Αριθμός 804/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Β. συζ. Π. Λ., το γένος Σ. Β., κατοίκου ..., 2) Π. Λ., κατοίκου ... και 3) Κ. χήρας Α. Π., κατοίκου ... . Η πρώτη και δεύτερος εκ των αναιρεσειόντων παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Πασπαλά και η τρίτη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω αναφερόμενο πληρεξούσιο δικηγόρο. Της αναιρεσίβλητης: Μ. (Ζ.) Β. - Δ., κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μαργαρίτη, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 30 Ιανουαρίου 2013 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7499/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4984/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-11-2010 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 25-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι). Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και συγκεκριμένα στην έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια για τον λόγο ότι η δεν παρατίθενται στη μείζονα πρόταση της αποφάσεως οι νομικές διατάξεις που εφάρμοσε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Εξ' άλλου απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, λόγω της εσφαλμένης απορρίψεως του αιτήματος των αναιρεσειοντων για την αναβολή της δίκης μέχρι της εκδικάσεως της από 15.12.1997 αγωγής περί συνεισφοράς της αναιρεσίβλητης κατά της πρώτης αναιρεσείουσας, καθ' όσον η κατ' άρθρον 249 ΚΠολΔ αναστολή της δίκης ωσότου περατωθεί άλλη πολιτική ή διοικητική δίκη, απόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη με αναίρεση εξουσία του δικαστηρίου. II). Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής. Η παράλειψη όμως επουσιωδών στοιχείων δεν καθιστά αόριστη την αγωγή (ΑΠ 926/2004, 1190/2003), ώστε λόγω ποσοτικής αοριστίας του δικογράφου της να θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως της παρά το νόμο μη κηρύξεως ακυρότητας. Εξάλλου κατά τα άρθρα 57-59, 914 και 932 του ΑΚ επί παράνομης προσβολής της προσωπικότητας με αδικοπραξία, εκείνος που προσβάλλεται δικαιούται να απαιτήσει, εκτός από την άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, επί πλέον και εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, η ενάγουσα εκθέτει, πλην άλλων, με λεπτομέρεια, τα περιστατικά, που ανάγονται στην παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων- αναιρεσειόντων, παραθέτοντας αναλυτικώς τα διαλαμβανόμενα στην επίμαχη από 3.5.2004 επιστολή ψευδή και συκοφαντικά γεγονότα, τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, τα εκτιθέμενα δε στην αγωγή ουσιώδη ως άνω περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανά να επιφέρουν προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης και έτσι δικαιολογείται το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης της. Επομένως το Εφετείο, με το να κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα και ο αντίθετος πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. III). Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005), κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως γεγονότα μη περιεχόμενα στην αγωγή για τη θεμελίωση της. Δεν συνιστά όμως το λόγο η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (Α.Π. 1321/2007, Α.Π. 941/1992, Α.Π. 656/1989). Πράγματα, περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγο αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξάλλου και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ" ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ. ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914, 926 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος αποτελεί δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή δε υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (αρθ. 330 Α.Κ). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη, με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Αν για την επέλευση της ζημίας συνέβαλε η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά περισσοτέρων προσώπων, αδιαφορως του αν ήταν συμμέτοχοι στην ίδια αδικοπραξία ή έδρασαν χωρίς κοινή υπαιτιότητα (με μορφή παραυτουργίας), ευθύνονται εις ολόκληρον, κατά το άρθρο 926 Α.Κ., ανεξάρτητα από το βαθμό της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από αυτούς, που ενδιαφέρει μόνον την κατά το άρθρο 927 του ΑΚ άσκηση του δικαιώματος αναγωγής μεταξύ των περισσοτέρων εις ολόκληρον συνοφειλετών. Περαιτέρω, σύμφωνα: 1) με τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 του Π.Κ: "όποιος εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363) προσβάλλει την τιμή άλλου, με λόγο ή με έργο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται ...", 2) με τη διάταξη του άρθρου 362 του Π.Κ "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του τιμωρείται ...", και 3) με τη διάταξη του άρθρου 363 του Π.Κ: "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται ...". Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'- δ' του Π.Κ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 και 362 του ίδιου ΠΚ πράξεων αίρεται, μεταξύ άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομικών καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματα ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη 367, με εκείνη του άρθρου 30, του Π.Κ., για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 του ΑΚ. Επομένως, αιρουμένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη εφαρμογής, επί αντένστασης προβλητέας από τον ενάγοντα, της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 2 του Π.Κ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (Α.Π. 44/2010, Α.Π. 56/2009, Α.Π. 1339/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, που δίκασε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία εκδόθηκε επί της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητου κατά των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία η πρώτη, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι τελευταίοι υποχρεούνται να της καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις πράξεις των εναγομένων, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στις 20 Μαρτίου 2000 συζητήθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών η από 15-12-1997 αγωγή της ενάγουσας κατά της αδελφής της, πρώτης των εναγομένων στην υπό κρίση περίπτωση, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη αδελφή της είναι υποχρεωμένη να συνεισφέρει τις χαριστικές παροχές που είχε λάβει από την κληρονομούμενη μητέρα τους Ε. χήρα Σ. Β., όσο ζούσε, ήτοι την προίκα της, αξίας 4.346.809 δραχμών και τη γονική παροχή αξίας 4.640.460 δραχμών και να αφαιρεθούν οι παροχές αυτές από την κληρονομική της μερίδα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1.911/2001 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε την αγωγή νόμιμη και διέταξε αποδείξεις. Πρώτος μάρτυρας που κλήθηκε να καταθέσει για την εν λόγω υπόθεση, ενώπιον του εισηγητή δικαστή, ήταν ο ήδη δεύτερος εναγόμενος, σύζυγος της πρώτης. Η κατάθεση του άρχισε στις 