Αριθμός 1046/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Θ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Κυριακόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1399/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Δ. Ι. του Λ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουνίου 2013 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 964/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του αρ.314 παρ.1 εδ.α του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών" και, κατά τη διάταξη του αρ.28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη, κατά τα άρθρα 90 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στην απόφαση, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην περί ενοχής ή αθώωσης του κατηγορουμένου κρίση του δικαστηρίου, αλλά πρέπει να επεκτείνεται και σε όλες της αποφάσεις του, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ή ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις (ΚΠΔ 352, 353), πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διαφορετικά το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στο αόριστο αυτό αίτημα. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 1399/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων στην αρχή του σκεπτικού αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Στις 27.7.2006 και περί ώρα 16:10 περίπου, ο πολιτικώς ενάγων, Δ. Ι., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της Σ. Μ., εκινείτο επί της Παλαιάς Εθνικής Οδού Καβάλας-Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς Καβάλα. Κατά τον ίδιο χρόνο, στην ίδια οδό και με αντίθετη κατεύθυνση (προς Θεσσαλονίκη), εκινείτο ο κατηγορούμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, στο οποίο επέβαινε, στη θέση του συνοδηγού, η σύζυγο του, Μ. Γ.. Η ως άνω οδός στο 42,8 χιλιομετρικό σημείο, παρουσιάζει δεξιά στροφή, σε σχέση με την πορεία του πολιτικώς ενάγοντος και αριστερή σε σχέση με την πορεία του κατηγορουμένου, έχει μια λωρίδα κυκλοφορίας, ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος 7,90 μέτρα (3,95 το κάθε ρεύμα), το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται στα 90 χ/ω. Όταν τα ανωτέρω οχήματα έφτασαν στο ως άνω χιλιομετρικό σημείο της προαναφερόμενης οδού και ενώ ο κατηγορούμενος, κινούμενος με ταχύτητα περίπου 70 χ/ω, άρχισε να πραγματοποιεί την αριστερή, σε σχέση με την πορεία του στροφή, λόγω έλλειψης της απαιτούμενης επιμέλειας και προσοχής κατά την οδήγηση, έχασε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του και διαβαίνοντας ανεπίτρεπτα την υπάρχουσα επί του κέντρου του οδοστρώματος διπλή συνεχή διαγράμμιση, εισήλθε στο οδόστρωμα το προοριζόμενο για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πολιτικώς ενάγων, εντός του ρεύματος πορείας του τελευταίου (πολιτικώς ενάγοντος), σε απόσταση περίπου 0,50 μ. από την διπλή συνεχή διαγράμμιση, κατά τη στιγμή που ο πολιτικώς ενάγων, αντιληφθείς τον κατηγορούμενο εντός του ρεύματος πορείας του και σε απόσταση περίπου 10 μέτρων, λόγω της υπάρχουσας στροφής που περιόριζε την ορατότητα, επιχειρούσε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, με περαιτέρω συνέπεια, μεταξύ άλλων, τον τραυματισμό του πολιτικώς ενάγοντος, οποίος υπέστη κάταγμα Οο11θ5 δεξιάς πηχεοκαρπικής. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, κρίνεται ότι το επίδικο ατύχημα και ο εντεύθεν τραυματισμός του πολιτικώς ενάγοντος οφείλονται αποκλειστικά σε αμέλεια του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, η αμέλειά του συνίσταται στο ότι αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ασκούσε την αναγκαία επί της οδού και του οχήματος του εποπτεία και σε σημείο της οδού όπου υπήρχε αριστερή, σε σχέση με την πορεία του στροφή, με περιορισμένη ορατότητα, με αποτέλεσμα να απωλέσει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του και, διαβαίνοντας ανεπίτρεπτα την υπάρχουσα επί του κέντρου του οδοστρώματος συνεχή διπλή διαγράμμιση, να εισέλθει στο οδόστρωμα που προοριζόταν για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, με περαιτέρω συνέπεια την σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων και τον ως άνω τραυματισμό του πολιτικώς ενάγοντος, αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο οφείλεται στην ως άνω αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, την οποία αυτός δεν πρόβλεψε, αν και όφειλε και μπορούσε να προβλέψει. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν αδιαμφισβήτητα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και ειδικότερα την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος, σε συνδυασμό με τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και ειδικότερα την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, όπου αποτυπώνονται οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως περιγράφηκαν ανωτέρω, αλλά και από την από 28.7.2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, του διορισθέντος, μετά από παραγγελία του Τμήματος Τροχαίας Ασπροβάλτας Ν. Θεσσαλονίκης, Ν. Κ., μηχανολόγου-μηχανικού, Π.