Αριθμός 1088/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «Τ. E. Α. «Ε. και το διακριτικό τίτλο «E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «Τ. E. E. Α. «Ε., 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «D. G. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. «Π. και τον διακριτικό τίτλο «D. «G., πρώην με την επωνυμία «.. F. Α. Ε. Δ. Α. Α. Δ. Κ. «Π., που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «C. N..1 F. D. A. «C., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. συζύγου Κ. Κ., το γένος Α. Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κόζη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Γιαννόπουλου και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ε. συζύγου Ι. Γ., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Σαμαρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2014 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17298/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18/3/2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η παραστάσα στο ακροατήριο αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 18-3-2022 (1020/122/31-3-2022) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 3/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.ΑΠ 2/2001). Κατά το άρθρο 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει και στην περίπτωση, κατά την οποία ο δανειστής, ασκών την αγωγή του άρθρου 939 του Α.Κ. για διάρρηξη της απαλλοτριώσεως, η οποία έγινε προς βλάβη του από τον οφειλέτη του, στρέφεται κατά του τελευταίου (οφειλέτη-μεταβιβάσαντος) και του τρίτου, στον οποίον διατέθηκε το περιουσιακό στοιχείο του, διότι δεν είναι νοητή η έκδοση αντιθέτων αποφάσεων έναντι των ομοδίκων αυτών (Α.Π. 1300/2019, Α.Π. 1332/2011), οι οποίοι μετέχουν στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δε δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται. Κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η άσκηση ένδικου μέσου από αναγκαίο ομόδικο έχει αποτελέσματα και για τους άλλους, που σημαίνει ότι το ένδικο μέσο θεωρείται ότι ασκήθηκε και από τους λοιπούς ομοδίκους, μολονότι αυτοί αδράνησαν. Επομένως, η άσκηση, στη συνέχεια, του αυτού ένδικου μέσου από άλλον αναγκαίο ομόδικο προσκρούει στην απαγόρευση άσκησης για δεύτερη φορά του ίδιου ένδικου μέσου, η οποία ως γενική αρχή αποτυπώνεται στις διατάξεις 514, 541 και 555 του Κ.Πολ.Δ, καθιστώντας απαράδεκτο το δεύτερο ένδικο μέσο. Η αρχή, όμως, αυτή κάμπτεται, όταν δικαιολογείται έννομο συμφέρον για την άσκηση αυτοτελώς ένδικου μέσου από αναγκαίο ομόδικο, όπως συμβαίνει, όταν προβάλλονται με αυτό λόγοι διαφορετικοί από τους περιεχόμενους στο ένδικο μέσο, που άσκησε, προηγουμένως, άλλος ομόδικος, εφόσον με τους λόγους αυτούς επιδιώκεται η παροχή δραστικότερης δικαστικής προστασίας, δηλαδή, πέραν εκείνης που επιδιώκεται και είναι δυνατόν να παρασχεθεί, με βάση το πρώτο ένδικο μέσο, αφού, τότε, η αντίθετη εκδοχή οδηγεί σε στέρηση παροχής δραστικότερης δικαστικής προστασίας, την οποία εγγυάται το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, δηλαδή, πέραν εκείνης που επιδιώκεται και είναι δυνατόν να παρασχεθεί, με βάση το πρώτο ένδικο μέσο (Α.Π. 1860/2013, Α.Π. 1876/2009, Α.Π. 1001/2007). Σε κάθε περίπτωση, ως κοινό ένδικο μέσο μπορούν να θεωρηθούν και τα περισσότερα αυτοτελή ένδικα μέσα που άσκησαν αυτοτελώς οι αναγκαίοι ομόδικοι και έτσι να μην απορριφθούν ως απαράδεκτα τα χρονικώς επόμενα, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα συνεκδίκασής τους. Μάλιστα, κατά την έννοια αυτή, οι διαφορετικοί λόγοι των επόμενων ένδικων μέσων ισοδυναμούν λειτουργικά με πρόσθετους λόγους στο αρχικό ένδικο μέσο. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο έκρινε παραδεκτές τις από 10-2-2018 ... και 14-2-2018 ... αυτοτελείς εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους αυτών, που άσκησαν αφενός μεν η τρίτη των εναγομένων, αφετέρου δε οι πρώτη και δεύτερη εξ αυτών, άπασες συνδεόμενες με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, βάλλουσες κατά της 17298/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλούμενες, αντίστοιχα, εν μέρει διαφορετικές αιτιάσεις, λογιζόμενες ως μια κοινή έφεση, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν το αντίθετο, τυγχάνει αβάσιμος. