Αριθμός 649/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Κωνσταντινίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ" και το δ.τ. "ΕΛΤΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Γραμματικής Ζήρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1943/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6032/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-1-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 23-1-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών τελεσίδικη υπ' αριθμ. 6032/7-11-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των υπηρετών και εργατών για την πληρωμή των μισθών τους ή άλλων αμοιβών καθώς και οι αξιώσεις κάθε είδους μισθών, ενώ κατά το άρθρο 253 του ίδιου Κώδικα η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 260 ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για την αναγνώριση αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στον δανειστή, από την οποία προκύπτει ότι ο πρώτος, ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του τελευταίου, θεωρεί αυτή ότι υπάρχει. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αναγνώριση της αξίωσης για να επιφέρει αποτελέσματα, δηλαδή διακοπή της παραγραφής, πρέπει να γίνει πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής. Επιπλέον, κατά το άρθρο 261 του ίδιου Κώδικα, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής και η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 198/2021, 1099/2017). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β' 664 επ., 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 δ' ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται εν προκειμένω λόγω του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αγωγής πριν την 1-6- 2016 (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), συνάγεται ότι επί υποθέσεων δικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία ενώπιον του ειρηνοδικείου και του μονομελούς πρωτοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, πρέπει οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων να προτείνονται προφορικώς κατά την συζήτηση και να καταχωρίζονται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων, τα οποία τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες επ' ακροατηρίου προτάσεις, οπότε δεν απαιτείται η καταχώρισή τους στα πρακτικά, αλλά μόνον η προφορική πρόταση και ανάπτυξή τους. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή λόγω της καταθέσεως της ένδικης εφέσεως μετά την 1-1-2016, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι: α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 447/2020, 1245/2019, 105/2017). Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναιρέσεως να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 447/2020, 493/2020, 201/2017). Τα προαναφερθέντα εφαρμόζονται και για τους ισχυρισμούς που προτείνονται ως αντένσταση κατά καταλυτικών ενστάσεων του εναγομένου, εφόσον η αντένσταση αυτή προκύπτει από έγγραφα προγενέστερου χρόνου (ΑΠ 98/2015, 575/2015, 799/2013, 602/2010). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 1/2016, 7/2014, 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται τόσον η αοριστία της ένστασης, ποσοτική ή ποιοτική, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της ένστασης, όσον και όταν αυτή δεν προβάλλεται κατά τον προβλεπόμενο στο νόμο δικονομικό τρόπο (ΑΠ 212/2019, 548/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 13/2007, 305/2009). Δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή η εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, διαφορετική εκείνης που προσδίδει σ' αυτό ο διάδικος (ΑΠ 899/2007). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου, που, από διαγνωστικό σφάλμα, του αποδόθηκε από το Εφετείο ή ότι το τελευταίο έκανε ελλιπή ή εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου (και όχι απλώς σφάλμα κατά την αξιολόγησή του), με αποτέλεσμα το Εφετείο να οδηγηθεί σε τελείως διαφορετικό συμπέρασμα από το προκύπτον εκ του εγγράφου, ως προς την ύπαρξη ή μη πραγματικού γεγονότος (ΑΠ 1199/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 22-12-2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο Οργανισμό την 1-9-1988 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας προκειμένου να εργασθεί ως ταχυδρομικός διανομέας στο Υποκατάστημα .... Ότι έκτοτε και μέχρι το τέλος του έτους 1993 επακολούθησαν διαδοχικές επί μέρους συμβάσεις ορισμένης διάρκειας, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του εναγομένου. Ότι από την 1-1-1994 ο εναγόμενος έπαυσε να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, χωρίς να προβεί σε έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του που τον συνέδεε με αυτόν και χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι κατά του εναγομένου άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... την από 8-8-1994 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τον εναγόμενο Οργανισμό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 1-1-1994 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 1-1-1994 έως 31-8-1994 και επίδομα εορτών Πάσχα έτους 1994, το ποσό των 765.000 δραχμών, καθώς και το ποσό των 90.000 δραχμών μηνιαίως για μισθούς υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 121/1994 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Ότι την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Εφετείου Θράκης με την από 25-2-2000 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 417/2001 απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Ότι κατά της τελευταίας αποφάσεως άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 3-12-2003 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1506/2012 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 417/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, εκδοθείσας τελικά της υπ' αριθμ. 18/2015 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η ανωτέρω αγωγή, ενώ απορρίφθηκε ως αόριστο το αίτημα για επιδίκαση στον ενάγοντα μισθών υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής διάστημα, για το λόγο ότι δεν προσδιοριζόταν καθόλου στην αγωγή το χρονικό αυτό διάστημα. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 1995 έως 2000 το ποσό των 17.431,92 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτού να καταβάλει στον ενάγοντα για μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2001 έως 2015 το ποσό των 101.389,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Ο εναγόμενος Οργανισμός, με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναλύθηκε περισσότερο με τις νομότυπα κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, ισχυρίστηκε ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως το Σεπτέμβριο του έτους 2015 έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθμ. 17 ΑΚ. Ο ισχυρισμός αυτός, όπως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνιστά ένσταση παραγραφής, που είναι νόμιμη. Προς απόκρουση της ενστάσεως αυτής ο ενάγων πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προσθήκη των προτάσεων που κατέθεσε μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα στις 9-3-2017, τον ισχυρισμό ότι από την άσκηση της προγενέστερης από 8-8-1994 αγωγής του έως την άσκηση της ένδικης αγωγής προέβαινε στις προαναφερόμενες διαδικαστικές πράξεις (κατάθεση ενδίκων μέσων έφεση, αναίρεση) με αποτέλεσμα να έχει διακοπεί η παραγραφή των αξιώσεών του για μισθούς υπερημερίας για τα έτη 1995 έως και το Σεπτέμβριο του έτους 2015. Ο ισχυρισμός αυτός, που αποτελεί αντένσταση παραγραφής, κρίθηκε παραδεκτός και νόμιμος από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 1943/2017 απόφασή του, και στη συνέχεια και ουσιαστικά βάσιμος και έτσι, απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής ως ουσιαστικά αβάσιμη και έγινε δεκτή η αγωγή. Ο ενάγων, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πρακτικά του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν προέβη σε προφορική πρόταση της αντενστάσεως περί διακοπής της παραγραφής των ανωτέρω αξιώσεών του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε καταχωρήθηκε τέτοιος ισχυρισμός με συνοπτική ανάπτυξη στα πρακτικά αυτού. Στη συνέχεια, κατά της παραπάνω υπ' αριθμ. 1943/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, άσκησε έφεση ο εναγόμενος, ο οποίος, με σχετικό λόγο αυτής, επανέφερε στο Εφετείο την ένσταση παραγραφής. Με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων επικαλέσθηκε, ως εφεσίβλητος πλέον, με αναφορά στη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, τα εξής: "Καθ' όλο το διαδραμόν διάστημα μέχρι την άσκηση της παρούσας αγωγής μου προέβαινα σε διαδικαστικές πράξεις, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει παραγραφή του δικαιώματος μου για μισθούς υπερημερίας.....εν προκειμένω εγένοντο όλες οι διαδικαστικές πράξεις και μάλιστα από της εκδόσεως της υπ' αριθμ. 1506/2012 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που με δικαίωσε αμετακλήτως, η προηγούμενη υπ' αριθμ. 417/2001 απόφαση του Εφετείου Θράκης αναιρέθηκε και δικονομικώς δεν υπήρξε ποτέ, οπότε οι διάδικοι επανήλθαμε στο σημείο που βρισκόμαστε όταν ασκήθηκε η έφεσή μου το 00. Συνεπώς, και εκ του λόγου αυτού συνάγεται ότι δε μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε με οποιοδήποτε τρόπο παραγραφή του δικαιώματος μου. Συνεπώς απολύτως ορθά η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε τη σχετική ένσταση του εναγόμενου και ο σχετικός λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Επιπλέον, όλως επικουρικά, επικαλούμενος τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, πρότεινε το πρώτον την ένσταση διακοπής της παραγραφής κατ' άρθρ. 260 ΑΚ, λόγω αναγνώρισης των σχετικών αξιώσεών του από τον εφεσίβλητο, με την καταβολή και την εξόφληση προς τον ΕΦΚΑ όλων των ασφαλιστικών εισφορών που αναλογούσαν στους μισθούς υπερημερίας του επίδικου χρονικού διαστήματος, οι οποίες είχαν επιβληθεί με τις με αριθμό …, …., ………. και ……. Πράξεις Επιβολής Εισφορών (ΠΕΕ), για συνολικό ποσό 52.036,96 ευρώ. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6032/2020 απόφασή του, δέχθηκε ότι ο εναγόμενος - εκκαλών (ήδη αναιρεσίβλητος) πρόβαλε παραδεκτά πρωτοδίκως τον ισχυρισμό, τον οποίο επανέφερε ενώπιον του με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του, ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως το Σεπτέμβριο του έτους 2015, άλλως αυτές που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 1-1-2009 έχουν υποκύψει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 250 αριθμ. 17 ΑΚ πενταετή παραγραφή, και ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού κατά την ολοκλήρωση της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, που συντελέστηκε με την επίδοσή της στον εναγόμενο στις 30-12-2014 (βλ. την υπ' αριθμ. 11654/30-12-2014 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Μ.) οι ερειδόμενες στην ένδικη εργασιακή σύμβαση αξιώσεις του ενάγοντος οι οποίες, κατά τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή, ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-2008 είχαν ήδη υποκύψει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 250 ΑΚ πενταετή παραγραφή, ενώ δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος με την άσκηση της προγενέστερης από 8-8-1994 αγωγής κατά του εναγομένου και των λοιπών διαδικαστικών πράξεων, αφού δεν αποδείχθηκε η ταυτότητα των αγωγικών αξιώσεων της ένδικης αγωγής με αυτές που περιέχονται στην από 8-8-1994 προηγούμενη αγωγή του. Ότι η αντένσταση του ενάγοντος - εφεσίβλητου περί διακοπής της παραγραφής κρίνεται προεχόντως απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού δεν προτάθηκε προφορικά ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε καταχωρήθηκε στα πρακτικά αυτού, ούτε υποβλήθηκε καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής. Ότι περαιτέρω, όσα ισχυρίζεται ο ενάγων -εφεσίβλητος, για πρώτη φορά με τις προτάσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου περί διακοπής της παραγραφής - αντένστασης - των ενδίκων αξιώσεων του, για το λόγο ότι ο εναγόμενος αναγνώρισε τις επίδικες αξιώσεις του, καταβάλλοντος και εξοφλώντας προς τον ΕΦΚΑ όλες τις ασφαλιστικές εισφορές που αναλογούσαν στους μισθούς υπερημερίας του επίδικου χρονικού διαστήματος, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Και τούτο διότι, οι πράξεις επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) με αριθμό ... για συνολικό ποσό 52.036,96 ευρώ, που αφορούσαν σε βεβαιωμένες ασφαλιστικές εισφορές σε βάρος του ενάγοντος εκδόθηκαν από τον ΕΦΚΑ ... σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 18/2015 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και της υπ' αριθμ. 1943/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εισπράχθηκαν αναγκαστικά από τον ΕΦΚΑ, ενώ, κατόπιν τούτων, παρείλκε η εκδίκαση των ενστάσεών του με αρ. πρωτ. 17557, 17556, 17555, 17554/30-8-2018 (βλ. υπ' αριθμ. ... και ... έγγραφα της Δ/νσης Ανθρώπινου Δυναμικού ΕΛΤΑ) και ως εκ τούτου η καταβολή των ως άνω βεβαιωθέντων ποσών δεν συνιστά αναγνώριση των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος εκ μέρους του εναγομένου. Κατόπιν τούτων οι αξιώσεις του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2015 δεν έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 250 αρ. 17 του ΑΚ, ενώ αυτές που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-2008 είχαν ήδη υποκύψει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 250 ΑΚ πενταετή παραγραφή, χωρίς, ωστόσο, να έχει επέλθει διακοπή αυτής με την άσκηση της προγενέστερης από 8-8-1994 αγωγής. Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο, με το να κρίνει ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-2008 είχαν ήδη υποκύψει στην πενταετή παραγραφή της ως άνω διατάξεως, και να απορρίψει ως απαράδεκτη την προαναφερθείσα αντένσταση του ενάγοντος, κρίνοντας ότι αυτή δεν προτάθηκε από αυτόν προφορικά κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής του στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δεν καταχωρήθηκε, έστω συνοπτικά στα οικεία πρακτικά, ούτε είχε υποβληθεί καθ' υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής, δεν παρέβη τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 17 ΑΚ, ούτε κήρυξε παρά το νόμο ως απαράδεκτη την εν λόγω αντένσταση. Αλλά και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι ο ενάγων ως εφεσίβλητος με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, προέβαλε το