Αριθμός 828/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Λ. Ν. του Κ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Πρόδρομο Αναστασιάδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Πετσινάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4756/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 52/2014 μη οριστική και 1962/2015 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/8/2017 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 146/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 28-8-2017 (6863/635/27-9-2017) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 1962/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του Α.Κ. προκύπτει ότι εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει τόσο την ανόρθωση της θετικής ζημίας, αναγομένη στην αντικειμενική αξία του πράγματος, όσο και το διαφυγόν κέρδος από τη στέρηση της χρήσεως αυτού. Ως χρόνος προσδιορισμού του ύψους της ζημίας λαμβάνεται ο χρόνος της εκδόσεως της αποφάσεως και ως τοιούτος θεωρείται, κατά τους δικονομικούς κανόνες, ο χρόνος της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως (Ολ.Α.Π. 1/1997, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 802/2013, Α.Π. 1382/2011, Α.Π. 39/2009). Δεν αποκλείεται, όμως, να αναχθεί ο προσδιορισμός του ύψους της ζημιάς σε προγενέστερο χρόνο και μάλιστα στο χρόνο, κατά τον οποίο οχλήθηκε ο ζημιώσας για την αποκατάσταση αυτής (Α.Π. 802/2013, Α.Π. 846/2003). Η όχληση, όμως, στην περίπτωση αυτή, ως απαιτεί το άρθρο 340 του Α.Κ., πρέπει, κατά το περιεχόμενό της, να είναι ακριβής, ορισμένη και σαφής, δηλαδή, πρέπει να καλείται ο οφειλέτης να εκπληρώσει συγκεκριμένη παροχή, προσδιοριζόμενη κατ` είδος και ακριβή ταυτότητα και το ακριβές ποσό της τυχόν χρηματικής αντιδικίας, πρέπει δε να γίνει κατά ή μετά από τη λήξη της προθεσμίας, υπό την οποία τελούσε η παροχή. Η υπερημερία και οι δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειές της (αρθρ.343 του ΑΚ) αρχίζουν από τη στιγμή, που θα συντρέξουν όλες οι ανωτέρω προϋποθέσεις (Α.Π. 802/2013, Α.Π. 1039/2007, Α.Π. 846/2003). Κατ' ακολουθίαν, σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από την απώλεια τίτλων, όπως επί παρανόμως εκποιήσεως του χαρτοφυλακίου του παθόντος, τους οποίους ο τελευταίος δεν σκόπευε να εκποιήσει ούτε επικαλείται ότι ήτο δυνατή η πώληση τούτων, σε περίπτωση που έδιδε τέτοια εντολή πωλήσεως αυτών, η αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας του προσδιορίζεται με βάση την αξία αυτών, κατά το χρόνο της (πρώτης) συζητήσεως της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού η ζημία του τελευταίου συνίσταται στη στέρηση της ιδιοκτησίας του επί των τίτλων, εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιώσαντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 845/2019). Επιπρόσθετα, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του. Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, προσδιορίζοντας την περιουσιακή ζημία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με βάση την αξία του χαρτοφυλακίου της κατά την ημερομηνία της πρώτης συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όχι εκείνη της άσκησης της αγωγής, η οποία συνιστά όχληση και κατά την οποία η αξία του χαρτοφυλακίου της ήταν υψηλότερη αυτής, που υπολογίστηκε με βάση το χρόνο συζήτησης της αγωγής, με συνέπεια να αποβαίνει έτσι ο υπολογισμός της ζημίας της αδικαιολόγητα υπέρ της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, που την ζημίωσε, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 298 και 340 του Α.