Αριθμός 997/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Κεφαλληνίας ο Άγιος Γεράσιμος" και έδρα το ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γκινοσάτη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ. του Ν., 2) Γ. Κ. του Ν., 3) Α. Κ. του Ν., 4) Σ. Κ. του Ν., και 5) Κ. Κ. του Ν., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεράσιμο Θεοτοκάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 324/1999 του ιδίου Δικαστηρίου, 527/2001 μη οριστική και 103/2007 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/5/2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 11/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, και αν ο απολειπόμενος διάδικος έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 ΚΠολΔ οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπουμένου από αυτόν διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της το δίκης, με συνέπεια να θεωρείται δικονομικώς απών ο διάδικος που εκπροσωπήθηκε στον Άρειο Πάγο από δικηγόρο στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, αφού αυτός θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος (ΑΠ 281/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με αριθμό 131/5-3-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 20-3-2013 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Κεφαλληνίας ο Άγιος Γεράσιμος" από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσιβλήτους. Όμως στο φάκελλο της δικογραφίας δεν υπάρχει πληρεξούσιο προς τον δικηγόρο Ιωάννη Γκινοσάτη, που παρέστη για λογαριασμό του αναιρεσείοντος Νοσοκομείου. Επομένως, σύμφωνα με τις άνω νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το εν λόγω αναιρεσείον θεωρείται δικονομικώς απόν, αλλά πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν και αυτό παρόν. Επειδή, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Συνακόλουθα επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής που έχει ως βάση τον παράγωγο αυτό τρόπο κτήσεως της κυριότητας, πρέπει το επίδικο ακίνητο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον μεταβιβαστικό τίτλο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 980 ΑΚ, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. .../1994 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Νίκης Ρασσιά -Κυριακάτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πατέρας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ν. Κ. μεταβίβασε κατά κυριότητα στους ενάγοντες και κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου στον καθένα ένα ακίνητο εμβαδού σαράντα (40) περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού "..." Κεφαλληνίας και συνορεύει ανατολικά με ακίνητα Π. Κ. και κληρονόμων Κ. Κ., δυτικά με βράχο, νότια με ακίνητα Ι.Ν. Υπεραγίας Θεοτόκου και Π. Κ. και βόρεια με ακίνητο Μ. Ξ. . Το ακίνητο αυτό το είχε στη φυσική του εξουσία (κατοχή) από το έτος 1954 ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, την οποία (φυσική εξουσία) και ασκούσε με διάνοια κυρίου, βόσκοντας σ' αυτό τα ζώα του και συλλέγοντας τους καρπούς από τα λιγοστά ελαιόδενδρα που βρίσκονται σ' αυτό, περιφράσσοντας το επίδικο και εποπτεύοντάς το εν γένει έναντι παντός τρίτου μέχρι την κατά τα ανωτέρω μεταβίβασή του στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους (1994), την ίδια δε νομή ασκούν έκτοτε οι τελευταίοι μέχρι την άσκηση της αγωγής, γενόμενοι έτσι συγκύριοι του ακινήτου τόσον κατά παράγωγο τρόπο (γονική παροχή από τον δικαιοπάροχο πατέρα τους, που ήταν ήδη κύριος του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία - προαναφερθείσα υπερεικοσαετής νομή), όσον και κατά πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), προσμετρώντας στον δικό τους χρόνο νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου τους. Τουναντίον δεν αποδείχθηκε ότι στο επίδικο ως άνω ακίνητο ασκούσαν πράξεις νομής οι εναγόμενοι, οι οποίοι αμφισβητούν την κυριότητα των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, και οι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοί τους και δη το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Κεφαλληνίας ο Άγιος Γεράσιμος" που φέρεται ως ψιλός κύριος του κατωτέρω αναφερομένου τμήματος του επιδίκου και η φερόμενη ως επικαρπώτρια του ίδιου τμήματος Ζ. χήρα Π. Λ. και προ αυτών ο φερόμενος ως δικαιοπάροχός τους σύζυγος της τελευταίας Π. Λ. που απεβίωσε το έτος 1976, οι οποίοι και δεν κατείχαν το επίδικο ούτε ασκούσαν σ' αυτό τις πράξεις νομής που επικαλούνται (περίφραξη, επίβλεψη και εκμίσθωση σε τρίτους ταυ επιδίκου). Και είναι μεν αληθές ότι ο προρρηθείς δικαιοπάροχος του εναγομένου-αναιρεσείοντος Π. Λ., με την υπ' αριθμ. .../29-6-1976 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυρ. Πλέσσα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, άφησε στη μεν σύζυγό του Ζ. Λ. την επικαρπία, στο δε αναρεσείον την ψιλή κυριότητα όλων γενικών των ακινήτων του, τα οποία δεν προσδιορίζει ειδικότερα κατά θέση, όρια και έκταση, και ότι με το υπ' αριθμ. .../16-7-1934 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Ανδρέα Τραυλού - Τζανετάτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε στον ανωτέρω Π. Λ. μεταξύ των άλλων ένα "χωράφιον εις θέσιν ... εκτάσεως ως έγγιστα στρεμμάτων 3 ή 3.000 τετραγ. μέτρων, οριοθετούμενον ανατολικώς με δημοσίαν οδόν, δυτικώς με παληαγρόν Κ. Μ., αρκτικώς με δημοσίαν οδόν και νοτίως με παληαγρόν Υ.Θ. ...". Το ακίνητο όμως αυτό ("χωράφιον") ως εκ της εκτάσεως και των αναφερομένων ορίων του δεν έχει καμία σχέση με το νοτιοδυτικό τμήμα του επιδίκου, συνολικού εμβαδού (του τμήματος) 9.289,82 τετρ. μέτρων, που εικονίζεται στο από Φεβρουαρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Ν. Μ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον και στο οποίο το εν λόγω τμήμα φέρεται ως αποτελούμενο από δύο μερικότερα τμήματα, εμβαδού, αντιστοίχως, 5.277,34 και 4.012,48 τετρ. μέτρων, με τις αναφερόμενες στο τοπογραφικό αυτό πλευρικές διαστάσεις και όρια. Το τελευταίο αυτό τμήμα (9.289,82 τ.μ.) ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι περιήλθε κατά ψιλή κυριότητα στο εναγόμενο-αναιρεσείον ν.π.δ.δ. (Νομαρχιακό Νοσοκομείο Κεφαλληνίας) και κατά επικαρπία στην Ζ. Λ. με την νομίμως μεταγραφείσα αποδοχή εκ μέρους τους της ανωτέρω κληρονομιάς του προαναφερθέντος συζύγου τής τελευταίας, στον οποίο και ανήκε δυνάμει του επίσης προαναφερθέντος συμβολαίου διανομής, το εν λόγω όμως τμήμα αφ' ενός μεν έχει πολύ μεγαλύτερη έκταση (9.289,82 τ.μ.) εκείνου (3.000 τ.μ. "ως έγγιστα"), αφ' ετέρου δε δεν συνορεύει με δημόσια οδό όπως το αναφερόμενο στους ειρημένους τίτλους και μάλιστα σε δύο πλευρές (ανατολικά και βόρεια). Επομένως, και αφού, ούτε πράξεις νομής ασκούσαν στο επίδικο οι εναγόμενοι, η προταθείσα από αυτούς και ειδικότερα από το ήδη αναιρεσείον ένσταση ιδίας ως άνω κυριότητας στο επίδικο τμήμα των 9.289,82 τ.μ. είναι αβάσιμη και απορριπτέα". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο πατέρας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ν. Κ. κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών και δη από το έτος 1954 έως το 1994, οπότε το μεταβίβασε με γονική παροχή στους αναιρεσιβλήτους, τέκνα του, κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ότι οι αναιρεσίβλητοι συνέχισαν από το 1994 να ασκούν της ίδια νομή μέχρι την άσκηση της αγωγής το 1998 και έτσι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου τόσο κατά παράγωγο τρόπο όσο και κατά πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), με την προσμέτρηση στον δικό τους χρόνο νομής τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα τους, και ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι άσκησαν επί του επιδίκου πράξεις νομής οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και το ήδη αναιρεσείον Νοσοκομείο, το οποίο φέρεται ως ψιλός κύριος του νοτιοδυτικού τμήματος του επιδίκου εμβαδού 9.289,82 τ.μ., καθόσον οι επικαλούμενοι από το αναιρεσείον τίτλοι (δημόσια διαθήκη του 1976, συμβόλαιο διανομής του 1934) δεν έχουν καμία σχέση με το τμήμα αυτό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1045, 1051, 974 και 980 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της συγκυριότητας του επίδικου ακινήτου με τρόπο παράγωγο και με έκτακτη χρησικτησία από τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφάρμοσε. Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. δ/τος 31/1968, του οποίου η ισχύς κατά το άρθρο 7 αυτού άρχισε από 2-12-1968, "αι διατάξεις των άρθρων 1-24 του Α.Ν. 1539/1938 ως αυτά ισχύουν εκάστοτε και αι συναφείς προς αυτάς υπέρ του Δημοσίου διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως δια την προστασίαν των κτημάτων αυτών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 α.