ΑΡΙΘΜΟΣ 490/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη και Μαρία Βασιλάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Φεβρουαρίου 2013, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντα Ε. Π. του Χ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Χαλκίδας, που εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Δημήτριο Βαλάση, που ορίστηκε δικηγόρος αυτού, με την υπ' αριθμ. 17/2013 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 1512/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και για αναστολή εκτελέσεως της εκτιόμενης ποινής που του επιβλήθηκε με την ως άνω απόφαση. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1234/2012. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 251/4-12-2012, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, με τη σχετική δικογραφία, την από 22.11.2012 αίτηση του Ε. Π. του Χ., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την 1512/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός των άλλων περιπτώσεων που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν, μετά την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής "νέα γεγονότα ή αποδείξεις" είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, ανεξαρτήτως αν υπήρχαν πριν από την καταδίκη ή προέκυψαν μεταγενέστερα, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Τέτοιες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, αλλά και ήδη εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή τροποποιητικές ή διευκρινιστικές εκείνων που είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε (ΑΠ 903/2012, 1931/2010, 1654/2010). Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως από αυτούς και απορρίφθηκαν, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται, ο έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, από νομική και ουσιαστική άποψη και ο επανέλεγχος της υποθέσεως, επί τη βάσει του ίδιου αποδεικτικού υλικού που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (ΑΠ 1579/2010, 228/2010, 1034/2009). Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1, 3 και 528 παρ. 1 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορό του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο που υπηρετεί. Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, διαφορετικά είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1233/2010, 2461/2009). Η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ο αιτών, Ε. Π., επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της 1504/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από αυτόν αίτηση αναιρέσεως κατά της 1512/2010 καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για το λόγο ότι από τις νέες αποδείξεις που αναφέρονται στην αίτηση αυτή και ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γίνεται φανερό (όπως διατείνεται) ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, είναι νόμιμη και παραδεκτή, στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 525 παρ. 1 περ. 2 και 528 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσία. Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών, Ε. Π., καταδικάστηκε, με την 1512/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής αναιρέσεως του με την 1504/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, σε φυλάκιση πέντε (5) ετών για την αξιόποινη πράξη της υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνουσας το ποσό των 73.000 ευρώ. Όπως προκύπτει από τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και αναφέρεται στην ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου, το παραπάνω Δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ότι, από την εκτίμηση των μνημονευόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μηνυτής Ν. Β. είναι συνιδιοκτήτης από κοινού με την μητέρα του Α. Β., κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα, ενός επιβατικού-τουριστικού (t/r-5/p), ιστιοπλοϊκού σκάφους, τύπου θαλαμηγού (YAGHT), καταχωρημένου και στα νηολόγια Πειραιά με αριθμό ... και με την ονομασία "Ο. Ν." ιπποδύναμης 50ΗΡ ολική χωρητικότητα 1992, ΚΟΚ μήκους 19,42 μέτρων και έτους ναυπήγησης 1986. Από τον Δεκέμβριο του 1999, ο μηνυτής, γνώρισε μέσω του μηχανικού - συντηρητή του ως άνω σκάφους Α. Π., ο οποίος εμφανίστηκε ως επιχειρηματίας ενδιαφερόμενος για τη ναύλωση του σκάφους προκειμένου να διοργανώνει ναύλους με σκοπό την αναψυχή. Πράγματι κατά τη χρονική περίοδο από 25.1.2000 μέχρι 11.3.2000 ναύλωσε το πιο πάνω σκάφος για την πραγματοποίηση ολιγοήμερων ναύλων και ειδικότερα για τα χρονικά διαστήματα από 8.2.2000 μέχρι 15.2.2000, από 25.2.2000 μέχρι 3.3.2000, από 4.3.2000 μέχρι 7.3.2000. Επειδή δε ο ίδιος εστερείτο πτυχίου ιστιοπλοϊκού σκάφους ανοικτής θαλάσσης, χρησιμοποιούσε για την κατάρτιση της ναύλωσης διαφορετικά κάθε φορά πρόσωπα που διέθεταν το εν λόγω πτυχίο, ενώ στην πραγματικότητα, ναυλωτής ήταν ο ίδιος. Έτσι και για την καταρτισθείσα ναυλοσύμβαση για το από 2.7.2000 μέχρι 31.7.2000 χρονικό διάστημα με ναύλο 50.000 δρχ. ημερησίως, εμφάνισε στο μηνυτή ως διαθέτοντα το πτυχίο αυτό, τον Ε. Κ., ο οποίος επέδειξε το με αρ. ... πιστοποιητικό (πτυχίο) που εφέρετο ως εκδοθέν από την ελληνική ιστιοπλοϊκή σχολή Κ.Κ., η οποία είναι αναγνωρισμένη από την Ελληνική Γραμματεία Αθλητισμού. Με την κατάρτιση της εν λόγω ναυλοσύμβασης ο εκναυλωτής μηνυτής παρέδωσε στον ως ναυλωτή φερόμενο, Ε. Κ. όλα τα ναυτιλιακά έγγραφα του πλοίου και ο τελευταίος αναχώρησε για την Τήνο κατά δήλωσή του. Τις πρωινές ώρες της 23.7.2000 ο αυτός ως άνω Ε. Κ. επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πατέρα του μηνυτή Σ. Β. και του γνωστοποίησε ότι παρά το γεγονός είχε προσαράξει το πλοίο στο λιμένα κατάπλου και ελλιμενισμού την προτεραία (22.7.2000) και είχε προσδέσει αυτό στην έβδομη προβλήτα της μαρίνας Καλαμακίου προκειμένου να επιμεληθεί την επομένη της καθαριότητάς του, κατά την εκεί προσέλευσή του, διαπίστωσε ότι το ιστιοπλοϊκό δεν βρισκόταν στην θέση του και έπρεπε να προβεί σε σχετική περί κλοπής αυτού δήλωση στο οικείο αστυνομικό τμήμα. Στην πραγματικότητα όμως το πλοίο αυτό δεν κατέπλευσε στο Καλαμάκι στις 22.7.2000 και η χωρήσασα ως άνω δήλωση του Ε. Κ. περί κλοπής αυτού πραγματοποιήθηκε προκειμένου ο ναυλωτής Ε. Π., ο οποίος είχε παραλάβει το ως άνω σκάφος από τη σύναψη της εν λόγω ναυλοσύμβασης (2.7.2000) να το οικειοποιηθεί παράνομα και να εξαφανίσει τα ίχνη του, αφού κατά τη λήξη της ναύλωσης (31.7.2000) αλλά και μέχρι σήμερα, δεν επέστρεψε αυτό στον εκναυλωτή μηνυτή ιδιοποιηθείς παράνομα αυτό ισχυριζόμενος ψευδώς ότι εκλάπη. Για τα πραγματικά αυτά περιστατικά σαφής ελέγχεται η κατάθεση του ιδιοκτήτη του σκάφους και εκναυλωτή Ν. Β., σύμφωνα με τα παρατιθέμενα, στην οποία παρά την κατάρτιση του ναυλοσύμφωνου με