21-05-2003 και περιλαμβάνεται στην 322/2003 εισηγητική έκθεση. Στις 29-09-2004, οπότε συνέχιζε την κατάθεση του, απαντώντας σε ερωτήσεις της πληρεξούσιας δικηγόρου της ενάγουσας, προσκόμισε την από 03-05-2004 χειρόγραφη επιστολή της τρίτης των εναγομένων, Κ. Π., θείας της ενάγουσας και της πρώτης των εναγομένων (αδελφής της μητέρας τους) προς την πρώτη των εναγομένων. Το περιεχόμενο της επιστολής έχει ως εξής: "Αθήνα 3-5-04. Αγαπητή Ε.. Θα ήθελα και γραπτώς να σε βεβαιώσω για τους εκβιασμούς, εκφοβισμούς και δολοπλοκίες της Ζ. ως εξής 1. Μετά το γάμο σου βρισκόσουνα στο σπίτι της αδελφής μου και μητέρας σου. Γνωστοί που μας επισκέφθηκαν μίλησαν με τα καλύτερα λόγια για τον άνδρα σου, Π.. Μόλις τους άκουσε η αδελφή σου εξοργίστηκε και μετά τα βαλε μαζί μου γιατί εγώ συμφωνούσα με τις απόψεις ότι ο Π. ήταν υπέροχος άνθρωπος. Άρχισε να μου φωνάζει με υστερικές φωνές κάλεσε τον άνδρα της Σταύρο και για να καλύψει τις πράξεις της με ενοχοποίησε ότι έβριζα με ακατονόμαστες εκφράσεις τις αδελφές του τις οποίες εγώ αγνοούσα, η κατάσταση ήταν σοβαρή, κινδύνευα με' σώσε ο μακαρίτης ο αδελφός σας Γ. από βέβαιο ξυλοδαρμό 2. Διέδιδε στον κόσμο, ότι ο Π. ο άνδρας σου ήταν π.... γιατί τόλμησε να επισκεφθεί το Άγιο Όρος και υποστήριζε ότι εκεί πηγαίνουν μόνο ανώμαλοι. 3. Εκβίαζε την αδελφή μου να της γράψει διαφιλονικούμενο σπίτι της οδού ... 26. Στο σπίτι της η αδελφή μου δεν έβρισκε ησυχία. Πήγαινε η κόρη της Ζ. την αναστάτωνε, την φοβέριζε την τρομοκρατούσε, χτύπαγε πόρτες και παράθυρα! Η αδελφή μου τότε όπως γνωρίζεις, κατέφυγε στο σπίτι σ....καταφύγιο. Και εκεί σας παίρνανε τηλέφωνο όπως μου 'λέγε η αδελφή μου σας βρίζανε με βρομερές λέξεις φοβέριζαν τον Π. πως θα τον ξεφτιλίσουν στο σχολείο του που ήταν Διευθυντής, ότι θα τον πάνε στον Εισαγγελέα γιατί δεν άφηνε την πεθερά του να φύγει!... Σας κατηγορούσαν πως κόψατε τα φάρμακα της αδελφής μου και μητέρας σας. Πήγαινε στην Ιονική Τράπεζα στον αδελφό σας Γιώργο, ανώτερο υπάλληλο της Τράπεζας και του δημιουργούσε επεισόδια, τον έβριζε τον έλεγε απατεώνα. Του ζητούσε να της παραχωρήσει το καλοκαίρι το σπίτι του στον ... που του ανήκε με γονική παροχή. Η Ζ. γνώριζε καλά ότι ο αδελφός της ήταν καρδιοπαθής. Μεγάλο διάστημα νοσηλεύθηκε με έμφραγμα σε μονάδα εντατικής θεραπείας στο Ασκληπιείο Βούλας. Εκμεταλλευόταν επίσης την ευαισθησία και ευγένεια του και τον εκβίαζε για να ικανοποιήσει τα συμφέροντα της. Το 2003 έκλεισε τον δια συμβολαίου κατοχυρωμένο κοινό διάδρομο που οδηγούσε στο οικόπεδο σου και το σπίτι του αδελφού σας Γ. στον ... χωρίς να σας ενημερώσει. Η θέση σας ήταν τραγική. Είχα ακούσει τους γονείς σας να λένε "την κάναμε δικηγόρο να μας πεθάνει τα άλλα δύο μας παιδιά" ο αδελφός σας Γ. πέθανε αιφνιδίως τον Οκτώβριο του 2003. 5. Για να διαφυλάξει την οικογένεια σου η μακαρίτισσα αδελφή μου δεν άφησε μόνο δύο Διαθήκες αλλά και σου παραχώρησε ακίνητο με γονική παροχή που εν μέρει σε είχε προικίσει (Α) όροφος. Την έβαλε να χειρισθεί την υπόθεση της στον δικηγόρος της επί πληρωμή και συμβολαιογράφο έβαλε μια γνωστή της συνεργαζόντουσαν. Για να μην έχει οποιαδήποτε διεκδίκηση της έγραψε και μερίδιο 1/5 του σπιτιού της Ανάφης. 