ν. 1539/1938 "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν". Έτσι, ως προς τα ακίνητα των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του αναγκαστικού νόμου 1539/1938 και επομένως, εφαρμόζεται το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938, κατά το οποίο τα ακίνητα του Δημοσίου και κατ' επέκταση και των Δήμων και Κοινοτήτων, είναι ανεπίδεκτα νομής τρίτου και γι' αυτό τα ακίνητα αυτά εξαιρούνται και είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας τακτικής ή έκτακτης. Η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι οι Δήμοι είναι κύριοι των εξαιρουμένων της χρησικτησίας ακινήτων πραγμάτων (ΑΠ 473/2010). Επίσης, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι προκειμένου περί ακινήτων κτημάτων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής με έκτακτη χρησικτησία μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι την 2-12-1968, αφότου άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968 (ΑΠ 1247/2004). Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, αφού την ψιλή κυριότητα του επιδίκου είχε αποκτήσει το αναιρεσείον, που είναι νομικό πρόσωπο του Δημοσίου Δικαίου και έτσι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε πλέον ακίνητο του Δημοσίου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει παραδοχές περί ακινήτου του Δημοσίου και δεν ασχολήθηκε με θέμα ακινήτου κάποιου Δήμου. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με την πρόφαση της παραβίασης ουσιαστικού δικαίου διατάξεων προσβάλλει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 643/2001). Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ή από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν οι καταθέσεις και των λοιπών μαρτύρων ή τα μη αναφερόμενα έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και κατόπιν τούτου να δεχτεί την ένδικη αγωγή, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι ειδικότερα: 1) την με αριθμό .../29-6-1976 δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο Αθηνών Σπυρίδωνα Πλέσσα, 2) την με αριθμό .../1-3-1999 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Άννας Κεκάτου, 3) το από Φεβρουαρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Μ., 4) το .../23-10-1980 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γεράσιμου Αυγερινού, 5) την .../1980 οικοδομική άδεια του Α.-Σ. Κ., 6) την χωρίς ημεροχρονολογία έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Θ. Κ. και 7) τα πρακτικά της με αριθμό 27/1998 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν "και από τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, από τα οποία μάλιστα τα με στοιχεία 1 έως 3 ρητά μνημόνευσε, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά και το καθένα από τα υπόλοιπα. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. α' και β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, ιδίως δε η αγωγή, κύρια ή παρεμπίπτουσα (και η αναγνωριστική), καθώς και κάθε βάση αγωγής, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή (Ολ.ΑΠ 25/2003), όχι, όμως, και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους πράγματα, υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις προαναφερόμενες πλημμέλειες από τον αριθμό 9 περ. α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί την αγωγή και να αναγνωρίσει τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους συγκυρίους κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου τον καθένα επί του επιδίκου, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και σε κάθε περίπτωση επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, καθόσον οι αναιρεσείοντες με την από 15-12-2005 κλήση τους ενώπιον του Εφετείου, με την οποία επανήλθε σε μετ' απόδειξη συζήτηση η από 10-9-1999 έφεση, δεν ζητούσαν την αποδοχή της αγωγής τους αλλά αποκλειστικά και μόνον την απόρριψη της εφέσεως των εκκαλούντων, μεταξύ των οποίων και του αναιρεσείοντος, παραιτούμενοι οι αναιρεσίβλητοι του σχετικού δικαιώματος και επικουρικά του δικογράφου της αγωγής για όλα τα άλλα αιτήματα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο με την 527/2001 απόφασή του είχε ήδη δεχτεί την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχτεί την αγωγή λόγω της ερημοδικίας των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε μαρτυρικές αποδείξεις, οι δε αναιρεσίβλητοι με την ως άνω κλήση τους ζήτησαν την μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής τους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 11-5-2007 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Κεφαλληνίας ο Άγιος Γεράσιμος" για αναίρεση της 103/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2013. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