τον Ε. Κ., πραγματικός ναυλωτής του σκάφους ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος μετά την περί κλοπής του σκάφους δήλωση του Ε. Κ., εξαφανίστηκε και δεν επέστρεψε μέχρι σήμερα αυτό, ενώ, όπως εκ των υστέρων πληροφορήθηκε από το Λιμεναρχείο Πειραιά, εμπλέκεται σε υποθέσεις παράνομης μεταφοράς λαθρομεταναστών, γεγονός, που επιβεβαιώνεται και από τα διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό της εκκαλουμένης απόφασης, αναφορικά με την καταδίκη του για το παραπάνω αδίκημα, δυνάμει της με αρ. 2163/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, καθώς και της με αρ. 384/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Σύρου. Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται παρ' αντιθέτου τινός αποδεικτικού στοιχείου τουναντίον επιρρωνύεται από την κατάθεση και του μάρτυρα κατηγορίας Σ. Β., πατέρα του πλοιοκτήτη, σύμφωνα με τα παρατιθέμενα, στην οποία όπως διακρίβωσε, το σκάφος δεν κατάπλευσε στη μαρίνα Καλαμακίου την προδιαληφθείσα ημεροχρονολογία και μετά την περί κλοπής του σκάφους δήλωση του Ε. Κ., ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε, και πέραν αυτής από το αιτιολογικό της με αρ. 1606/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την οποία ο Ε. Κ. κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της απλής συνέργειας σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, καθόσον, "αν και γνώριζε ότι δε διαθέτει πτυχίο ιστιοπλόου που αποτελεί αναγκαίο δικαιολογητικό για τη σύναψη συμβάσεων ναυλώσεως, εν τούτοις, για να διευκολύνει τον κατηγορούμενο στη διάπραξη της πιο πάνω πράξεως της υπεξαιρέσεως, από πρόθεση εμφανίστηκε στον Ν. Β., ως κάτοχος πτυχίου ιστιοπλόου για να επιτύχει τη ναύλωση του πλοίου στο όνομά του, αν και γνώριζε ότι το πτυχίο αυτό είναι πλαστό και το είχε καταρτίσει ο ίδιος και έτσι επιδεικνύοντάς το στον πλοιοκτήτη πέτυχε τη σύναψη της συμβάσεως ναυλώσεως και στη συνέχεια, αφού παρέλαβε το πλοίο το παρέδωσε στον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ο πραγματικός ναυλωτής του πλοίου. Επιπλέον, για να συνδράμει τον τελευταίο στην ως άνω πράξη του και ειδικότερα για να τον διευκολύνει από απόψεως χρόνου να εξαφανίσει τα ίχνη του πλοίου ισχυρίστηκε στις αρμόδιες λιμενικές αρχές ψευδώς ότι το ως άνω πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι της Τήνου στις 6.7.2000 και μετά τον απόπλου του στις 21.7.2000 κατέπλευσε στη μαρίνα Καλαμακίου στις 26.7.2000 απ' όπου και εκλάπη αφού, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο αιτιολογικό της ίδιας απόφασης, στην πραγματικότητα, αυτός είχε παραδώσει την κατοχή του πλοίου από της συνάψεως της ως άνω συμβάσεως, στον Ε. Π. και ο ίδιος (Ε. Κ.) τουλάχιστον από τις 11.7.2000 έως τις 21.7.2000 διέμενε στο ξενοδοχείο ... στον Πειραιά. Εξάλλου σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση αυτή, ο τελευταίος στις 21.7.2000 μετέβη με πλοίο της γραμμής στην Τήνο και δήλωσε ότι το πλοίο είχε καταπλεύσει στο πιο πάνω λιμάνι στις 6.7.2000 και θα αποπλεύσει αυθημερόν (21.7.2000) ενώ στις 23.7.2000 δήλωσε αρχικά στον πατέρα του πλοιοκτήτη ότι το πλοίο κατέπλευσε στο Καλαμάκι, πράγμα ψευδές και στη συνέχεια αυθημερόν δήλωσε στον πλοιοκτήτη -εκναυλωτή και στην αρμόδια Λιμενική αρχή ότι εκλάπη από τη μαρίνα του Καλαμακίου". Τα προεκτεθέντα άλλωστε ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με εκείνο