Κ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθό μέρος αφορά στον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα εξής: "Τις επίδικες, με την ένδικη αγωγή της, τραπεζικές μετοχές ενάγουσας (1.600-και όχι 1.760 της Εθνικής Τράπεζας και 2.000 της ALPHA BANK), τις οποίες εκποίησε, μέσω της χρηματιστηριακής εταιρίας εν αγνοία της ο Δ. Μ., η ενάγουσα ούτε επικαλείται ούτε αποδείχθηκε ότι είχε πρόθεση να εκποιήσει. Περαιτέρω, στην αγωγή της, για τον υπολογισμό της θετικής της ζημίας, συνολικού ποσού 86.672 ευρώ, λαμβάνει, ως χρόνο προσδιορισμού της, την αξία των ανωτέρω μετοχών της, κατά το κλείσιμο της συνεδρίασης του ΧΑΑ, στις 4-3-2004... Κατά το χρόνο, όμως, εκείνο δεν επήλθε η ζημία της, αφού σε κάθε περίπτωση η παράνομη εκποίηση των μετοχών της είχε γίνει σε χρόνο προγενέστερο, ούτε η ενάγουσα επικαλείται ότι την ημεροχρονολογία εκείνη είχε δώσει εντολή προς πώληση των εν λόγω μετοχών που ήταν η τελευταία, αλλά αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, αυτή δεν σκόπευε να τις εκποιήσει. Εξάλλου ούτε η προαναφερόμενη όχλησή της επέφερε υπερημερία της εναγομένης, πρωτίστως διότι αυτή απευθύνεται και επιδόθηκε στο Δ. Μ. ατομικά και ως νόμιμο εκπρόσωπο της "..." και όχι στην εναγομένη, που ευθύνεται αυτοτελώς. Την τελευταία όχλησε μόνο με την επίδοση της αγωγής της (στις 21-11-2007), στο δικόγραφο της οποίας, για τον υπολογισμό της ζημίας της, η ενάγουσα επικαλείται την ανωτέρω από 8-3-2004 όχληση του Δ. Μ. για την αποκατάσταση του χαρτοφυλακίου της (δηλαδή επικαλείται in natura αποκατάσταση, όχι πώληση) και ταυτόχρονα για την καταβολή του ποσού των 86.772 ευρώ, ως αποζημίωσή της, την οποία προσδιορίζει, με βάση την αξία των επιδίκων, 3.600 μετοχών της, στις 4-3-2004. Η επίδοση της διαλαμβανόμενης στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής δήλωσης της ενάγουσας με το περιεχόμενο αυτό δεν αποτελεί όχληση, σαφή, ακριβή και ορισμένη, ώστε να επιφέρει την... υπερημερία του οφειλέτη. Το προαναφερόμενο και αιτούμενο με την ένδικη αγωγή ποσό δεν αποτελεί χρηματική παροχή, αλλά την ενσωματωμένη αξία των επίδικων μετοχών. Σημειωτέον ότι η ενάγουσα δεν ισχυρίστηκε ότι θα πωλούσε τις εν λόγω τραπεζικές μετοχές της, κάνοντας χρήση των απορρεόντων εξ αυτών δικαιωμάτων της, σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο -(4-3-2004 ή στις 21-11-2007)- προγενέστερο της πρώτης συζήτησης της αγωγής της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ώστε να καρπωθεί την αξία τους. Μη επικαλούμενη τούτο, αποδέχεται αυτή ότι θα συμπίπτει με το χρονικό σημείο καταψήφισης του αιτήματός της, δηλαδή την κατά την ημεροχρονολογία της πρώτης συζήτησης της αγωγής της, στις 24-2-2011..., όταν και μπορούσε να αποκαταστήσει τον ίδιο αριθμό μετοχών που απώλεσε με την ένδικη παράνομη πράξη... Οι αξίες των εν λόγω μετοχών προς αποκατάσταση του χαρτοφυλακίου της ενάγουσα, κατά την αναφερόμενη στην αγωγή ημεροχρονολογία (4-3-3004, ποσού 22,52 ευρώ για την μετοχή της Εθνικής Τράπεζας και 25,32 ευρώ για τη μετοχή της Alpha Bank), αλλά και κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής (στις 21-11-2007, ποσού 41 ευρώ και 23,400 ευρώ αντίστοιχα) είναι υψηλότερες εκείνων των ιδίων μετοχών, κατά το κλείσιμο συνεδρίασης του χρηματιστηρίου στις 24-2-2011, ημέρα της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, οι αξίες των ένδικων μετοχών κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος για τον υπολογισμό της ζημίας της ενάγουσας χρόνος, κατά τα ανωτέρω, ανέρχονταν, με βάση την προσκομιζόμενη με επίκληση από τους διαδίκους βεβαίωση του ΧΑΑ, στο ποσό των 7,10 ευρώ ανά μετοχή της Εθνικής Τράπεζας και στο ποσό των 5,010 ευρώ ανά μετοχή της Alpha Bank, δηλαδή ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των... 21.236 ευρώ...". Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο, με το δεχθεί ως χρόνο προσδιορισμού της αξίας του χαρτοφυλακίου των μετοχών την ημεροχρονολογία συζητήσεως της αγωγής (24-2-2011), ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα. Εξάλλου, η παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης ότι ο υπολογισμός της ζημίας εξαρτάται από την πρόθεση εκποιήσεως των επίδικων μετοχών υποδηλώνει την αδυναμία λήψεως μη προταθέντος ισχυρισμού, που αφορά στο χρόνο πωλήσεως του χαρτοφυλακίου, πριν από την πρώτη συζήτηση της αγωγής, οπότε και θα διαφοροποιείτο και ο κρίσιμος χρόνος υπολογισμού της ζημίας προς όφελος της ενάγουσας. Συνακόλουθα, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης τυγχάνει αβάσιμος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του οικείου αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-8-2017 (6863/635/27-9-2017) αίτηση της Λ. Ν. του Κ. για αναίρεση της 1962/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2023. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