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 220, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α' 165/25-7-2011) "αγωγές, στις οποίες περιλαμβάνονται και αναγνωριστικές ή ανακοπές εμπράγματες, μικτές ή νομής, εκτός από τα ασφαλιστικά μέτρα καθώς και αγωγές διάρρηξης δικαιπραξίας ως καταδολιευτικής, όταν αφορούν ακίνητα, εγγράφονται ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή ανακόπτοντος στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεσή τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτες". Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι η εδραίωση της πίστης των συναλλαγών και της προστασίας των τρίτων συναλλασσομένων σε σχέση με τη νομική κατάσταση του ακινήτου, που αφορά η αγωγή ή η ανακοπή και δεν ενδιαφέρει μόνον τους διαδίκους (Α.Π. 254/2007, Α.Π. 1860/2005, Α.Π. 130/2003). Από τη διάταξη του άρθρου 83 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται, ότι "Αν η ισχύς της απόφασης στη κυρία δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή, των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητος και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της ασκήσεως αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως σε βάρος τρίτου, αλλά, λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της αποφάσεως. Η ασκουμένη κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενομένη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με τον υπέρ ου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται ως κατά πλάσμα δικαίου αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς, όμως, να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π. 267/2021, Α.Π. 368/2019, Α.Π. 1564/2017, Α.Π. 1731/2011). Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι δεν θεμελιώνεται υποχρέωση του ασκήσαντος αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ διαδίκου σε εκκρεμή δίκη διάρρηξης δικαιοπραξίας, που αφορά σε ακίνητο, ως καταδολιευτικής, εγγραφής του οικείου δικογράφου στα βιβλία διεκδικήσεως, δεδομένου ότι δι' αυτού δεν εισάγεται προς κρίση νέα έννομη σχέση ούτε αντιδικία με την εκκρεμή τοιαύτη και, συνακόλουθα, δεν συντρέχει ο κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 220 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. δικαιολογητικός λόγος, ήτοι η προστασία των τρίτων συναλλασσομένων σε σχέση με το επίδικο ακίνητο ούτε κλονίζεται η συναλλακτική πίστη. Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αποφάνθηκε περί του αντιθέτου και συγκεκριμένα ότι η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, η οποία άσκησε, το πρώτον, στη δευτεροβάθμια δίκη, τις από 19-2-2021 αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της πρώτης εξ αυτών, εφεσίβλητης σε αμφότερες τις ασκηθείσες εφέσεις των εναγομένων και τις απέρριψε ως απαράδεκτες, λόγω μη εγγραφής τους στα βιβλία διεκδικήσεως, έσφαλε, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποία προσάπτεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Με το ν. 4605/2019 (Μέρος Ζ'), εισήχθη πρόγραμμα επιδότησης της αποπληρωμής στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων, εξασφαλισμένων με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης σε κύρια κατοικία φυσικών προσώπων. Το πρόγραμμα αυτό επιδιώκει διττό σκοπό, ήτοι α) να αποτελέσει ένα νέο πλαίσιο για την προστασία της κύριας κατοικίας οικονομικά αδύναμων φυσικών προσώπων και β) να εισάγει ένα μηχανισμό ρύθμισης μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων των εν λόγω φυσικών προσώπων, οφειλές, οι οποίες εξασφαλίζονται με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία. Στο νέο αυτό πλαίσιο μπορούν να ενταχθούν φυσικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως της πτωχευτικής ή μη ικανότητάς τους, εφόσον πληρούν σωρευτικά συγκεκριμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, τα οποία ορίζονται στο άρθρο 68 παρ. 1 περ. α' και η' του νόμου τούτου. Οι δικαιούχοι υπαγωγής