της από 4/6/2000 υπεύθυνης δήλωσης του Ε. Κ. στην οποία ρητή αναφορά γίνεται περί παραδόσεως του σκάφους και των εγγράφων του στον κατηγορούμενο στο λιμάνι της Φώκαιας, κατόπιν σχετικής υπόδειξής του, καθώς και περί της μετάβασής του στην Τήνο κατόπιν υποδείξεως του ωσαύτως, προκειμένου να δηλώσει τον κατάπλου του σκάφους στην Τήνο και τον απόπλου για Πειραιά στον οποίο όμως ο ίδιος επέστρεψε με το πλοίο της γραμμής Πηνελόπη. [Άλλωστε, αν το σκάφος πράγματι είχε καταπλεύσει την ανωτέρω ημερομηνία στη μαρίνα Καλαμακίου, αναμφισβήτητα θα είχε δηλωθεί ο κατάπλους του σκάφους στην οικεία λιμενική αρχή, και παραδοθεί σ' αυτή τα σχετικά έγγραφα ή θα είχε ειδοποιηθεί ο μηχανικός - φροντιστής του πλοίου Α. Π., ενέργειες, υπέρ της πραγματοποίησης των οποίων δεν συνηγορεί κανένα αποδεικτικό στοιχείο και δη σχετικά με την καταχώρηση, όμοιας με την προστεθείσα δήλωση στα τηρούμενα από την οικεία Λιμενική αρχή βιβλία]. Τα όσα δε ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπου αρνούμενος την κατηγορία καταλογίζει την εμπλοκή του στην ένδικη υπόθεση και την υποβολή της σε βάρος του μήνυσης, στον τότε διοικητή του Λιμεναρχείου Πειραιά, που κατονομάζει, διότι καταγγέλθηκε υπ' αυτού και άλλους επιχειρηματίες στο Τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, δεν επιβεβαιώνονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ούτε άλλωστε επιβεβαιώνονται τα όσα διαλαμβάνει στην από 15.1.2007 υπεύθυνη δήλωσή του ο προαναφερθείς Ε. Κ., σχετικά με την κλοπή του σκάφους από το μηχανικό Α. Π., τα υποστηριζόμενα στην οποία αναιρούνται από τα όσα ο ίδιος αναφέρει στην από 30.6.2004 υπεύθυνη αυτού δήλωση σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οποία το σκάφος παραδόθηκε υπ' αυτού στον κατηγορούμενο κατόπιν υπόδειξής του, στο λιμάνι της Φώκαιας, όπου το πριμοδέτησε χωρίς να δηλώσει τον κατάπλου. Περαιτέρω, όπως από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται το υπεξαιρεθέν από τον κατηγορούμενο με αρ. νηολογίου Λ.Π.... σκάφος εργοστασίου κατασκευής BENETEAU το έτος 1986, μήκους 12,42 μ. τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνουσας το ποσό των 25.000.000 δρχ και ήδη 73.000 ευρώ, ως ανερχομένης στο ποσό των 30.000.000 δρχ. όπως υπέρ της κρίσεως αυτής συνηγορεί πέραν της κατάθεσης του ιδιοκτήτη και μηνυτή Ν. Β. και εκείνη του πατρός του Σ. Β., σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην οποία αρνήθηκαν την εκποίησή του αντί του τιμήματος των 26.000.000 δρχ. σε γινόμενη σχετικώς πρόταση την επίμαχη χρονική περίοδο. Και ναι μεν όπως προκύπτει από το με αρ. .../23.6.2000 ασφαλιστήριο της Nationale-Nederlanden το σκάφος αυτό ασφαλίστηκε για τον κίνδυνο της ολικής κλοπής για την από 1.7.2000 - 1.7.2001 χρονική περίοδο έναντι του ποσού των 18.700.000 δρχ. με ασφαλιστικό ποσό εξοπλισμού 2.700.000 δρχ., όμως, όπως με σαφήνεια κατέθεσε ο πλοιοκτήτης Ν. Β. η αναγραφή του ως άνω ποσού πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια μειώσεως του καταβλητέου για ασφάλιστρα ποσού, ενώ εξ άλλου την προεκτεθείσα κρίση κατ' ουδέν αναιρεί το γεγονός της διάθεσης προς πώληση την επίμαχη χρονική περίοδο ιστιοπλοϊκών σκαφών, του αυτού εργοστασίου, μήκους και έτους κατασκευής με το προαναφερθέν, αντί τμήματος 12.300.000 δρχ. ή 8.000.000 δρχ. (βλ. αγγελίες αγοραπωλησιών επαγγελματικών σκαφών), καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο μηχανολογικός εξοπλισμός που διέθεταν ήταν όμοιος κατά τα αντικείμενα ή την αξία με εκείνο του ανωτέρω σκάφους, καθώς και περί του αν η εν γένει κατάστασή τους ήταν όμοια με την του επίμαχου σκάφους. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 25.000.000 δρχ. και πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος, όπως και πρωτοβάθμια της αξιόποινης πιο πάνω πράξης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. β του ΠΚ απορριπτόμενου του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού περί μετατροπής της κατηγορίας στην πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξη της υπεξαίρεσης τη προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, ως μη υπερβαίνουσας της αξίας αυτού το ποσό των 73.000 ευρώ". Ο αιτών, με την κρινόμενη αίτησή του, επικαλείται ως νέο στοιχείο, υπέρ της αθωότητάς του, την προσκομιζόμενη από 2.10.2012 αναφορά του Γ. Μ., ναυπηγού μηχανικού, ο οποίος συμπερασματικά αποφαίνεται ότι κατά τη γνώμη του, με βάση τα στοιχεία που παραθέτει σ' αυτή "ένα όμοιο προς το αναφερόμενο σκάφος, επαγγελματικό μέσης κατάστασης, αξιόπλοο και με ισχύοντα πιστοποιητικά, η μέση λογική τιμή πώλησής του κατά το έτος 2000 εκτιμάται ότι ήταν της τάξης των 13.000 ευρώ +/-5%". Ειδικότερα, ο ανωτέρω Γ. Μ., στην αναφορά του, που συντάχθηκε κατ' εντολή του αιτούντος Ε. Π., με σκοπό την εκτίμηση της αξίας του πλοίου Ο. Ν. (O. N.) κατά το έτος 2000, αναφέρει ότι για την εκτίμηση της αξίας του πλοίου έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων, αποκόμματα της εφημερίδας ΑΓΓΕΛΙΕΣ με ημερομηνίες 20 και 22 Δεκεμβρίου 2000, όπου εμφανίζονται προς πώληση δυο όμοια σκάφη με τιμές πώλησης 8.000.000 και 14.000.000 δραχμές, αντιστοίχως. Επίσης, αναφέρει ότι απευθύνθηκε μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στα γραφεία "WALSH MARINE SURVEVORS" (οδός ...) και "YES YAGHTS" (...), που ασχολούνται αποκλειστικά με αυτό το είδος της ναυτιλίας, και έλαβε αντίστοιχες απαντήσεις, με μήνυμα, ότι οι τιμές πώλησης όμοιων σκαφών το έτος 2000 κυμαίνονταν από 12.324.233 έως 15.056.363 δραχμές (μέση τιμή 13.690.000 δραχμές), και από 30.000 έως 40.000 ευρώ, ενώ κατά τις προφορικές εκτιμήσεις δυο ακόμη επιθεωρητών σκαφών αναψυχής, οι οποίοι δήλωσαν αδυναμία να απαντήσουν γραπτώς, η αξία του συγκεκριμένου σκάφους ήταν της τάξεως των 12.500.000 έως 14.500.000 δραχμών (βλ. αναφορά Γ. Μ.). Όμως, τα παραπάνω στοιχεία δεν συνιστούν νέες αποδείξεις κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των πρακτικών της προκύπτει ότι αυτά ερευνήθηκαν αμέσως από το Δικαστήριο της ουσίας, στο οποίο προβλήθηκε από τον παρόντα στη δίκη αιτούντα κατηγορούμενο ο αυτοτελής ισχυρισμός για μεταβολή της κατηγορίας σε πλημμεληματική πράξη, λόγω αξίας του σκάφους μικρότερης των 25.000.000 δραχμών και για παραγραφή αυτής. Το Δικαστήριο, όπως προκύπτει και από την 1504/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού αιτιολόγησε επαρκώς και εμπεριστατωμένα, την λόγω αξίας κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δη ότι η αξία του υπεξαιρεθέντος σκάφους υπερέβαινε το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ), την οποία προσδιόρισε στο ποσό των 30.000.000 δραχμών, παραθέτοντας και τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και τους συλλογισμούς που θεμελιώνουν την κρίση του, απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό ως αβάσιμο. Επομένως, τα προσκομιζόμενα με την κρινόμενη αίτηση και επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία, δεν είναι διαφορετικά από εκείνα που είχαν τεθεί υπόψη των δικαστών που δίκασαν την υπόθεση, εκτιμώμενα δε αυτά είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που προσκομίστηκαν προηγουμένως στο Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την ως άνω αμετάκλητη απόφαση, δεν καθίσταται φανερό ότι ο αιτών καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση, συνακόλουθα δε, ως άνευ αντικειμένου, και το αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα με την προσβαλλόμενη απόφαση, να καταδικασθεί δε αυτός (αιτών) στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Να απορριφθεί η από 22.11.2012 αίτηση του Ε. Π. του Χ., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την 1512/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και το αίτημά του περί αναστολής εκτελέσεως της εκτιόμενης υπό τούτου ποινής, που του επιβλήθηκε με την απόφαση αυτή. Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Αθήνα, 30 Νοεμβρίου 2012 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας." Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν, ύστερα από την οριστική καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες, οι οποίες δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία, τα οποία διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλ' αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ' αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης με βάση το αποδεικτικό υλικό, το οποίο έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτή δικαστές, καθόσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση από 22-11-2012 αίτηση, ο αιτών Ε. Π. επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την αμετάκλητη καταδικαστική με αριθμό 1512/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία (3) έτη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ως λόγο επανάληψης της διαδικασίας, προβάλλει με την αίτηση, ότι μετά την οριστική καταδίκη του, προέκυψαν νέα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία επικαλείται και αποδεικνύουν ότι, το Δικαστήριο τον καταδίκασε άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Η αίτηση με το παραπάνω περιεχόμενο είναι νόμιμη, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 525 ΚΠΔ, παραδεκτά δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ.3, και 528 παρ.1 του Κ.Π.Δ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των περιεχομένων στη δικογραφία εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο αιτών, Ε. Π. καταδικάστηκε με την 1512/2010 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, και στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία (3) έτη, για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Το παραπάνω Δικαστήριο, που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο μηνυτής Ν. Β. είναι συνιδιοκτήτης από κοινού με την μητέρα του Α. Β., κατά ποσοστό 70% και 30% αντίστοιχα, ενός επιβατικού-τουριστικού (t/r-5/p), ιστιοπλοϊκού σκάφους, τύπου θαλαμηγού (YAGHT), καταχωρημένου και στα νηολόγια Πειραιά με αριθμό ... και με την ονομασία "Ο. Ν." ιπποδύναμης 50ΗΡ ολική χωρητικότητα 1992, ΚΟΚ μήκους 19,42 μέτρων και έτους ναυπήγησης 1986. Από τον Δεκέμβριο του 1999, ο μηνυτής, γνώρισε μέσω του μηχανικού - συντηρητή του ως άνω σκάφους Α. Π., ο οποίος εμφανίστηκε ως επιχειρηματίας ενδιαφερόμενος για τη ναύλωση του σκάφους προκειμένου να διοργανώνει ναύλους με σκοπό την αναψυχή. Πράγματι κατά τη χρονική περίοδο από 25.1.2000 μέχρι 11.3.2000 ναύλωσε το πιο πάνω σκάφος για την πραγματοποίηση ολιγοήμερων ναύλων και ειδικότερα για τα χρονικά διαστήματα από 8.2.2000 μέχρι 15.2.2000, από 25.2.2000 μέχρι 3.3.2000, από 4.3.2000 μέχρι 7.3.2000. Επειδή δε ο ίδιος εστερείτο πτυχίου ιστιοπλοϊκού σκάφους ανοικτής θαλάσσης, χρησιμοποιούσε για την κατάρτιση της ναύλωσης διαφορετικά κάθε φορά πρόσωπα που διέθεταν το εν λόγω πτυχίο, ενώ στην πραγματικότητα, ναυλωτής ήταν ο ίδιος. Έτσι και για την καταρτισθείσα ναυλοσύμβαση για το από 2.7.2000 μέχρι 31.7.2000 χρονικό διάστημα με ναύλο 50.000 δρχ. ημερησίως, εμφάνισε στο μηνυτή ως διαθέτοντα το πτυχίο αυτό τον Ε. Κ., ο οποίος επέδειξε το με αρ. ... πιστοποιητικό (πτυχίο) που εφέρετο ως εκδοθέν από την ελληνική ιστιοπλοϊκή σχολή Κ.Κ., η οποία είναι αναγνωρισμένη από την Ελληνική Γραμματεία Αθλητισμού. Με την κατάρτιση της εν λόγω ναυλοσύμβασης ο εκναυλωτής μηνυτής παρέδωσε στον ως ναυλωτή φερόμενο Ε. Κ. όλα τα ναυτιλιακά έγγραφα του πλοίου και ο τελευταίος αναχώρησε για την Τήνο κατά δήλωσή του. Τις πρωινές ώρες της 23.7.2000 ο αυτός ως άνω Ε. Κ.ς επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πατέρα του μηνυτή Σ. Β. και του γνωστοποίησε ότι παρά το γεγονός είχε προσαράξει το πλοίο στο λιμένα κατάπλου και ελλιμενισμού την προτεραία (22.7.2000) και είχε προσδέσει αυτό στην έβδομη προβλήτα της μαρίνας Καλαμακίου προκειμένου να επιμεληθεί την επομένη της καθαριότητάς του, κατά την εκεί προσέλευσή του, διαπίστωσε ότι το ιστιοπλοϊκό δεν βρισκόταν στην θέση του και έπρεπε να προβεί σε σχετική περί κλοπής αυτού δήλωση στο οικείο αστυνομικό τμήμα. Στην πραγματικότητα όμως το πλοίο αυτό δεν κατέπλευσε στο Καλαμάκι στις 22.7.2000 και η χωρήσασα ως άνω δήλωση του Ε. Κ. περί κλοπής αυτού πραγματοποιήθηκε προκειμένου ο ναυλωτής Ε. Π., ο οποίος είχε παραλάβει το ως άνω σκάφος από τη σύναψη της εν λόγω ναυλοσύμβασης (2.7.2000) να το οικειοποιηθεί παράνομα και να εξαφανίσει τα ίχνη του, αφού κατά τη λήξη της ναύλωσης (31.7.2000) αλλά και μέχρι σήμερα, δεν επέστρεψε αυτό στον εκναυλωτή μηνυτή ιδιοποιηθείς παράνομα αυτό ισχυριζόμενος ψευδώς ότι εκλάπη. Για τα πραγματικά αυτά περιστατικά σαφής ελέγχεται η κατάθεση του ιδιοκτήτη του σκάφους και εκναυλωτή Ν. Β., σύμφωνα με τα παρατιθέμενα, στην οποία παρά την κατάρτιση του ναυλοσύμφωνου με τον Ε. Κ., πραγματικός ναυλωτής του σκάφους ήταν ο κατηγορούμενος ο οποίος μετά την περί κλοπής του σκάφους δήλωση του Ε. Κ., εξαφανίστηκε και δεν επέστρεψε μέχρι σήμερα αυτό, ενώ, όπως εκ των υστέρων πληροφορήθηκε από το Λιμεναρχείο Πειραιά, εμπλέκεται σε υποθέσεις παράνομης μεταφοράς λαθρομεταναστών, γεγονός, που επιβεβαιώνεται και από τα διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό της εκκαλουμένης απόφασης, αναφορικά με την καταδίκη του για το παραπάνω αδίκημα, δυνάμει της με αρ. 2163/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, καθώς και της με αρ. 384/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Σύρου. Η κατάθεση αυτή δεν αναιρείται παρ' αντιθέτου τινός αποδεικτικού στοιχείου τουναντίον επιρρωνύεται από την κατάθεση και του μάρτυρα κατηγορίας Σ. Β., πατέρα του πλοιοκτήτη, σύμφωνα με τα