Ε. πραγματογνώμονα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, ο οποίος αποφαίνεται ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα εντός του ρεύματος πορείας του πολιτικώς ενάγοντος (προς Καβάλα) και σε απόσταση περίπου 0,50 μ. από τη διπλή συνεχή διαγράμμιση, αφού στο σημείο αυτό βρέθηκαν οι πιο βαθιές χαραγές. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί σε αντίθετη κρίση, ότι δηλαδή το ατύχημα έγινε στο ρεύμα πορείας του κατηγορουμένου, όπως εκτιμά ο πραγματογνώμονας, Α. Μ., στην από 30.3.2007 έκθεση έρευνας και ανάλυσης οδικού τροχαίου ατυχήματος, καθόσον στην εν λόγω έκθεση διαφαίνεται προσπάθεια συμπόρευσης αυτού με τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου, κατ' εντολή του οποίου και συνετάγη αυτή, η δε ύπαρξη χαραγών, που αποτυπώνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα εντός του ρεύματος πορείας του κατηγορουμένου, δεν αποδεικνύει από μόνη της και σύγκρουση εντός του ρεύματος αυτού, αφού αυτές (χαραγές), όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενος αποδεικτικά στοιχεία, προκλήθηκαν μετά τη σύγκρουση, από την πτώση επί του οδοστρώματος του καταστραφέντος κινητήρα του αυτοκινήτου του πολιτικώς ενάγοντος, το οποίο, μετά τη σύγκρουση, κινήθηκε εντός του αντιθέτου ρεύματος πορείας, όπου και ακινητοποιήθηκε. Ενισχυτικό της ως άνω κρίσεως του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι με την υπ' αριθμ. 2453/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κρίθηκε τελεσίδικα ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια του κατηγορουμένου, χωρίς η εν λόγω απόφαση να δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο με την έννοια του δεδικασμένου (βλ. Α.Π. 1778/2008 δημ. Τ.Ν.Π. Νόμος). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξεως της σωματικής βλάβης από αμέλεια, που του αποδίδεται, απορριπτόμενου του προβαλλόμενου από αυτόν αιτήματος αναβολής της δίκης, προκειμένου να κλητευθούν και προσέλθουν οι ως άνω πραγματογνώμονες, διότι το Δικαστήριο σχημάτισε εδραία δικανική πεποίθηση για την ουσία της υπόθεσης από τα υπάρχοντα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία". Στη συνέχεια, το δικάσαν δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της παραπάνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα του ότι: "Στο 42ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Θεσσαλονίκης-Καβάλας την 27/7/2006 από αμέλεια του, δηλαδή έλλειψης προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και προκάλεσε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του Δ. Ι.. Συγκεκριμένα ως οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου έβαινε επί της ως άνω οδού με κατεύθυνση από την Καβάλα προς τη Θεσσαλονίκη, δεν οδηγούσε όμως με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε την αναγκαία επί της οδού και του οχήματος του εποπτεία και σε σημείο της οδού όπου υπήρχε στροφή προς τα αριστερά, σε σχέση με την πορεία του, με ανεπαρκή ορατότητα και υπήρχε οριζόντια επί του οδοστρώματος διαγράμμιση αποτελούμενη εκ δύο συνεχών γραμμών, απώλεσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του και εισήλθε από εσφαλμένο χειρισμό στο οδόστρωμα που προοριζόταν για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, διαβαίνοντας τη διπλή συνεχή διαγράμμιση, αν και τούτο απαγορεύεται, δεν επανέφερε δε αμέσως το όχημα του στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας (προς Θεσσαλονίκη) και κινήθηκε στο αντίθετο ρεύμα χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να επιχειρήσει τούτο χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού και ειδικότερα του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Δ. Ι. κι εκινείτο κανονικά στην πορεία του επί της ως άνω οδού με κατεύθυνση από τη Θεσσαλονίκη προς την Καβάλα, με αποτέλεσμα το όχημα του κατηγορουμένου να ανακόψει αιφνίδια την πορεία του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και να συγκρουστεί με αυτό. Εξαιτίας της σύγκρουσης αυτής, που έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας από τη Θεσσαλονίκη προς την Καβάλα και οφειλόταν αποκλειστικά σε πλημμελή και εσφαλμένη οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου προκλήθηκε σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Δ. Ι., ο οποίος υπέστη κάταγμα Colles δεξιάς πηχεοκαρπικής". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου με την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που αναφέρθηκε πιο πάνω στο τέλος του σκεπτικού του, για την ουσία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του KΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς την ουσία της υποθέσεως, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18. εδ.γ' , 28, 314 παρ.1α του Π.