6. Η αδελφή μου επίσης ανέθρεψε τα δυο παιδιά της Ζ. ενώ εσύ μόνη μεγάλωσες τα τρία παιδιά σου. Δεν κούρασες τους γονείς σου με έξοδα φοίτησης σε ανώτερες σχολές. Για τις σπουδές της ... οι γονείς σας είχαν εκδαπανηθεί. Φοίτησε για ένα χρόνο στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης. Γνωρίζω επίσης πως η αδελφή μου κάθε πρωί έδινε της Ζ. για γούρι όπως έλεγε χρήματα. Οι γονείς της την πλήρωναν για οποιεσδήποτε δικηγορικές τους εξυπηρετήσεις, θα σου υπενθυμίσω πως πριν παντρευτείς εξυπηρετούσες την αδελφή σου προσφέροντας τις υπηρεσίες, σου στο γραφείο της από το 1970-73 αφιλοκερδώς. Εκβίασε τον αδελφό μου Μ. Χ. συνταξιούχο υπάλληλο ΙΚΑ κατά τρόπο ωμό και απαράδεκτο. Εκμεταλλεύτηκε μάλιστα τη σοβαρή κατάσταση της υγείας του καρδιοπάθεια βαρεία κατάθλιψη για να αποσπάσει ανάκληση υπογραφής του στην οποία βεβαιώνει ότι η αδελφή μου ποτέ δεν θα σου επέτρεπε συνεισφορά στην αδελφή σου τον εκφόβισε πως θα τον οδηγήσει στα δικαστήρια Αυτό συνέβη μετά την κατάθεση της ενυπόγραφης μαρτυρίας των θείων σας από τον μάρτυρα Π. σύζυγο σου. 6. Επιτρέψαμε στον αδελφό μας να χρησιμοποίησε την ύπαρξη υπογείου αποθήκης που συνόρευε με το κατάστημα του και ανήκε σε όλους μας κατά το1/5 για να βγάλει άδεια πρακτορείου που ενοικίασε. Μετά τον εκβιασμό ο άνθρωπος ασθενούς κράσεως υποχώρησε και πληροφορήθηκα ότι ανακάλεσε την υπογραφή του. Προχώρησε και σε κάτι χειρότερο με συκοφάντησε στον αδελφό μου πως εγώ θα τον πήγαινα στα δικαστήρια ... . Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, με τον αδελφό μου που πάντοτε είμαστε αγαπημένοι να ψυχρανθούμε. Με εκφοβισμούς λοιπόν, δολοπλοκίες και εκβιασμούς. Ξέχασες Ε. πως μας κατηγορούσε η αδελφή σου στον κόσμο ότι διώξαμε τον παππού σου και πατέρα μου θα μπορούσαμε να διώξαμε τους γονείς μας και μάλιστα ανθρώπους με μεγάλη περιουσία έστω και αν ακόμη σκεφτόμαστε οικονομικά. Εγώ την μητέρα μου που ήταν άρρωστη την κράτησα 30 χρόνια χωρίς να πάρω δεκάρα και ενώ η μητέρα σου είχε πάρει από την γιαγιά σου ένα ολόκληρο σπίτι μόνη της στο νησί, καταδέχθηκε η Ζ. να μπει μέσα στο σπίτι της Ανάφης με όλες τις θείες γιατί ήθελε η μητέρα σου να σε διασφαλίσει και τώρα η Ζ. σας βασανίζει. Με εκφοβισμούς λοιπόν, δολοπλοκίες και εκβιασμούς η ανηψιά μου και αδελφή σου Ζ. αναστατώνει την οικογένεια μας. Θέλει να επιβάλλεται μέχρι να επιτύχει τους σκοπούς της. Η ηλικία μου και η αγάπη για τη δικαιοσύνη και αλήθεια μου επιβάλλουν να σου στείλω αυτή την επιστολή είμαι στη διάθεση σου αυτά και άλλα πολλά και προφορικά αν χρειαστείς θα καταθέσω. Η θεία σου (υπογραφή της) Κ. Π. ". Η εν λόγω επιστολή που κατατέθηκε από το δεύτερο των εναγομένων περιέχει συκοφαντικές και δυσφημιστικές αναφορές για την ενάγουσα που μπορούν να βλάψουν την τιμή και υπόληψη αυτής. Συγκεκριμένα εμφανίζεται ως άτομο που προβαίνει σε εκβιασμούς, εκφοβισμούς και δολοπλοκίες, ότι διέδιδε στον κόσμο ότι ο δεύτερος των εναγομένων ήταν πούστης, ότι εκβίαζε τη μητέρα της προκείμενου να γράψει σ' αυτή το σπίτι της, επί της οδού ... αρ. 26, ότι αναστάτωνε, φοβέριζε και τρομοκρατούσε τη μητέρα της, ότι εκβίασε τον αδελφό της τρίτης των εναγομένων (θείο της ενάγουσας και της πρώτης των εναγομένων), Μ. Χ., κατά τρόπο ωμό και απαράδεκτο, συνταξιούχο υπάλληλο του ΙΚΑ, εκμεταλλευθείσα την κατάσταση της υγείας του, καρδιοπάθεια και βαριά κατάθλιψη για να αποσπάσει ανάκληση της υπογραφής του, ότι συκοφάντησε την τρίτη εναγομένη (συντάκτρια της επιστολής) στον αδελφό της ότι αυτή θα τον πήγαινε στα δικαστήρια, ότι με εκφοβισμούς, δολοπλοκίες και εκβιασμούς αναστατώνει την οικογένεια της τρίτης των εναγομένων, ότι πήγαινε στην Ιονική Τράπεζα, όπου εργαζόταν ο αδελφός της και του δημιουργούσε επεισόδια βρίζοντας τον απατεώνα. Με το περιεχόμενο της επιστολής η ενάγουσα εμφανίζεται ως ένα ανέντιμο άτομο που χρησιμοποιεί οποιοδήποτε παράνομο τρόπο (δολοπλοκίες, εκβιασμούς, εκφοβισμούς) ακόμα