Αριθμός 1368/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ά. Ν.(A. N.) του Σ.(S.) και 3) Κ. Κ. κατοίκων ... που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ζαχαρούλας Καλύβα, η οποία αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε ότι διορθώνει το αιτητικό της υπό κρίση αναίρεσης, όπου λανθασμένα αναγράφεται ο αριθμός της προσβαλλόμενης απόφασης 1823/2020, αντί του ορθού 182/2020 και δεν κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσίβλητων: 1) Χ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και 2) Α.-Β. Δ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Μαυρογάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις (3) από 10-10-2016 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 6537/20168 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2339/2019 μη οριστική και 182/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-3-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε, την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτησή την επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολιπομένου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ1695/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 10064Γ'/11.5.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Μ. Α.. Δ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο της 4.10.2022, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην 1η αναιρεσίβλητη Χ. Δ. με επιμέλεια των αναιρεσειόντων. Εξ άλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την εν λόγω δικάσιμο της υπόθεσης η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο. Πρέπει όμως, να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Με την από 3.3.2020 και με αριθμό κατάθ. 699/67/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών εκδοθείσα με αριθμ. 182/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 6.7.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ.15742/2781/6.7.2018) έφεση της εναγομένης και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης Α. - Β. Δ. και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 6537/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές κατ' ουσία οι με αριθμό κατάθ. 16732/2016, 16733/2016 και 16735/2016 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, απορρίφθηκαν αυτές ως αβάσιμες κατ' ουσία και β) έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 4.7.2018 (αριθμό εκθ. καταθ. 15792/2786/6.7.2018) έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ παρέχεται λόγος αναίρεσης αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά την παρ. 2 της ίδιας διάταξης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά τη κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στη πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρεία αμέλεια. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 του ιδίου Κώδικα. Επομένως στην εργατική διαδικασία ο διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί και προσκομίσει για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και νέα αποδεικτικά μέσα, όπως ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομοτύπως, είναι επιτρεπτή, στην κατ' έφεση δίκη, η λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, οι οποίες ελήφθησαν μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, κατόπιν τήρησης των τασσομένων από τις διατάξεις των άρθρων 421 -424 ΚΠολΔ, που προστέθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν.4335/2015, διατυπώσεων και προϋποθέσεων, άρα, και δη κατά μείζονα λόγο, και των ενόρκων βεβαιώσεων, που λήφθηκαν πριν από την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, έστω και μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 484/2019, 509/2011, 1633/2002, 586/2002, 884/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθμ. 