Αριθμός 950/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Βασίλειο Λυκούδη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Χ1 και 2. Χ2 , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μίστρα, περί αναιρέσεως της 1717/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 14 Φεβρουαρίου 2006 δύο χωριστές αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 526/06. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 και 3 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972 και 9 παρ.3 με το άρθρο 4 παρ. 1β του ν. 2408/96, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε αυτός αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της τιμωρείται με τις προβλεπόμενες εκεί ποινές, αν εγνώριζε την έλλειψη αυτή των διαθεσίμων κεφαλαίων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του, αφενός έκδοση έγκυρης επιταγής, που συντελείται με τη συμπλήρωση των υπό του νόμου απαιτούμενων στοιχείων επί του εντύπου και τη θέση της υπογραφής του εκδότη και αφετέρου έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, κατά το χρόνο της πληρωμής και γνώση του εκδότη για την έλλειψη αυτή. Το άρθρο 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933 δεν παραπέμπει στο άρθρο 534 Εμπ. Ν., ούτε και κατ' άλλο τρόπο το τελευταίο αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, οπότε, σε περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του άρθρου 534 Εμπ. Ν, να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933. Συνεπώς, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, ούτε και από κάποια άλλη, προκύπτει ότι, αν ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είχε, κατά το χρόνο έκδοσής της, πτωχεύσει ή παύσει τις πληρωμές του, ως έμπορος, το γεγονός τούτο επιδρά στο κύρος της επιταγής ή στο αξιόποινο της συμπεριφοράς του και ειδικότερα ότι αίρει τον άδικο χαρακτήρα ή εξαλείφει το αξιόποινο αυτής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινες πράξεις, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Με τον όρο "από κοινού νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σ' αυτήν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Τέλος, λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ίδιου Κώδικα, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ποινικής διάταξης, που υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, καθώς και η εσφαλμένη εφαρμογή όμοιας διάταξης, που συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στη προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη 1717/2005 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε κατ' έφεση, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα σ' αυτή μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι κατηγορούμενοι, στην Καρδίτσα, την 22/9/1999, εν γνώσει τους συναποφάσισαν και εξέδωσαν από κοινού, ως ομόρρυθμα μέλη της ομορρύθμου εταιρίας ".....Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "....... Ο.Ε." και διαχειριστές αυτής, την με αρ. ...... ακάλυπτη επιταγή στο όνομα της εταιρίας, η οποία δεν πληρώθηκε στον πληρωτή, για το λόγο ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης και της πληρωμής της επιταγής, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι κατηγορούμενοι. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ότι η ομόρρυθμη εταιρία στο όνομα της οποίας εξεδόθη η παραπάνω επιταγή, της οποίας οι κατηγορούμενοι είναι ομόρρυθμα μέλη και την εκπροσωπούν, τελούσε κατά το χρόνο έκδοσης της ένδικης επιταγής σε κατάσταση πτώχευσης (με την αρ. 298/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και ορίσθηκε ημέρα παύσης πληρωμών η 4-8-1997 είναι απορριπτέος, διότι δεν προκύπτει από το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 ή από άλλη διάταξη ότι, αν ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής, είχε, κατά το χρόνο έκδοσής της, παύσει τις πληρωμές του ως έμπορος ή είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, το γεγονός αυτό επιδρά στο αξιόποινο της πράξης του εκδότη. Περαιτέρω αναπόδεικτος παρέμεινε ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων, ότι η επιταγή υφαρπάσθηκε από τον Ψ1, λευκή ως προς όλα τα στοιχεία, με μόνη τη σφραγίδα της εταιρίας, προς εξασφάλισή του για δάνειο προς την εταιρία, που δεν κατέστη δυνατό να παραδώσει, λόγω πτώχευσης της εταιρίας και ότι ο φερόμενος ως τελευταίος κομιστής, μετά το θάνατο του Ψ1 ανεύρε στα πράγματα αυτού την επιταγή και τη συμπλήρωσε παρανόμως χωρίς να έχει το δικαίωμα προς τούτο. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο εγκαλών είναι νόμιμος κομιστής της επιταγής, η δε έλλειψη αιτίας ή οφειλής δεν επηρεάζει το αξιόποινο της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο κήρυξε τους κατηγορουμένους ενόχους έκδοση ακάλυπτης επιταγής, από κοινού (παράβασης του άρθρου 79 του Ν. 5960/33) και επέβαλε στον καθένα από αυτούς ποινή φυλάκισης (3) μηνών, την οποία μετέτρεψε προς 4,40 Ευρώ την ημέρα. Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, όπως γι' αυτήν τελικώς καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 45 του Π.Κ 44 79 παρ. 1 και 3 όπως ισχύει, του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", τις οποίες εφάρμοσε ορθά, χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα το Τριμελές Πλημμελειοδικείο διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ειδική σκέψη για την κατά συναυτουργία από τους αναιρεσείοντες τέλεση του εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, με την παραδοχή ότι οι τελευταίοι ως ομόρρυθμα μέλη και διαχειριστές της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρίας, από κοινού συναποφάσισαν και εξέδωσαν την επίμαχη επιταγή και δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην νομική σκέψη, να διευκρινίσει ποίος από τους δύο συμπλήρωσε τα από τον νόμο απαιτούμενα στοιχεία επί του εντύπου αυτής και έθεσε την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, αφού οι επί μέρους πράξεις πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος μπορεί να είναι διαδοχικές, γι' αυτό είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα. Ο ισχυρισμός που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του πιο πάνω Δικαστηρίου, ότι αυτοί δεν είχαν την δυνατότητα να εξοφλήσουν την επίμαχη επιταγή, μετά την κήρυξη της ως άνω εταιρείας, με την 298/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, σε κατάσταση πτώχευσης και ορισμού ως ημέρας παύσης των πληρωμών της 4-8-1997, αφού αυτό θα απέβαινε σε βάρος των πτωχευτικών πιστωτών, αλλά μόνο ο ορισθείς σύνδικος της πτώχευσης είχε τέτοια δυνατότητα, δεν ήταν αυτοτελής και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, το Δικαστήριο, παρά ταύτα, αυτό τον απέρριψε αιτιολογημένα, αποφαινόμενο, κατ' ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, ότι δεν επιδρά στο αξιόποινο της πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, (ούτε και στο κύρος αυτής) η κήρυξη του εκδότη σε κατάσταση πτώχευσης. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι αντίθετοι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 1 και 2 από 14 Φεβρουαρίου 2006 αιτήσεις των α) Χ1 και β) Χ2 , για αναίρεση της υπ' αριθ. 1717/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Και Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