πρώτον την ως άνω αντένσταση, και πάλι αυτή είναι απαράδεκτη, αφού δε γίνεται επίκληση εκ μέρους του της συνδρομής κάποιας εκ των οριζομένων από τα άρθρα 527 και 269 ΚΠολΔ προϋποθέσεων για το παραδεκτό του οψίμως προβληθέντος αυτού ισχυρισμού του. Επομένως οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους, όπως ορθά εκτιμώνται, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ειδικότερα ότι εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 17, 260 και 261, δεχόμενο παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων αυτού για το ως άνω από 1-1-1995 έως 31-12-2008 χρονικό διάστημα και κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτη την ανωτέρω αντένστασή του περί διακοπής της παραγραφής, που παραδεκτά είχε προτείνει τόσο πρωτοδίκως, όσο και στο Εφετείο, είναι αβάσιμοι. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει επίσης στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως απαράδεκτο τον προβληθέντα ισχυρισμό του -αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των ως άνω από 1-1-1995 έως 31-12-2008 αγωγικών αξιώσεών του εκ του άρθρου 260 ΑΚ λόγω αναγνώρισής τους από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο με την καταβολή και εξόφληση προς τον ΕΦΚΑ όλων των ασφαλιστικών εισφορών που αναλογούσαν στους μισθούς υπερημερίας του επίδικου χρονικού διαστήματος, κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο αυτόν. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και εκτέθηκε παραπάνω, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό περί διακοπής της παραγραφής λόγω αναγνώρισης των ένδικων αξιώσεων ως αβάσιμο και όχι ως απαράδεκτο. Το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση απαράδεκτο αφορά την αντένσταση διακοπής της παραγραφής λόγω άσκησης της προγενέστερης από 8-8-1994 αγωγής και όχι την παρούσα αντένσταση παραγραφής λόγω αναγνώρισης των ένδικων αξιώσεων. Ωστόσο, ο ως άνω προβαλλόμενος το πρώτον ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμός-αντένσταση του ενάγοντος -αναιρεσείοντος είναι μη νόμιμος, αφού η επικαλούμενη αναγνώριση της απαίτησης από τον εναγόμενο -αναιρεσίβλητο δε μπορεί να θεμελιώσει την επιχειρούμενη από τον αναιρεσείοντα αντένσταση διακοπής της παραγραφής, καθόσον η κατ' αυτόν τον τρόπο αναγνώριση έλαβε χώρα το έτος 2018, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο από τη συμπλήρωση της παραγραφής και ως εκ τούτου δεν επέφερε τα αποτελέσματα της διακοπής της παραγραφής. Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το τελευταίο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλει την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων (πράξεων επιβολής εισφορών (ΠΕΕ) με αριθμό ...) που αποδείκνυαν την αναγνώριση των μισθών υπερημερίας από τον εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από 1994 έως 2015, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, ούτε και διαλαμβάνεται ποια ήταν η υπό του Εφετείου εσφαλμένη ανάγνωση αυτών, αλλά απλώς αναφέρεται η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση του. Κατά το άρθρο 656 ΑΚ "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού". Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ 855/2020, 118/2017, 440/2016, 414/2016, 359/2015). Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 118/2017, 414/2016, 363/2015). Ειδικότερα απαιτείται, για την ευδοκίμηση της ως άνω ενστάσεως του εργοδότη, όπως ο τελευταίος επικαλεσθεί και αποδείξει, α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, β) τους λόγους για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος, δηλαδή από το γεγονός ότι δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα (ΑΠ 855/2020, 118/2017, 223/2014). Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική. Εξ' άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999, 6/2019, 9/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του ελέγχου του τρίτου αναιρετικού λόγου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "....Αυτός (εναγόμενος) ισχυρίσθηκε κατά τη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης ότι ο ενάγων καταχρηστικά αξιώνει μισθούς υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα, καθόσον αδικαιολόγητα και κακόβουλα απέφυγε να ανεύρει άλλη εργασία, προκειμένου να λάβει το μισθό του από τον εναγόμενο, χωρίς να εργασθεί, παρά το γεγονός ότι η ανεύρεση εργασίας ήταν ευχερής, αφού από το 1994 και εντεύθεν είχε δημοσιευθεί πληθώρα προκηρύξεων πρόσληψης προσωπικού τόσο στον ΕΛΤΑ όσο και σε άλλους φορείς ή οργανισμούς. Η άσκηση της εν λόγω αξίωσης του ενάγοντος δεν είναι εξαρχής καταχρηστική, απορριπτόμενου, κατ' αρχήν, ως αβάσιμου του σχετικού αυτού ισχυρισμού του εναγομένου. Περαιτέρω, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα δελτία ασφαλιστικής ταυτότητας και εισφορών του ενάγοντος καθώς και από τον προσκομιζόμενο Λογαριασμό Ασφαλισμένου, προκύπτει ότι ο ενάγων αναζήτησε εργασία καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα (και αυτό κατά το οποίο οι ένδικες αξιώσεις του έχουν παραγραφεί) και πράγματι βρήκε και απασχολήθηκε περιστασιακά σε διάφορους εργοδότες, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι αυτός βρήκε εργασία ανάλογη των προσόντων του (με την ειδικότητα του υπαλλήλου) σε παρεμφερείς επιχειρήσεις ν.