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτοντας στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της, την υπ' αριθμ.10767/16.10.2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Αικατερίνης Αναστασιάδου, του μάρτυρα Ι. Π., η οποία, δόθηκε και προσκομίσθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (11.10.2017), εντός της τριήμερης προθεσμίας προσθήκης - αντίκρουσης, χωρίς να αιτιολογήσει τους λόγους για τους οποίους δέχθηκε αυτήν, παρόλο που αυτή δεν αφορούσε αντίκρουση ισχυρισμών της αντιδίκου τους που προτάθηκαν παραδεκτώς κατά τη συζήτηση. Πλην όμως το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη, προς μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και να μην αποκρούσει ως απαράδεκτη την μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα από την εναγομένη και ήδη 2η αναιρεσίβλητη, προρρηθείσα ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι. Π., η οποία, δόθηκε και προσκομίσθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (11.10.2017), εντός της τριήμερης προθεσμίας προσθήκης - αντίκρουσης, ύστερα από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος περί του τόπου και χρόνου λήψης αυτής που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με αριθμό 6537/2018 πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει. Είναι δε αδιάφορο εάν η ένορκη αυτή βεβαίωση, ως εκ του περιεχομένου της, μπορούσε παραδεκτώς να ληφθεί υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 11 περ. α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, προσάπτοντας στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη της, την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, χωρίς να αιτιολογήσει τους λόγους για τους οποίους δέχθηκε αυτήν, παρόλο που αυτή δεν αφορούσε αντίκρουση ισχυρισμών της αντιδίκου τους που προτάθηκαν παραδεκτώς κατά τη συζήτηση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 11770/20.3.1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1.1.1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας, δηλαδή απασχολήσεως του μισθωτού πέρα από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών ανώτατης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και, συνεπώς, ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, νόμιμης ή παράνομης, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια απασχόληση του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ν.δ. 515/1970, αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (ΑΠ 732/2018, ΑΠ 684/2017, ΑΠ 314/2017, ΑΠ 534/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, όπως αυτό ισχύει μετά τη διαδοχική αντικατάστασή του με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 (με έναρξη ισχύος από 1.10.2005) και 74 παρ.10 του ν. 3863/2010 (με έναρξη ισχύος από 15.7.2010), ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε πενθήμερη βάση και πέραν των 48 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε εξαήμερη βάση. Ο νόμιμος χρόνος ημερήσιας απασχόλησης και μετά τη νέα ρύθμιση, παραμένει η κύρια βάση του υπολογισμού των υπερωριών, αφού στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο (8ωρο για εξαήμερη και 9ωρο για πενθήμερη απασχόληση) διατηρούνται σε ισχύ. Συνεπώς, η απασχόληση πέραν των εννέα ή οκτώ ωρών ημερησίως (υπό το σύστημα του πενθημέρου ή εξαημέρου, αντίστοιχα) είναι πάντα υπερωρία, είτε νόμιμη είτε παράνομη, διότι υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας του νομίμου ημερήσιου ωραρίου. Το ύψος της αποζημίωσης για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση προσδιορίσθηκε αρχικά, με το άρθρο 4 παρ.5 του ν. 2874/2000, στο 