και εις βάρος των συγγενών της για να επιτύχει τους δικούς της σκοπούς και να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της. Επί πλέον με τις φράσεις της επιστολής "είχα ακούσει τους γονείς σας να λένε την κάναμε δικηγόρο για να πεθάνει τα άλλα δύο μας παιδιά" και ότι ο αδελφός σας Γ. πέθανε αιφνιδίως τον Οκτώβριο του 2003, μπορεί να οδηγήσει το μέσο άνθρωπο στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα με τη συμπεριφορά της, λαμβανομένων υπόψη των προβλημάτων υγείας του αδελφού της που ήταν καρδιοπαθής συνετέλεσε στην επιδείνωση των προβλημάτων αυτών που επέφεραν το θάνατο του. Τα παραπάνω γεγονότα αναφέρονται στην επιστολή κατά τρόπο αόριστο χωρίς αναφορά συγκεκριμένου χρόνου και τόπου που έχουν λάβει χώρα και δεν αποδεικνύονται αληθινά από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό. Ειδικότερα ο εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας από την πλευρά των εναγομένων, γιος των δύο πρώτων απ' αυτούς, έχει γεννηθεί το έτος 1978 και δεν έχει άμεση γνώση των γεγονότων που αναφέρονται αόριστα στο παρελθόν και η κατάθεση του δεν κρίνεται πειστική. Εξάλλου οι εναγόμενοι μολονότι αναφέρονται στην ένδικη επιστολή τα προαναφερόμενα που αποτελούν παράνομες πράξεις δεν έχουν κινηθεί εναντίον της ενάγουσας, αντίθετα όλοι είχαν προσφύγει επανειλημμένως στις υπηρεσίες αυτής ως δικηγόρου για το χειρισμό διάφορων υποθέσεων τους. Από το περιεχόμενο της επιστολής που περιήλθε σε γνώση δικαστών, δικηγόρων, γραμματέων του δικαστηρίου προσβλήθηκε η προσωπικότητα της ενάγουσας διότι θίγεται παράνομα και υπαίτια η τιμή και υπόληψη αυτής τόσο σε προσωπικό όσο και επαγγελματικό επίπεδο καθόσον υπήρξε δικηγόρος και με την επιστολή εμφανίζεται ως ένα αδίστακτο άτομο που μετέρχεται παράνομες μεθόδους σε όλες τις ενέργειες της. Σε κάθε δε περίπτωση, οι εν λόγω ισχυρισμοί που εμφανίζουν την ενάγουσα ως ένα άτομο που ενεργεί κατά τον προεκτεθέντα τρόπο δεν ήταν αναγκαίοι γιο την υπεράσπιση της υπόθεσης περί συνεισφοράς και η αναφορά τους στην επιστολή από την τρίτη των εναγομένων έγινε σε συνεννόηση με τους λοιπούς, προκειμένου να γίνει κατάθεση αυτής (επιστολής) στη σχετική δίκη αποσκοπούσαν δε όλοι οι εναγόμενοι ακριβώς στη μείωση της τιμής και υπόληψης της ενάγουσας. Συνεπώς η σχετική ένσταση που πρόβαλαν από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Ειδικότερα ισχυρίσθηκαν ότι ενήργησαν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον η πρώτη για την υπεράσπιση της υπόθεσης συνεισφοράς στην οποία είναι διάδικος, ο δεύτερος ως μάρτυρας στη σχετική δίκη και η τρίτη προκειμένου να ενισχύσει ψυχολογικά την πρώτη (ανηψιά της) που αντιμετώπιζε και προβλήματα υγείας. Ορθά, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά τη σχετική ένσταση και, αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία από την του παρόντος δικαστηρίου ο σχετικός λόγος εφέσεως των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ... Από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας της η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Αφού ληφθούν υπόψη ο βαθμός υπαιτιότητας των εναγομένων, η έκταση της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών ως εύλογο κρίνεται το ποσό των 20.000,00 ευρώ. Επομένως η αγωγή που είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 20.000,00 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, δικαστήριο που έκρινε την αγωγή ορισμένη, απορρίπτοντας σιωπηρά τη σχετική ένσταση αοριστίας αυτής που πρότειναν οι