίχθηκε μόνο στην εν λόγω απόδειξη ή κυρίως σ' αυτή, την οποία ουδόλως εξαίρει για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, για πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη την γνησιότητα της επιταγής, αλλ' αντιθέτως ότι τη συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις. Ούτε, τέλος, σε κάθε περίπτωση, ενόψει των παραδοχών ότι: 1) Η συνεργασία συνεχίστηκε μέχρι και την 29-2-2004 και 2) Η ένδικη επιταγή δόθηκε μεταχρονολογημένη την 9-3-2004 προς εξόφληση υφιστάμενης, κατά το χρόνο εκείνο, υπέρτερης οφειλής της συζύγου του ήδη αναιρεσείοντος και δεν ήταν "για εγγύηση για μελλοντικές υποχρεώσεις απόδοσης μελλοντικών ασφαλίστρων, αλλά αφορούσε την οφειλή που προέκυψε από το κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού.." διαπιστώνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, με την εκτεθείσα στην αρχή έννοια, καθόσον αφορά το περιεχόμενο της εν λόγω απόδειξης εξόφλησης, αναφερόμενο σε "είσπραξη 35.000 ευρώ". Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο αναιρετικό λόγο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στον αναιρετικό αυτό λόγο αιτιάσεις, όπως ότι "εσφαλμένα εδέχθη η προσβαλλόμενη απόφαση" ότι η επιταγή αυτή διορθώθηκε από τον ίδιο τον ήδη αναιρεσείοντα και ότι "εάν έτσι είχαν τα πράγματα γιατί ούτος (Α..Α. ) περιγράφοντας στην εν λόγω απόδειξη την ανωτέρω επιταγή αναφέρει το ποσό των 15.000 ευρώ και δεν αναφέρει το ποσό των 35.000 ευρώ, όπως εσφαλμένως εδέχθη αυτή", πλήττεται απαραδέκτως, υπό την επίφαση του λόγου αυτού, η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, ο δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι του αναιρετηρίου, σύμφωνα με τους οποίους το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα την 14939/17-2-2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αθώος της έκδοσης ακάλυπτου επιταγής και την 3567/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών, όπως τούτο προκύπτει από τις ήδη προσκομιζόμενες ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτου διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) " όλα τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα αξιολογούμενα σύμφωνα με τη διαλαμβανόμενη στο άρθρο 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ρύθμιση τα οποία προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό. Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους αναιρετικούς αυτούς λόγους, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα, ενώ, με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας πλήττονται απαραδέκτως οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνεται ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ10/2008, ΑΠ 356/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου επικαλείται ότι "από έγγραφο που περιήλθε σε γνώση του σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο του χρόνου της συζητήσεως της εφέσεως ήτοι η από 9-5-2004 επιστολή της ασφαλιστικής εταιρείας "ΑΡΓΟΝΑΥΤΗΣ" που απευθύνεται στο γραφείο με κωδικό ... ήτοι του Α. Α., επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός του περί πλαστογραφίας της ένδικης επιταγής.." και κατά συνέπεια τα αντίθετα που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένα. Με το περιεχόμενο αυτό, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, προεχόντως, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ορισμένως συνδρομή εξαιρετικής περιπτώσεως εκ των ως άνω αναφερομένων στο άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., που να επιτρέπει την επίκληση του θεμελιωτικού του αναιρετικού αυτού λόγου ισχυρισμού το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, παρεκτός του ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ` αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης. Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 621/2009). Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ - Απορρίπτει την από 3-2-2011 αίτηση του Γ. Σ. του Σ., για αναίρεση της 5583/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. -Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