π.ι.δ.. Από τα ως άνω αποδειχθέντα και ενόψει των ειδικών συνθηκών, ήτοι της ηλικίας του (ήταν 37 ετών κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του) και της προϋπηρεσίας του αυτός (ενάγων) κατέβαλε, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του, προσπάθειες για ανεύρεση εργασίας και δεν έμεινε άνεργος ηθελημένα και από κακοβουλία του, για να εισπράξει μισθούς υπερημερίας από τον εναγόμενο. Σημειώνεται, ότι η μνεία, εκ μέρους του εργαζομένου, πληθώρας αγγελιών εύρεσης εργασίας δεν συνιστά προσφορά εργασίας ισότιμης ή ανάλογης με την εργασία που παρείχε στον εναγόμενο ο ενάγων. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ποία είναι η ωφέλεια που ο ενάγων αποκόμιζε από την προσφερόμενη ισότιμη ή ανάλογη εργασία του, δηλαδή ποίες είναι οι συγκεκριμένες αποδοχές, που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή, καθώς και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο ενάγων. Τέτοια όμως εργασία, ανάλογη των προσόντων του θα μπορούσε να είχε βρει τουλάχιστον εντός δύο ετών, μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος, για το οποίο είχε ζητήσει μισθούς υπερημερίας, με την προηγούμενη αγωγή του [ήτοι με την από 8-8-1994 (αριθμ. εκθ. καταθ. 235/1994) αγωγή του, με την οποία του επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας για τον χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 31-8-1994], Παρά ταύτα, όμως, καθ' όλο το μετέπειτα χρονικό διάστημα μέχρι την ένδικη από 22-12-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 140814/4740/2014) αγωγή αυτός θα μπορούσε εάν εκδήλωνε ενδιαφέρον και προέβαινε σε αληθινή προσπάθεια στο χώρο αγοράς εργασίας να απασχοληθεί σταθερά σε άλλον εργοδότη. Αντίθετα, όμως, από ηθελημένη κακοβουλία, ήτοι με πρόθεση να αποκομίσει, χωρίς δικαιολογητικό λόγο, ωφέλεια, με ζημία του εργοδότη (εισπράττοντας τους αξιούμενους μισθούς υπερημερίας), συνέχισε να μην καταβάλλει αληθινή προσπάθεια προς ανεύρεση σταθερής εργασίας, ανάλογης αυτής που είχε πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, επιμένοντας, για πολλά έτη να εισπράττει μισθούς υπερημερίας. Με τα δεδομένα αυτά, η άσκηση από τον ενάγοντα του δικαιώματος καταβολής μισθών υπερημερίας για τον από 1-9- 1996 και εφεξής χρόνο (που, όμως, όπως προαναφέρθηκε, οι ένδικες αξιώσεις του που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-2008 έχουν υποκύψει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 250 ΑΚ παραγραφή), προσκρούει στο άρθρο 281 ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος όρια και επομένως πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 656 και 281 ΑΚ προταθείσα - όπως προεκτέθηκε - με τις προτάσεις του εναγομένου ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο του δικαιώματος του για καταβολή μισθών υπερημερίας, την οποία επαναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τον τρίτο λόγο της έφεσης του. Επομένως, ο ενάγων δικαιούταν μισθούς υπερημερίας όχι, όμως για όλο το αιτούμενο χρονικό διάστημα, αλλά από 1-1- 1995 έως 1-9-1996, που όμως οι αφορώσες στο χρονικό αυτό διάστημα αξιώσεις του έχουν υποκύψει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 250 ΑΚ παραγραφή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι ο ενάγων - αναιρεσείων, κατά το διάστημα αυτό της υπερημερίας του εργοδότη αυτού εναγομένου -αναιρεσίβλητου παρέμεινε θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορούσε να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, προκειμένου να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται και να απορρίψει την αγωγή κατά την προσβαλλόμενη διάταξή της, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα αν η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για λήψη των αιτούμενων μισθών υπερημερίας είναι καταχρηστική, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία και εφάρμοσε. Επομένως ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Οσον αφορά τις λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ανάγονται πράγματι σε πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Εφετείο, το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (αρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 23-1-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6032/3-11-2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο για τα δικαστικά του έξοδα, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