εναγόμενοι, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και κατόπιν αυτών είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί με αοριστία του δικογράφου δεύτερος και πέμπτος λόγοι εφέσεως των εναγομένων. Ορθά επίσης έκρινε, εκτιμώντας ορθά τις αποδείξεις ότι από το περιεχόμενο της επιστολής προσβλήθηκε η προσωπικότητα της ενάγουσας και ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται όλοι σε αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης διότι ενήργησαν όλοι από κοινού για τη σύνταξη και την εν συνεχεία κατάθεση της επιστολής, η οποία συντάχθηκε ενώ είχαν αρχίσει οι μαρτυρικές καταθέσεις επί των θεμάτων που είχε τάξει η προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στη δίκη περί συνεισφοράς. Κατά συνέπειαν οι σχετικοί λόγοι εφέσεως των εναγομένων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Έσφαλε όμως επιδικάζοντας για χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 5.000,00 ευρώ αντί των 20.000,00 ευρώ. Συνεπώς ο σχετικός λόγος εφέσεως της ενάγουσας με τον οποίο παραπονείται σχετικά με το ύψος του επιδικασθέντος για χρηματική ικανοποίηση ποσού πρέπει να γίνει δεκτός καθώς και η έφεση της και η εκκαλουμένη απόφαση να εξαφανισθεί. Να κρατηθεί η αγωγή προς εκδίκαση από το δικαστήριο τούτο και να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της. Και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό, καθένας εις ολόκληρον, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής ...". Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή, απορρίπτοντας του περί αντιθέτους ισχυρισμούς και ενστάσεις των αναιρεσειόντων περί ανυπαρξίας υπαιτιότητας αυτών για την προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης ως και της άρσεως, άλλως, του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων τους κατά το άρθρο 367 παρ.1 του Π.Κ., δια της παραδοχής επί πλέον ως βάσιμων των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης -ενάγουσας, στους οποίους διελαμβάνετο και ο ισχυρισμός περί της σε ολόκληρο ευθύνης των αναιρεσειόντων - εναγομένων από την τέλεση των περιγραφομένων στο δικόγραφο της αγωγής κοινών πράξεων των αναιρεσειόντων. Δεν παρείδε συνεπώς τους λόγους της εφέσεως των αναιρεσειόντων δια των οποίων αυτοί, επαναφέροντες πρωτοδίκως υποβληθέντος ισχυρισμούς, ζητούσαν την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την απόρριψη της αγωγής, δια της αποδοχής των ως άνω ισχυρισμών και ενστάσεων τους, αλλά ούτε και έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη. Υπό τα δεδομένα αυτά οι διαλαμβανόμενοι λόγοι αναιρέσεως στους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, έκτο, δωδέκατο, δέκατο έκτο και δέκατο όγδοο λόγους της αιτήσεως, από τον αριθ. 8, και όχι 9 και 14, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για μη λήψη του υπό μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως ως άνω λόγων της εφέσεως που είχε ασκηθεί από τους αναιρεσείοντες, αλλά και της λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του αιτιολογημένως και ορθώς, υπήγαγε τα, ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, ως άνω πραγματικά περιστατικά στις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 299, 300, 330, 914, 922, 932 του ΑΚ και 30, 361, 362, 363 και 367 του Π.