Κ. τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα -εκπροσωπήθηκε ο κατηγορούμενος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, ως προς το είδος της αμέλειας του κατηγορουμένου, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι ο αναιρεσείων δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς εντεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ούτε ασκούσε την αναγκαία επί της οδού και του οχήματός του εποπτεία και σε σημείο της οδού όπου υπήρχε αριστερή, σε σχέση με την πορεία του στροφή με περιορισμένη ορατότητα, με αποτέλεσμα, να απωλέσει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και, διαβαίνοντάς ανεπίτρεπτα την υπάρχουσα επί του κέντρου του οδοστρώματος συνεχή διπλή διαγράμμιση, να εισέλθει ανεπίτρεπτα στο οδόστρωμα που προοριζόταν για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα, με περαιτέρω συνέπεια τη σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων και την συνεπεία αυτής τραυματισμό του πολιτικώς ενάγοντος, που οδηγούσε το αντιθέτως, στο άλλο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, κανονικά με μικρή ταχύτητα κινούμενο όχημα, το δε αξιόποινο αποτέλεσμα του τραυματισμού του τελευταίου, να οφείλεται στην άνω αμελή συμπεριφορά του κατηγορουμένου, τον οποίο αυτός δεν προέβλεψε αν και όφειλε και μπορούσε να προβλέψει. Επίσης, από το σύνολο των αναφερομένων στο σκεπτικό και το διατακτικό, που το αλληλοσυμπληρώνει, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχεται ασυνείδητη αμέλεια του κατηγορουμένου για τον τραυματισμό του πολιτικώς ενάγοντος. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο ως προς την ουσία της υποθέσεως, όσο και ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση του αιτήματος αναβολής, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως καθώς και με το τελευταίο σκέλος του πρώτου λόγου αυτής, προβάλλει την αιτίαση ότι η αυτή απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και, διότι το δικάσαν δικαστήριο κατ' απόλυτη ακυρότητα παραβίασε τις αρχές του δεδικασμένου και της δίκαιης δίκης, αφού επανέκρινε αμετακλήτως κριθέν ποινικό ζήτημα για την ίδια υπόθεση, υπερβάν έτσι και αρνητικά την εξουσία του αφού επανεκδίκασε την ίδια υπόθεση και καταδίκασε τον κατηγορούμενο, ενώ προηγουμένως η αυτή υπόθεση, κριθείσα στα στρατιωτικά ποινικά δικαστήριο και στον Άρειο Πάγο ήταν καταδικαστική για τον ήδη πολιτικώς ενάγοντα. Ειδικότερα, οι αναγνωσθείσες αποφάσεις, 487/07 του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης και η κατ' έφεση αυτής εκδοθείσα 87/08 του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, ήταν καταδικαστικές για τον ήδη πολιτικώς ενάγοντα. Η αναίρεση του τελευταίου κατά της άνω αποφάσεως του Αναθεωρητικού, απορρίφθηκε με την 858/09 απόφαση του Αρείου Πάγου. Επίσης, κατ' απόλυτη ακυρότητα αυτής, δέχθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής, όπως προκύπτει και από την 2.453/09 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά την οποία επιδικάστηκε ηθική βλάβη χωρίς καμία επιφύλαξη μέρους αυτής, που θα αναζητούσε ο ήδη πολιτικώς ενάγων ενώπιον των Ποινικών Δικαστηρίων, προς υποστήριξη της κατηγορίας. Ο λόγος αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος, διότι: α)όπως προκύπτει από τις πιο πάνω ποινικές αποφάσεις, ο ήδη πολιτικώς ενάγων και τότε στρατιώτης, κηρύχθηκε αμετάκλητα ένοχος ανθρωποκτονίας από αμέλεια και σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος του εδώ κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος και της συζύγου του, αντίστοιχα, στο ίδιο τροχαίο ατύχημα, πλην όμως δεν υπάρχει δεδικασμένο, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπων και πράξεως, κατά την έννοια της ΚΠΔ 57 παρ.1, β)Η παράβαση του άρθρου 6 παρ.1 εδ.α' της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ.1 του Συντάγματος, έχει υπερνομοθετική ισχύ, περί δίκαιης δίκης, δεν συνιστά αυτοτελή λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη ΚΠΔ 510 παρ.1, αλλά μπορεί να υπάγεται σε κάποιον από αυτούς, να κριθεί μαζί με αυτόν, πράγμα το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση. Και γ)ως προς την παράσταση της πολιτικής αγωγής, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και ειδικότερα, από την 15.352/08 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι ο Δ. Ι. είχε ζητήσει και σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος, χρηματική ικανοποίηση, ως προς τον οποίο όμως κηρύχθηκε απαράδεκτη συζήτηση της αγωγής του (ήδη πολιτικώς ενάγοντος), χωρίς να προκύπτει έκτοτε συζήτηση της ως προς τον εδώ αναιρεσείοντα και κατηγορούμενο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς όλα τα σκέλη του, αλλά και ως προς το συναφές με αυτά, τελευταίο σκέλος του πρώτου λόγου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, αφού απορρίπτονται όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει και αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 589 παρ.2). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13 Ιουνίου 2012 (υπ' αριθμ. πρωτ. 4352/13-6-12 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου) αίτηση του Θ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 1399/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιουλίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