ρυθμίζουν μόνον οφειλές προς πιστωτικά ιδρύματα καθώς οφειλές προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από στεγαστικό δάνειο, για τις οποίες έχει εγγραφεί υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία τους και εφόσον οι οφειλές τους βρίσκονται σε καθυστέρηση τουλάχιστον ενενήντα (90) ημερών, κατά την 31η Δεκεμβρίου 2918 (άρθρο 68 παρ. 2), ενώ η μεταβίβαση των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων ή η ανάθεση της διαχείρισής τους, κατά το ν. 4354/2015, καθώς επίσης η τιτλοποίησή τους, κατά το ν. 3156/2003, ή η υποκατάσταση του εγγυητή ή εν γένει συνοφειλέτη σε αυτές δεν εμποδίζει τη ρύθμισή τους, κατά τα ως άνω. Η διαδικασία συναινετικής ρύθμισης διεξάγεται μέσω ψηφιακής πλατφόρμας ηλεκτρονικής υποβολής και διαχείρισης αιτήσεων, η οποία αναπτύσσεται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, σε συνεργασία με την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Πληροφοριακών Συστημάτων (άρθρο 71). Οι υπαγόμενοι στο νέο πλαίσιο καταβάλλουν το 120% της αξίας της κύριας κατοικίας τους με επιτόκιο ίσο με το Euribor τριμήνου, προσαυξημένο κατά 2%, σε χρονικό διάστημα είκοσι πέντε (25) ετών, το οποίο, όμως, δεν πρέπει να υπερβαίνει το 80ο έτος της ηλικίας του αιτούντος, εκτός αν συμβληθεί εγγυητής, αποδοχής των πιστωτών, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης (άρθρο 75 παρ. 1 και 2). Η σύντμηση της 25ετούς διάρκειας της ρύθμισης, που αφορά στον περιορισμό του κινδύνου αθέτησης της ρύθμισης από τον οφειλέτη, είναι δυνατή, μόνο, λόγω ηλικίας τούτου και όχι για άλλους λόγους, όπως η μεγαλύτερη ικανότητα αποπληρωμής που αυτός διαθέτει. Το Δημόσιο συνεισφέρει στις καταβολές, ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού και το ύψος του ετήσιου οικογενειακού εισοδήματος του οφειλέτη, η δε συνεισφορά του κυμαίνεται από το 20% έως και το 50% της μηνιαίας δόσης και υπολογίζεται από την Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Προστασίας Κύριας Κατοικίας (άρθρο 76). Εξάλλου, αν δεν επιτευχθεί συναινετική ρύθμιση, τότε ο οφειλέτης δικαιούται να ζητήσει τη ρύθμιση των οφειλών του με απόφαση δικαστηρίου (άρθρο 77). Υπό τις ως άνω οριζόμενες διατάξεις του ν. 4605/2019 (μέρος Ζ') συνάγεται ότι οι σ' αυτές προβλεπόμενες ρυθμίσεις για την προστασία της κύριας κατοικίας αδύναμων οικονομικά φυσικών προσώπων και την τμηματική καταβολή των μη εξυπηρετούμενων ληξιπρόθεσμων οφειλών τους στα πιστωτικά ιδρύματα από στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, εξασφαλισμένων με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης, μέσω του προγράμματος επιδότησης αποπληρωμής στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων, ενεργεί υποκειμενικά και έχει αυστηρά προσωποπαγή χαρακτήρα. Αφορούν, δηλαδή, μόνον στο πρόσωπο του οφειλέτη και έχουν ως σκοπό την αντιμετώπιση του κοινωνικού προβλήματος της διατήρησης της κύριας κατοικίας του και όχι την ελάφρυνση της ευθύνης άλλων εμπλεκόμενων στις δανειακές συμβάσεις προσώπων (συνοφειλετών, εγγυητών κ.λ.π.). Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το νόμο αυτό ρύθμιση του χρέους του υπαχθέντος σ' αυτήν οφειλέτη έχει αυστηρά προσωποπαγή χαρακτήρα και, εντεύθεν, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 851 του Α.Κ., κατά την οποία ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση, που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή. Ο εγγυητής, εν προκειμένω, ευθύνεται για το αρχικώς συμφωνημένο από τον υπερχρεωμένο πρωτοφειλέτη χρέος, το ύψος του οποίου δεν επηρεάζεται ως προς τον ίδιο (εγγυητή) από τη προβλεπόμενη, με βάση τις ως άνω διατάξεις, ρύθμιση ούτε αυτός (εγγυητής) εμπλέκεται στην ανοιγείσα με τις ως άνω διατάξεις του ν. 4605/2019 διαδικασία. Συνεπώς, δεν μπορεί να επικαλεστεί έναντι του πιστωτή την απαλλαγή ή τη μείωση της οφειλής του πρωτοφειλέτη. Εξάλλου, στις προεκτεθείσες διατάξεις προβλέπεται η δυνατότητα παροχής εγγύησης υπέρ του αιτούντος-οφειλέτη από τρίτους, με τη συναίνεση του πιστωτή, που αφορά στη νέα, ρυθμισμένη, οφειλή. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 του Α.