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου και, στη συνέχεια, καθορίσθηκε η αποζημίωση για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (άρθρο 1 ν. 3385/2005). Με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.10 του ν. 3863/2010, η οποία ισχύει από 15.7.2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010), το ωρομίσθιο της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας μειώθηκε ως ακολούθως: α) για τις ώρες της υπερεργασίας (από την 41η έως και την 45η ώρα κάθε εβδομάδας επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και συμβατικό ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως), η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, β) για τις ώρες της νόμιμης υπερωρίας μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως ανέρχεται σε ποσοστό 40% και για την πέραν των 120 ωρών ετησίως σε ποσοστό 60% και γ) για κάθε ώρα κατ' εξαίρεση υπερωριακής εργασίας η δικαιούμενη αποζημίωση του εργαζομένου ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (ΑΠ 1582/2018, 288/2018, 1109/2017). Για τον προσδιορισμό της αμοιβής του εργαζομένου, σε περίπτωση παροχής από αυτόν υπερεργασίας ή υπερωριακής εργασίας, θα πρέπει να εξευρεθεί το ωρομίσθιο. Για την εξεύρεση του ωρομισθίου ακολουθείται η μέθοδος που καθορίζει η Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., της 26.2.1975 (άρθρο 5). Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, το ωρομίσθιο, μετά την καθιέρωση, με τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., των 40 ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης, υπολογίζεται ως εξής: α) Για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό διαιρούμε τις εβδομαδιαίες αποδοχές, δηλαδή τα 6/25 του μηνιαίου μισθού, συμφωνημένου ή νομίμου με το 40, που είναι ο αριθμός των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας. Απλούστερα, το ωρομίσθιο μπορεί να βρεθεί πολλαπλασιάζοντας το μηνιαίο μισθό με το συντελεστή 0,006. Ο συντελεστής αυτός είναι το πηλίκο της διαίρεσης του 6/25 με το 40. Για όσους εργαζόμενους ισχύει και εφαρμόζεται εβδομαδιαίο ωράριο μικρότερο των 40 ωρών, ο διαιρέτης ορίζεται ίσος προς τον αριθμό των λιγότερων αυτών ωρών εβδομαδιαίας εργασίας, β) Για τους εργαζόμενους που αμείβονται με ημερομίσθιο, πολλαπλασιάζουμε το ημερομίσθιο με τον αριθμό των εργασίμων ημερών της εβδομάδας που είναι 6, και στη συνέχεια το διαιρούμε με το 40. Μπορεί δε, να βρεθεί απλούστερα, πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο με τον αριθμό 0,15, που είναι ο συντελεστής αναγωγής του ημερομισθίου σε ωρομίσθιο για 40 ώρες απασχόλησης. Εάν η εβδομαδιαία απασχόληση είναι μικρότερη των 40 ωρών, ισχύει ότι και για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό. Ο τρόπος αυτός υπολογισμού του ωρομισθίου ισχύει τόσο για τους μισθωτούς με απασχόληση 6 ημερών των εβδομάδα όσο και για εκείνους για τους οποίους εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008, 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη Χ. Δ. και ήδη 1η αναιρεσίβλητη, με το από 29.4.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, μίσθωσε έναν χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, που βρίσκεται στην οδό Δ. αριθμ. …, στην Θ., για να τον χρησιμοποιήσει, για την άσκηση της επαγγελματικής της δραστηριότητας και δήλωσε στην αρμόδια ΔΟΥ τη μεταβολή της έως τότε επιχειρηματικής της δραστηριότητας, λαμβάνοντας κωδικούς, που αντιστοιχούν σε υπηρεσίες στάθμευσης αυτοκινήτων, με έναρξη εργασιών την 2.5.2011. Στις 24.9.2012 εξουσιοδότησε τον πατέρα της Ι. Δ. και την μητέρα της Δ. Δ., να ενεργούν, αντί γι' αυτήν και για λογαριασμό της, από κοινού ή ο καθένας χωριστά, για την ως άνω ατομική της