Κ, και όσα αντιθέτως υποστηρίζονται με τους δεύτερο, τέταρτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο, ενδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο, δέκατο πέμπτο, δέκατο έκτο, δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο λόγους αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19, και όχι από τον αριθ. 14, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων για την προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης, τον τρόπο ενεργείας αυτών και της σε ολόκληρο αυτών ευθύνης, ως και ως και προς την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί της άρσεως, άλλως, του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων τους κατά το άρθρο 367 παρ.1 του Π.Κ., πρέπει να αποριφθούν ως αβάσιμα. Ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει σαφείς και επαρκείς παραδοχές σχετικά με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω και επιστολή γεγονότα, με τα οποία προσβλήθηκε η προσωπικότητα της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, των οποίων (γεγονότων) έλαβαν γνώση τα στην απόφαση αναφερόμενα πρόσωπα, την τέλεση των περιγραφομένων στο δικόγραφο της αγωγής κοινών πράξεων των αναιρεσειόντων, ο τρόπος τελέσεως των οποίων, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλ. την προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης, την υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων και τις περιστάσεις, από τις οποίες προκύπτει σκοπός συκοφαντικής δυσφημήσεως, ως και ως προς το ότι τα αναγραφόμενα στην επίμαχη επιστολή περιστατικά, των οποίων γίνεται λεπτομερής αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση, ήταν ψευδή και οι αναιρεσείοντες τα διέδωσαν, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, εν γνώσει της αναληθείας τους, δια παραθέσεως του όρου της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ο οποίος, ως έχων πλήρη νομική ενέργεια, δεν απαιτείται να καθορίζεται περαιτέρω κατά τα στοιχεία του αυτά. Ουδεμία δε αντιφατικότητα υφίσταται μεταξύ της κυρίας ως άνω αιτιολογίας και της επικουρικής, με την οποία απορρίφθηκε ορθώς η εκ του άρθρου 367 παρ.1 Π.Κ. ένσταση των αναιρεσειόντων, άλλωστε η αντιφατικότητα κυρίας και επικουρικής αιτιολογίας δεν καθιδρύει, σε κάθε περίπτωση, τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως. Κατά τα λοιπά δε και υπό την επίκληση πλημμέλειας από τους αριθ. 1 και 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου ο δέκατος έκτος λόγος αναιρέσεως, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον οι διατάξεις των ως άνω άρθρων δεν εφαρμόζονται για την ερμηνεία των γεγονότων, ως περιστατικών του εξωτερικού κόσμου, τα οποία στοιχειοθετούν τα εγκλήματα των άρθρων 361, 362 και 361 ΠΚ. Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο, ως άνω λόγο (δέκατο έκτο), ως και τους δεύτερο, τέταρτο και όγδοο λόγους αναιρέσεως, αιτιάσεις, σχετικά με την λήψη υπόψη από το Εφετείο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, και έτσι έγινε επιβλαβέστερη η θέση των αναιρεσειόντων, γιατί έγινε δεκτό ότι αυτοί είχαν συνεννοηθεί για την σύνταξη και την εν συνεχεία κατάθεση της επιστολής και περαιτέρω ότι η ενάγουσα έτσι εμφανίζεται, ως αδίστακτο άτομο που μετέρχεται παράνομες ενέργειες, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθ' όσον το εφετείο προέβη, στο ως άνω συμπέρασμα από την εκτίμηση των αποδείξεων, αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες της αποφάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, συνεπεία των διαλαμβανομένων στην έφεση της αναιρεσείουσας λόγων της εφέσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την εκδίκαση της υποθέσεως κατ' ουσίαν, σύμφωνα με το άρθρο 536 1 & 2 ΚΠολΔ. IV). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και δωδέκατο επίσης λόγους της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η από την παραπάνω διάταξη πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην ανωτέρω παραδοχή του για την αποδοχή της ένδικης αγωγής, μετ' απόρριψη των περί αντιθέτων ισχυρισμών και ενστάσεων των αναιρεσειόντων, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει οι αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως να απορριφθούν ως αβάσιμοι. V). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ. Εξ' άλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκείμενη περίπτωση με τους τρίτο, πέμπτο και δέκατο όγδοο λόγους αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο μέρος τους, λόγους της αίτησης προβάλλεται η από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) το από 4.12.2002 έγγραφο του αδελφού των αναιρεσειόντων Γ., β) την από 20.1.2003 επιστολή του Μ. Χ., γ) τις από 14.4.1983 και 22.6.1987 διαθήκες της μητέρας της πρώτης αναιρεσείουσας, ως και το .../1993 συμβόλαιο γονικής παροχής της σ/φου Αθηνών Μαρίας Κούσουλα, και δ) τις καταθέσεις των μαρτύρων αναταποδείξεως, που προσκομίσθηκαν, μετ' επίκληση, προς των προς απόκρουση της αγωγής ισχυρισμών των αναιρεσειόντων. Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου....και από τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα παραπάνω έγγραφα και τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, ουδεμία δε υποχρέωση είχε να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτά ή και την επιρροή τους στα αποδεικτέα θέματα. Κατά τα λοιπά και υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 11 περ.γ' άρθρ. 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Εξάλλου οι τρίτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη της αναφερομένης στους λόγους αυτούς δικαστικής ομολογίας της αναιρεσίβλητης, σχετικά με την ανυπαρξία ευθύνης των αναιρεσειόντων για την προσκόμιση ενώπιον του δικαστηρίου της επίμαχης επιστολής, ως και της ελλείψεως προθέσεως αυτών να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθ' όσον από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, ως και των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, δεν συνάγεται ομολογία αυτής, για τα ως άνω περιστατικά που διαλαμβάνονται στους ως λόγους αναιρέσεως. VI). Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα εκ της κοινής πείρας, για την ανεύρεση, επί τη βάσει αυτών, της αληθούς εννοίας κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς. Από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως προς εκείνη του άρθρου 118 αριθμ. 4 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει αφενός μεν να προσδιορίζονται τα επικαλούμενα διδάγματα, αφετέρου δε να εκτίθεται η δοθείσα από το δικαστή της ουσίας έννοια στον κανόνα δικαίου, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του ορθή έννοια αυτού, η προκύπτουσα από τα επικαλούμενα διδάγματα, τα οποία είτε πλημμελώς χρησιμοποίησε, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει το δικαστήριο. Με τον δέκατο πέμπτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Όμως τα ως άνω στοιχεία δεν περιλαμβάνει ο προεκτεθείς λόγος αναιρέσεως, στον οποίο γίνεται αορίστως επίκληση παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, πλέον του ότι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι η αποδιδομένη με αυτόν αιτίαση αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 24.11.2010 αίτηση αναίρεσης των Ε. Β. -Λ. κ.λ.π, για αναίρεση της 4984/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