Κ. συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη, κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή, ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών. Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών και συντρέχει, μόνον, όταν ο οφειλέτης είναι, κατά τον χρόνο αυτόν, αφερέγγυος, και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών. Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και, επομένως, η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του, κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία, κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (Ολ.Α.Π. 15/2012, Α.Π. 88/2023) και τέτοια είναι, κατ` αρχήν, όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ` αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως, προπάντων, είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή, όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και, επομένως, εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι` αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού, με διαφορετική εκδοχή, τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (Α.Π. 914/2020, Α.Π. 1382/2019, Α.Π. 1116/2018, Α.Π. 28/2017, Α.Π. 928/2014). Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851 του Α.Κ. με τη σύμβαση εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ` αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενό του, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του και, συνεπώς, όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως, όμως, εκπληρώνει και τη δική του οφειλή. Ενόψει των ανωτέρω, ο εγγυητής είναι οφειλέτης, κατά την έννοια του άρθρου 939 του Α.Κ. και, συνεπώς, κάθε απαλλοτρίωση, που έγινε από εκείνον προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία εκείνου για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολιεύσεως δανειστών κεφαλαίου του Α.Κ. (Α.Π. 1116/2018, Α.Π. 621/2016, Α.Π. 1472/2011). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου έννοια μη αληθινή και μη αρμόζουσα είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 845/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση, μόνον, όμως, εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1439/2022, Α.Π. 66/2022). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον αφορά στον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "... κατόπιν της υπ' αριθμ. 187947/29-7-2020 αίτησης του πρωτοφειλέτη, Α. Κ., ρυθμίστηκε η οφειλή του από το επίδικο στεγαστικό δάνειο, δυνάμει της από 15-9-2020 σύμβασης, που κατάρτισε ο τελευταίος με τη διαχειρίστρια με την επωνυμία do value Α. Ε. Δ. Α. από Δ. και «Π., σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4605/2019... και συμφωνήθηκε η αποπληρωμή της επίδικης απαίτησης σε 300 δόσεις. Ειδικότερα, με τη σύμβαση αυτή ορίστηκε ότι οι δανειακές υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη οι απορρέουσες από την επίδικη σύμβαση στεγαστικού δανείου, υπήχθησαν στις διατάξεις του ν. 4605/2019, καθόσον πληρούσε τα στοιχεία της επιλεξιμότητας του άρθρου 1 του νόμου αυτού, για την προστασία της κύριας κατοικίας, σύμφωνα με το άρθρο 72 του ίδιου νόμου, κατά τον κρίσιμο χρόνο της ταυτοποίησης της οφειλής από την διαχειρίστρια εταιρεία στην ηλεκτρονική πλατφόρμα και ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει έναντι της οφειλής του από το στεγαστικό δάνειο το ποσό των 110.775,75 €, πλέον της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 74 παρ. 11 του ν. 4605/2019... σε 300 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, αρχής γενομένης από την ημερομηνία έκδοσης του πρώτου 'Αποσπάσματος' που θα αποσταλεί στον οφειλέτη για την υλοποίηση της σύμβασης αυτής (συμβατικός όρος 3). Σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων και αφού εγκρίθηκε και το αίτημα του πρωτοφειλέτη συνεισφοράς του Δημοσίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 76 του ν. 4605/2019, σε ποσοστό 50% επί της ορισθείσας μηνιαίας δόσης, ανοίχθηκαν καθ' υπόδειξη της αντισυμβαλλομένης του πρωτοφειλέτη, στις 19-10-2020, τραπεζικοί λογαριασμοί για την καταβολή των μηνιαίων δόσεων, ποσού 484 € εκάστη, από το οποίο