επιχείρηση, καθώς και να την εκπροσωπούν έναντι τρίτων. Με την ως άνω εξουσιοδότηση ο Ι. Δ. συμμετείχε στην καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης, ενεργώντας, για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης. Περαιτέρω, για τις ανάγκες της ως άνω επιχείρησής της, η πρώτη εναγομένη προσέλαβε τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ειδικότερα, τους Κ. Π. και Α. Ν. (A. N.) την 8.7.2011, τον δε, Κ. Κ., την 01.12.2011, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστούν ως παρκαδόροι - οδηγοί, στην επιχείρηση εκμετάλλευσης του ως άνω χώρου στάθμευσης. Στη σύμβαση αυτή καταγράφηκε, ότι οι ενάγοντες θα εργάζονταν πέντε ημέρες την εβδομάδα και 40 ώρες εβδομαδιαία, για οκτώ ώρες ημερησίως, συμφωνήθηκαν, δε, οι αποδοχές, για την εργασία αυτή, ύψους 989,21 € μηνιαίως, οι οποίες ήταν σαφώς υπέρτερες των ελαχίστων ορίων, που ορίζονταν από την ΕΓΣΣΕ. Στις 1.9.2014, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε την επιχείρηση στη δεύτερη εναγομένη αδερφή της και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη και παράλληλα έκανε διακοπή εργασιών από την επαγγελματική αυτή δραστηριότητά της, η δε, δεύτερη εναγομένη συνέχισε την άσκηση της ιδίας ακριβώς επαγγελματικής δραστηριότητας, διαδεχόμενη, με τον τρόπο αυτό, την προηγούμενη εργοδότρια των εναγόντων, χωρίς καμία απολύτως μεταβολή στο εργασιακό καθεστώς αυτών, μέχρι τις 22.10.2014, οπότε η δεύτερη εναγομένη τους απέλυσε....Ότι η ανωτέρω επιχείρηση ήταν ανοικτή επτά ημέρες την εβδομάδα και όλο το εικοσιτετράωρο, το οποίο ήταν χωρισμένο σε τρεις βάρδιες 07.00-15.00, 15.00-23.00 και 23.00-07.00. Λόγω, δε, του αυξημένου φόρτου εργασίας στην πρώτη πρωινή βάρδια εργάζονταν, κατά τη διάρκεια αυτής, δύο εργαζόμενοι, ενώ στις υπόλοιπες από ένας. Στην επιχείρηση αυτή εργαζόταν, από τις 8.7.2011 και ο Ι. Π., πατέρας του ενάγοντα της πρώτης αγωγής, ως διευθυντής - παρκαδόρος, με προϋπηρεσία 20 περίπου ετών σε επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών πάρκινγκ. Οι ενάγοντες παρκαδόροι, εργάζονταν με πρόγραμμα, που ήταν σταθερό και περιλάμβανε έξι ημέρες εργασίας με 45 ώρες εργασίας, από καθέναν και τις υπόλοιπες ώρες κάλυπτε ο Ι. Π., ο οποίος εργαζόταν με ευέλικτο ωράριο, χωρίς να χρειάζεται οι ενάγοντες να υπερβαίνουν το ως άνω ωράριό τους. Μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε, ότι στις καταβαλλόμενες, επιπλέον των νομίμων αποδοχών τους, θα καταλογίζονται και οι οφειλόμενες, στους ενάγοντες, αμοιβές, για την υπερεργασιακή τους απασχόληση, καθώς και για την απασχόλησή τους στο χρονικό διάστημα, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας με την τυχόν οφειλόμενη αμοιβή, για την Κυριακή και την νύχτα. Η ως άνω συμφωνία, η οποία είναι νόμιμη, αποδεικνύεται, από την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Π., λογιστή της δεύτερης εναγομένης, ο οποίος, ως εκ της ιδιότητάς του αυτής έχει άμεση και προσωπική αντίληψη των πραγμάτων. Η πειστικότητα της καταθέσεως, του εν λόγω μάρτυρα, ενισχύεται και από τις εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας, που επικαλείται και προσκομίζει η δεύτερη εναγόμενη, στις οποίες, για την απασχόληση των εναγόντων, μέχρι την 30.11.2012, δηλαδή, υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτυπώνεται διάκριση τυχόν επιμέρους αμοιβών, αλλά, μόνο, τα τακτικά ημερομίσθια, δηλαδή, δεν υπάρχουν έντυπες στήλες, για αμοιβή, για όλες τις άλλες πιθανές περιπτώσεις (όπως νυκτερινή εργασία, υπερωρίες, εργασία, κατά τις Κυριακές και αργίες, νυκτερινή εργασία, κατά τις Κυριακές, νυκτερινές υπερωρίες), ενώ από την 1.12.2012 υπάρχουν συμπληρωμένες οι αντίστοιχες έντυπες στήλες, χωρίς η απόδειξη αυτή να ανατρέπεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Το γεγονός, δε, ότι με το έντυπο της γνωστοποίησης όρων ατομικής σύμβασης εργασίας αναφέρεται επί λέξει "Η συλλογική σύμβαση με την οποία πληρώνεστε είναι οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών με υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη ως δύο χρόνια", η οποία έλαβε χώρα, όχι, γιατί δέσμευε τα συμβαλλόμενα μέρη, αλλά, ως σημείο αναφοράς, για τον, συμβατικά, συμφωνημένο μισθό των ανωτέρω, ουδόλως αλλάζει την πιο πάνω πραγματική κατάσταση, δηλαδή, της συμφωνίας, μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης, περί καταλογισμού των αμοιβών αυτών, με τις υπέρτερες, των νομίμων, καταβαλλόμενες αποδοχές. Ενόψει τούτων, κατ' αποδοχή, ως προς αυτά, της σχετικής ένστασης της δεύτερης εναγόμενης περί συμψηφισμού, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που νόμιμα επαναφέρει, με λόγο της έφεσής της, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, δεν οφείλει η δεύτερη εναγόμενη στους ενάγοντες, κάποιο ποσό, για τις ίδιες ως άνω αιτίες. Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης της δεύτερης εναγομένης εργοδότριας πρέπει να γίνει δεκτός, ως κατ' ουσίαν βάσιμος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι τα οικονομικά δεδομένα της επιχείρησης, όπως αυτά διαμορφώθηκαν από 1.12.2012, επέβαλαν, πλέον, τη λήψη πρόσθετων μέτρων. Η εργοδότρια, από τότε και εντός του κανονιστικού πλαισίου της διάταξης του άρθρου 2 πράξης Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 6/28.2.2012 "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 4046/2012" και του Ν. 4093/2012, προσάρμοσε - μείωσε τον μισθό των εναγόντων - εργαζομένων της, που ελάμβαναν αποδοχές υπέρτερες των νομίμων, στον ποσό των 710 ευρώ, οι οποίοι εξακολούθησαν, δε και μετά από αυτήν την μεταβολή, αδιαμαρτύρητα να προσφέρουν, για μακρύ χρονικό διάστημα, έως την 14η Οκτωβρίου του έτους 2014, που προσέφυγαν στην επιθεώρηση εργασίας, τις υπηρεσίες τους στην εργοδότριά τους, καταρτισθείσας, έτσι, επιτρεπτά, σιωπηρής σύμβασης μείωσης των αποδοχών τους, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η δεύτερη εναγόμενη εργοδότρια. Τον όρο αυτό, τον είχαν αποδεχθεί, σιωπηρά, οι εργαζόμενοι, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από τις καταστάσεις μισθοδοσίας τους δεν θίγονταν τα κατώτατα όρια αμοιβών, για την απασχόλησή τους τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες, διότι τους καταβάλλονταν η επιπλέον αμοιβή. Συνακόλουθα, δεν επρόκειτο, για μονομερή μείωση του συμβατικού μισθού και δεν υφίσταται περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας των εναγόντων. Τα παραπάνω προκύπτουν, σαφώς, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν με επιμέλεια της δεύτερης εναγομένης, τόσο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσο και στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση. Επομένως, η εκκαλούμενη εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν δέχθηκε, ότι υπήρξε σχετική, τροποποιητική σύμβαση, κατά τον βάσιμο, περί τούτου, τρίτο λόγο της έφεσης της δεύτερης εναγομένης. Ακολούθως, για την διαδρομή της εργασιακής σχέσης των εναγόντων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο Ι. Π. ήταν ο υπεύθυνος της επιχείρησης. Αυτός απέδιδε τις ημερήσιες και μηνιαίες εισπράξεις από τους πελάτες του πάρκινγκ, στον πατέρα των εναγομένων Ι. Δ., ιατρό, ο οποίος ήταν και ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, που στέγαζε την επιχείρηση πάρκινγκ, στην οδό Δ. αριθμ. 4, στην Θ., παράλληλο της οδού Α., στο κέντρο της πόλης. Ο Ι. Π., καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του, διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον Ι. Δ., αφού ήταν φίλοι, χωρίς καμία απολύτως μεταβολή στο εργασιακό καθεστώς αυτού, μέχρι τις 22.10.2014, οπότε η δεύτερη εναγομένη τον απέλυσε. Μάλιστα, ο ιατρός πατέρας των εναγομένων Ι. Δ.