για 5 έτη, ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε να καταβάλει το ήμισυ του ποσού εκ 242 € και το υπόλοιπο καταβάλει το Δημόσιο. Από 1-2-2021... οι συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις καταβάλλονται κανονικά από τον πρωτοφειλέτη... Η σύμβαση αυτή περί ρύθμισης της οφειλής, που προέρχεται από την προηγούμενη μεταξύ της εφεσίβλητης τράπεζας και του πρωτοφειλέτη σύμβαση στεγαστικού δανείου, η οποία έχει καταγγελθεί, αποτελεί νέα σύμβαση, που ισχύει παράλληλα με αυτήν του δανείου και με την οποία αναστέλλεται το ληξιπρόθεσμο της οφειλής αυτής και ρυθμίζεται η αποπληρωμή της στο μέλλον. Έτσι, το ληξιπρόθεσμο της απαίτησης από το στεγαστικό δάνειο... κατέστη, με βάση την κοινή βούληση των συμβαλλομένων (άρθρο 361 ΑΚ), μη ληξιπρόθεσμη και επομένως, μη δικαστικώς επιδιώξιμη με αγωγή του άρθρου 939 ΑΚ, τόσο έναντι του πρωτοφειλέτη όσο και έναντι της πρώτης εναγομένης..., η οποία ναι μεν εξακολουθεί να ευθύνεται ως εγγυήτρια... πλην όμως, ευθύνεται, κατ' άρθρο 851 ΑΚ, στο μέτρο και την έκταση, που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης. Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι η ρύθμιση με την ως άνω σύμβαση αφορά μόνον τον πρωτοφειλέτη και όχι την εγγυήτρια πρώτη εναγομένη, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 13 συμβατικό όρο, είναι αβάσιμος και για το λόγο αυτό απορριπτέος. Τούτο διότι ο επικαλούμενος συμβατικός όρος, με τον οποίο πράγματι ορίστηκε ότι η συμφωνηθείσα ρύθμιση 'έχει υποκειμενική ενέργεια μόνο για τον Οφειλέτη και η Εταιρία επιφυλάσσεται ρητά του δικαιώματός της να διεκδικήσει τη συνολική οφειλή από τους λοιπούς ενεχομένους, όπως αυτή θα έχει διαμορφωθεί κατά τη Σύμβαση (στεγαστικού δανείου) πλέον τόκων και εξόδων και αφαιρουμένων τυχόν καταβολών', αντίκειται στις ρυθμίσεις του άρθρου 851 ΑΚ... Εφόσον, λοιπόν, εν προκειμένω, με μεταγενέστερη της εγγυήσεως της συμφωνίας μεταξύ της διαχειρίστριας της δανείστριας τράπεζας και του πρωοτφειλέτη, παρατάθηκε η προθεσμία εξόφλησης της κύριας οφειλής... μειώθηκε το ύψος των μηνιαίων δόσεων και ρυθμίστηκε η καταβολή τους στο μέλλον (από 1-2-2021), ρύθμιση, που είναι επωφελής και για την εγγυήτρια πρώτη εναγομένη, ανάλογη είναι και η ευθύνη της εγγυήτριας. Και ναι μεν το άρθρο 851 ΑΚ έχει ενδοτικό χαρακτήρα, με συνέπεια να είναι μεν δυνατό η εγγυήτρια να ευθύνεται για ποσό μεγαλύτερο από το χρέος του πρωτοφειλέτη, εφόσον υπάρχει αντίθετη συμφωνία, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση, ουδεμία τέτοια συμφωνία έλαβε χώρα, καθόσον στην ως άνω σύμβαση ρύθμισης για παράταση της προθεσμίας εξόφλησης της οφειλής δεν συμβλήθηκε η πρώτη εναγομένη εγγυήτρια και συνεπώς δεν ανέλαβε την επικαλούμενη εκ του άρθρου 13 ευθύνη... Εξάλλου, στην ως άνω δανειακή σύμβαση, η οποία εξακολουθεί να ισχύει, ως προεκτέθηκε, ορίστηκε ρητά ότι η εγγυήτρια πρώτη εναγομένη-εκκαλούσα, εγγυάται την εξόφληση κάθε απαίτησης από το δάνειο ως πρωτοφειλέτρια, ήτοι στην έκταση που οφείλει ο πρωτοφειλέτης, έναντι του οποίου, πρέπει να λεχθεί, ότι η εφεσίβλητη δεν δύναται να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του ακινήτου, για την απόκτηση του οποίου χορηγήθηκε το στεγαστικό δάνειο καθώς ο πρωτοφειλέτης τηρεί τη ρύθμιση και καταβάλλει τις δόσεις, παρά μόνον μπορεί να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του, αν δεν καταβάλει, ολικά ή μερικά, ποσό που υπερβαίνει τρεις από τις συμφωνηθείσες δόσεις (συμβατικός όρος 8)". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση εξέλιπε η αναγκαία εκ του άρθρου 939 του Α.Κ. προϋπόθεση του ληξιπρόθεσμου της απαίτησης της ενάγουσας και, συνακόλουθα, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Μέρους Ζ' του ν. 4509/2019. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει και από την οικεία αιτιολογική έκθεση, οι ως άνω διατάξεις έχουν ως σκοπό την αντιμετώπιση ενός οξυμένου προβλήματος της ελληνικής κοινωνίας, ήτοι την προστασία της κύριας κατοικίας οικονομικά αδύναμων φυσικών προσώπων και τη θεσμοθέτηση ενός μηχανισμού ρύθμισης των μη υπ' αυτών εξυπηρετούμενων στεγαστικών και επιχειρηματικών οφειλών τους σε πιστωτικά ιδρύματα, εξασφαλισμένων με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης επί της κύριας κατοικίας τους, ώστε να διατηρήσουν την κύρια κατοικία τους και να εξασφαλίσουν, μέσω του μηχανισμού ρύθμισης των οφειλών ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής διαβίωσής τους. Κρίσιμο, συνεπώς, σύμφωνα με τις ως άνω ρυθμίσεις, οι οποίες έχουν αυστηρά προσωποπαγή χαρακτήρα, τυγχάνει το πρόσωπο του οφειλέτη, στο οποίο απέβλεψε ο νομοθέτης και όχι το χρέος καθ' εαυτό (πρβλ Ολ.Α.Π. 3/2023). Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 851 του Α.Κ., κατά την οποία ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση, που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή. Συνακόλουθα, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων, η οποία συνεβλήθη ως εγγυήτρια στην 6500000506148/12-3-2004 σύμβαση στεγαστικού δανείου, που καταρτίστηκε μεταξύ της αρχικώς ενάγουσας τράπεζας, καθολική διάδοχος της οποίας είναι η πρώτη των αναιρεσειουσών και του Α. Κ., ο οποίος έκανε χρήση τούτου, μέσω του τηρούμενου για το σκοπό αυτό λογαριασμού, ενώ από τη 1-11-2008 εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο, ποσού 107.832,80 €, με συνέπεια η δανείστρια τράπεζα να κλείσει το λογαριασμό και, εν τέλει, στις 7-7-2009, να καταγγείλει τη σύμβαση, ευθύνεται για το αρχικώς συμφωνημένο χρέος του πρωτοφειλέτη, εις ολόκληρον μετ' αυτού, ως αυτοφειλέτης, αφού είχε παραιτηθεί από τη ένσταση διζήσεως και από τα δικαιώματα, που απορρέουν από τα άρθρα 852 έως 854, 862, 863, 866 έως και 866 του Α.Κ., δηλαδή, ενέχεται, όπως ο πρωτοφειλέτης, έναντι της δανείστριας τράπεζας, αλλά και ως γνήσιος οφειλέτης έναντι αυτής. Επομένως, το ληξιπρόθεσμο της απαιτήσεως εκ της κυρίας δανειακής συμβάσεως, το οποίο συνέτρεχε κατά το χρόνο άσκηση της υπό κρίση αγωγής, δεν επηρεάζεται ούτε αναστέλλεται, πολλώ δε μάλλον δεν εξέλιπε, συνεπεία της ρύθμισης, στην οποία υπήχθη ο πρωτοφειλέτης, δυνάμει των προαναφερόμενων διατάξεων του ν. 4605/2019. Ενόψει των ανωτέρω, βάσιμος τυγχάνει ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4605/2019. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές...". Εάν επομένως, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναίρεσης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να εκδώσει την τελειωτική για την υπόθεση απόφαση. Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην προκειμένη περίπτωση. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 3/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από τον Άρειο Πάγο, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση και στη συνέχεια, πρέπει, αφού συνεκδικαστούν α) η από 14-2-2018 έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, β) η από 10-2-2018 έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και γ) οι από 19-1-2021 και 19-2-2021 αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις, να γίνουν δεκτές οι ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις, να γίνουν τυπικά δεκτές οι εφέσεις καθώς οι πρόσθετοι λόγοι αυτών, να απορριφθούν όμως κατ' ουσίαν, κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα. Πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, τόσο της δίκης ενώπιον του Εφετείου, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρ. 179 και 183 του Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 3/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στις αναιρεσείουσες. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση. ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) την από 14-2-2018 έφεση και τους από 14-2-2018 πρόσθετους λόγους αυτής, β) την από 10-2-2018 έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής και γ) την από 19-2-2021 και από 19-1-2021 αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις. ΔΕΧΕΤΑΙ τις ως άνω αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις. ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν τις ανωτέρω εφέσεις και τους πρόσθετους λόγους αυτών. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2023. H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