ς είχε τεράστια οικονομική επιφάνεια, ήτοι, διαμερίσματα στην οδό Α., όπου διέμενε ο ίδιος, σπίτια στο Πανόραμα, ισόγεια καταστήματα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, το επίδικο πάρκινγκ, καταθέσεις σε τράπεζες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και λόγω της εξαιρετικής σχέσης, που είχε με τον πατέρα του πρώτου ενάγοντα, δεν δικαιολογείται η μη καταβολή της επίδικης αμοιβής, επί τρία ολόκληρα έτη και συγκεκριμένα αμοιβή 16 ωρών εβδομαδιαίως, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία των εναγόντων και χωρίς οποιαδήποτε διατάραξη των συνομολογουμένωv εξαιρετικά φιλικών σχέσεών τους. Ειδικότερα, οι ενάγοντες δεν εξέφρασαν οποιαδήποτε διαμαρτυρία, παρότι από το 2011, οπότε προσλήφθηκαν λόγω των φιλικών μεταξύ τους σχέσεων και τον σύνδεσμο φιλίας του πατέρα του πρώτου εξ αυτών με τον Ι. Δ., εξαναγκάζονταν, δήθεν, σε παράνομη υπεραπασχόληση, χωρίς να έχουν, καθόλου, ελεύθερο χρόνο ετησίως και χωρίς καμία αντίδραση, επί τρία χρόνια. Και, μόνο, λίγο μετά το θάνατο του Ι. Δ.υ (2014) και αφού ανέλαβε την επιχείρηση πάρκινγκ η δεύτερη εναγομένη Α. Δ., προσέφυγαν οι ενάγοντες, μαζί με τον διευθυντή - παρκαδόρο του πάρκινγκ στην Επιθεώρηση Εργασίας, διεκδικώντας χρήματα, που επί τρία έτη δεν τους καταβλήθηκαν. Ειδικότερα, οι ενάγοντες προσέφυγαν, για πρώτη φορά στην Επιθεώρηση Εργασίας, με την από 13.10.2014 αίτησή τους και συντάχθηκε το από 14.10.2014 δελτίο εργατικής διαφοράς, στις 16.3.2015 στο ΙΚΑ Θεσσαλονίκης και τέλος στις 28.12.2016 κατέθεσαν τις επίδικες αγωγές, δικαιολογώντας την ως άνω έλλειψη διαμαρτυρίας και αντίδρασης στην μη καταβολή των δεδουλευμένων τους, στην εμπιστοσύνη, που είχαν στον Ι. Δ., ότι θα εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους, αντιφάσκοντας με τον εαυτό τους, όταν υποστηρίζουν, ότι τους εξανάγκαζε η εργοδότρια Χ. Δ. να εργάζονται παραπάνω από το ωράριο τους, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη τους. Περαιτέρω, από την 1.9.2014, που ανέλαβε την επιχείρηση η Α. Δ., η οποία είναι μητέρα τριών ανήλικων τέκνων, πτυχιούχος Γεωλογίας με μεταπτυχιακό δίπλωμα στο τμήμα Βιολογίας του ΑΠΘ και υποψήφια διδάκτωρ στο τμήμα Βιολογίας του ΑΠΘ και η οποία δεν είχε οποιαδήποτε εμπειρία στη διεύθυνση και τη διαχείριση του πάρκινγκ, άρχισε να επισκέπτεται τον χώρο, για να ενημερωθεί, για την πορεία της επιχείρησης και την λειτουργία της. Έτσι, ζήτησε από τον διευθυντή να της παρουσιάζει και να της αποδίδει καθημερινά τα έσοδα του ταμείου, ενώ παράλληλα επιχείρησε κάποιες αλλαγές στην καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης, όπως την απαγόρευση του καπνίσματος, εντός της επιχείρησης κ.λ.π. Στην προσπάθειά της αυτή συνάντησε την άρνησή του, ο οποίος αφενός προφασιζόταν διάφορες δικαιολογίες και δεν συμμορφωνόταν με τις εντολές της και αφετέρου απευθυνόταν, προς αυτήν, με υπονοούμενα, ότι λόγω της απειρίας της δεν μπορούσε να διαχειριστεί την επιχείρηση και θα ήταν καλύτερα να παραχωρήσει σε αυτόν ολόκληρη τη διαχείριση της επιχείρησης, αποδίδοντάς της ένα ποσοστό κέρδους. Η εναγόμενη, όμως, απαίτησε να λειτουργήσει η επιχείρηση με το δικό της τρόπο και να έχει τον πλήρη έλεγχο των οικονομικών της, οπότε η στάση του διευθυντή και των εργαζομένων εναγόντων, έγινε επιθετική. Ακολούθως, όλοι τους προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας, ζητώντας τα κονδύλια, που αναφέρουν στην αγωγή. Σημειώνεται, ότι έγινε τρεις φορές έλεγχος του ΙΚΑ στην επιχείρηση, χωρίς να διαπιστωθεί, οποιαδήποτε, παράβαση, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 404769/9.9.2016 και 458/16.6.2016 δελτία ελέγχου του ΙΚΑ. Ακόμη, ότι ο Ι. Π., ο οποίος κατέθεσε και αυτός ένδικη αγωγή, ζήτησε επανειλημμένα να αποκτήσει την επιχείρηση πάρκινγκ, με αντάλλαγμα την παραίτησή του, καθώς και από την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης αγωγής των εδώ εναγόντων - υπόλοιπων τριών υπαλλήλων της επιχείρησης, καθώς και την παραίτηση από την καταγγελία τους στο ΙΚΑ. Ακολούθως, ο ενάγων της πρώτης αγωγής Κ. Π. απέκτησε την επιχείρηση πάρκινγκ, που βρίσκεται στην παραλιακή οδό Λ. Ν. …, η οποία απέχει 15 μέτρα από την επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει, ότι οι ενάγοντες δεν έχουν οποιαδήποτε απαίτηση κατά της εκκαλούσας - δεύτερης εναγομένης από την απασχόλησή τους στην επιχείρηση πάρκινγκ. Ειδικότερα αποδείχθηκε: α) από τους υπ' αριθμ. πρωτ. 12392/22.7.2011, 26287/14.11.2011, 29317/5.12.2011 και 29027/12.11.2012 πίνακες προσωπικού και ωρών εργασίας, προκύπτει, ότι οι ενάγοντες εργάζονταν, επί συστήματος πενθήμερης εργασίας 45 ώρες εβδομαδιαίως μέχρι την 30.11.2012 και ελάμβαναν αμοιβή, για το σύνολο της εργασίας τους το ποσό των 989,21 ευρώ μηνιαίως, ήτοι, ποσό, σαφώς, ανώτερο των νομίμων αποδοχών τους, β) ο νόμιμος μισθός των εναγόντων καθοριζόταν, από την ισχύουσα ΕΓΣΣΕ, διότι δεν υπήρχε υποχρεωτική ισχύουσα ΣΣΕ ή ΔΑ, η εναγόμενη εργοδότρια δεν ήταν μέλος του αντίστοιχου σωματείου εργοδοτών και δεν αποδείχθηκε συμφωνία των διαδίκων, που να καθορίζει τον μισθό των ενάγοντων, με οποιαδήποτε ΣΣΕ η ΔΑ, αλλά, αντίθετα, συμφωνήθηκε, ρητά, ο μισθός τους να ανέρχεται σε 989,21 ευρώ, κατά τα προαναφερθέντα, ποσό, που υπερβαίνει την νόμιμη αμοιβή τους, γ) στην επιχείρηση υπήρχε και ακόμη ένας εργαζόμενος, απασχολούμενος 40 ώρες εβδομαδιαίως, που όμως περιελάμβανε και Σάββατα ή Κυριακές, ο οποίος κάλυπτε τις βάρδιες, μαζί με τους ενάγοντες, χωρίς να χρειάζονται αυτοί να υπερβαίνουν το ως άνω ωράριο τους, δ) η συμφωνία, για συμψηφισμό, στις υπέρτερες των νομίμων αποδοχών των ενάγοντων, των αξιώσεών τους, για την εργασία, κατά τις Κυριακές και την νύχτα, ε) οι ενάγοντες συμφώνησαν τον μισθό τους, γνωρίζοντας, επακριβώς, τις ανάγκες της επιχείρησης και τον χρόνο, που θα απασχολούντο, στ) το πάρκινγκ της επιχείρησης είχε 40 περίπου θέσεις, εκ των οποίων οι 30 είναι μόνιμες και συνεπώς η ανάγκη διπλοβάρδιας, κατά τις πρωινές ώρες καλύπτονταν, με την πεντάωρη εργασία από τις 09:00 έως 14:00, ζ) από τους με αριθμ. πρωτ. 32529/4.12.2012, ΠΠ199099/2.5.2013, Π937667/31.10.2013, ΠΠ607483/30.5.2014, ΠΠ1045509/1.9.2014 πίνακες προσωπικού και ωρών εργασίας της επιχείρησης, προκύπτει ότι οι ενάγοντες εργάζονταν από την 1.12.2012 επί 6ημερου και 45 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ από τις αντίστοιχες καρτέλες αποδοχών του συνόλου του προσωπικού, που προσκόμισε η επιχείρηση στην αρμόδια Επιθεώρηση εργασίας, κατά τη συζήτηση της προσφυγής τους και αναγνώρισαν αυτοί, ως καταβληθείσες, δεν προέκυψαν οφειλές της επιχείρησης, η) ότι από 1.12.2012 οι ενάγοντες αποδέχτηκαν την τροποποίηση της εργασιακής τους σύμβασης, για μείωση των αποδοχών τους και επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος, για μονομερή βλαπτική μεταβολή της, από μέρους της εργοδότριας, ενόψει του ότι η ως άνω τροποποιητική σύμβαση δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου και αυτοί εξακολούθησαν, αδιαμαρτύρητα, να προσφέρουν, για μακρύ χρονικό διάστημα (εύλογο χρόνο) τις υπηρεσίες τους με τη μεταγενέστερη αυτή συμφωνία". Στη συνέχεια το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς τη δεύτερη εναγομένη και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την προαναφερθείσα αγωγή, απέρριψε αυτή ως ουσία αβάσιμη. Με την ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις για υπερεργασία και για απασχόληση κατά Κυριακές και νύχτα, καθ' όσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συμφωνίας για αλλαγή του χρόνου και του ωραρίου της εργασίας των αναιρεσειόντων από πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα και οκτώ (8) ώρες ημερησίως σε έξη (6) ημέρες και σαράντα πέντε (45) ώρες την εβδομάδα και κάλυψη κάθε αξίωσής τους για υπερεργασία και απασχόλησή τους για Κυριακή και νύχτα από τον μισθό τους ύψους 989,21 ευρώ και της συμφωνίας για μείωση των αποδοχών τους για το χρονικό διάστημα από 1.12.2012 έως Οκτώβριο του έτους 2014 στο ποσό των 710,00 ευρώ, με αποτέλεσμα να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, ειδικότερα δε δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσειόντων, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: α) ότι οι ενάγοντες παρκαδόροι - αναιρεσείοντες εργάζονταν επί συστήματος πενθήμερης εργασίας 45 ώρες εβδομαδιαίως μέχρι την 30.11.2012 και ελάμβαναν αμοιβή, για το σύνολο της εργασίας τους το ποσό των 989,21 ευρώ μηνιαίως, ήτοι, ποσό, σαφώς, ανώτερο της νόμιμης αμοιβής τους κατά την ΕΣΣΕ, β) ότι υπήρχε συμφωνία για συμψηφισμό, στις υπέρτερες των νομίμων αποδοχών των ενάγοντων, των αξιώσεών τους, για την εργασία, κατά τις Κυριακές και τη νύχτα, γ) ότι οι ενάγοντες εργάζονταν από την 1.12.2012 επί 6ημερου και 45 ώρες εβδομαδιαίως, και αναγνώρισαν κατά την προσφυγή τους στην Επιθεώρηση Εργασίας ότι δεν προέκυψαν οφειλές της επιχείρησης και δ) ότι από 1.12.2012 οι ενάγοντες αποδέχτηκαν την τροποποίηση της εργασιακής τους σύμβασης, για μείωση των αποδοχών τους και επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος, για μονομερή βλαπτική μεταβολή από μέρους της εργοδότριας, μη αντικειμένης σε απαγορευτική διάταξη νόμου και εξακολούθησαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για μακρύ χρονικό διάστημα. Ούτω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απασχόλησης των αναιρεσειόντων από 1.12.2012 με πρόγραμμα, που ήταν σταθερό και περιλάμβανε έξι ημέρες εργασίας με 45 ώρες εργασίας εβδομαδιαίως από καθέναν και συμφωνία ότι στις καταβαλλόμενες, επιπλέον των νομίμων αποδοχών τους, θα καταλογίζονται και οι οφειλόμενες, στους ενάγοντες, αμοιβές, για την υπερεργασιακή τους απασχόληση, καθώς και για την απασχόλησή τους στο χρονικό διάστημα, υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας με την τυχόν οφειλόμενη αμοιβή, για την Κυριακή και τη νύχτα. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς προαναφερθέν διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός δεύτερος λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως , με τον οποίο προβάλλεται τέτοια αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη (Ολ ΑΠ 8/2016). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, 1557/2018, 1349/2017). Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη του: α) τις έγγραφες συμβάσεις εργασίας τους και β) τους πίνακες παροχής εργασίας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπ' όψη πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και τα επικαλούμενα ως άνω έγγραφα με ρητή μάλιστα αναφορά στους πίνακες προσωπικού και ωρών εργασίας της επιχείρησης. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθ' όσον η 1η αναιρεσίβλητη, λόγω της ερημοδικίας της δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (ΑΠ 824/2013). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3.3.2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. 699/67/2020) αίτηση αναιρέσεως. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσίβλητης - Α. - Β. Δ. ποσού χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