παρατιθέμενα, στην οποία όπως διακρίβωσε, το σκάφος δεν κατάπλευσε στη μαρίνα Καλαμακίου την προδιαληφθείσα ημεροχρονολογία και μετά την περί κλοπής του σκάφους δήλωση του Ε. Κ., ο κατηγορούμενος εξαφανίστηκε, και πέραν αυτής από το αιτιολογικό της με αρ. 1606/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την οποία ο Ε. Κ. κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της απλής συνέργειας σε υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, καθόσον, "αν και γνώριζε ότι δε διαθέτει πτυχίο ιστιοπλόου που αποτελεί αναγκαίο δικαιολογητικό για τη σύναψη συμβάσεων ναυλώσεως, εν τούτοις, για να διευκολύνει τον κατηγορούμενο στη διάπραξη της πιο πάνω πράξεως της υπεξαιρέσεως, από πρόθεση εμφανίστηκε στον Ν. Β., ως κάτοχος πτυχίου ιστιοπλόου για να επιτύχει τη ναύλωση του πλοίου στο όνομά του, αν και γνώριζε ότι το πτυχίο αυτό είναι πλαστό και το είχε καταρτίσει ο ίδιος και έτσι επιδεικνύοντάς το στον πλοιοκτήτη πέτυχε τη σύναψη της συμβάσεως ναυλώσεως και στη συνέχεια, αφού παρέλαβε το πλοίο το παρέδωσε στον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ο πραγματικός ναυλωτής του πλοίου. Επιπλέον, για να συνδράμει τον τελευταίο στην ως άνω πράξη του και ειδικότερα για να τον διευκολύνει από απόψεως χρόνου να εξαφανίσει τα ίχνη του πλοίου ισχυρίστηκε στις αρμόδιες λιμενικές αρχές ψευδώς ότι το ως άνω πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι της Τήνου στις 6.7.2000 και μετά τον απόπλου του στις 21.7.2000 κατέπλευσε στη μαρίνα Καλαμακίου στις 26.7.2000 απ' όπου και εκλάπη αφού, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο αιτιολογικό της ίδιας απόφασης, στην πραγματικότητα, αυτός είχε παραδώσει την κατοχή του πλοίου από της συνάψεως της ως άνω συμβάσεως, στον Ε. Π. και ο ίδιος (Ε. Κ.) τουλάχιστον από τις 11.7.2000 έως τις 21.7.2000 διέμενε στο ξενοδοχείο ... στον Πειραιά. Εξάλλου σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση αυτή, ο τελευταίος στις 21.7.2000 μετέβη με πλοίο της γραμμής στην Τήνο και δήλωσε ότι το πλοίο είχε καταπλεύσει στο πιο πάνω λιμάνι στις 6.7.2000 και θα αποπλεύσει αυθημερόν (21.7.2000) ενώ στις 23.7.2000 δήλωσε αρχικά στον πατέρα του πλοιοκτήτη ότι το πλοίο κατέπλευσε στο Καλαμάκι, πράγμα ψευδές και στη συνέχεια αυθημερόν δήλωσε στον πλοιοκτήτη -εκναυλωτή και στην αρμόδια Λιμενική αρχή ότι εκλάπη από τη μαρίνα του Καλαμακίου". Τα προεκτεθέντα άλλωστε ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με εκείνο της από 4/6/2000 υπεύθυνης δήλωσης του Ε. Κ. στην οποία ρητή αναφορά γίνεται περί παραδόσεως του σκάφους και των εγγράφων του στον κατηγορούμενο στο λιμάνι της Φώκαιας, κατόπιν σχετικής υπόδειξής του, καθώς και περί της μετάβασής του στην Τήνο κατόπιν υποδείξεως του ωσαύτως, προκειμένου να δηλώσει τον κατάπλου του σκάφους στην Τήνο και τον απόπλου για Πειραιά στον οποίο όμως ο ίδιος επέστρεψε με το πλοίο της γραμμής Πηνελόπη. [Άλλωστε, αν το σκάφος πράγματι είχε καταπλεύσει την ανωτέρω ημερομηνία στη μαρίνα Καλαμακίου, αναμφισβήτητα θα είχε δηλωθεί ο κατάπλους του σκάφους στην οικεία λιμενική αρχή, και παραδοθεί σ' αυτή τα σχετικά έγγραφα ή θα είχε ειδοποιηθεί ο μηχανικός - φροντιστής του πλοίου Α. Π., ενέργειες, υπέρ της πραγματοποίησης των οποίων δεν συνηγορεί κανένα αποδεικτικό στοιχείο και δη σχετικά με την καταχώρηση, όμοιας με την προστεθείσα δήλωση στα τηρούμενα από την οικεία Λιμενική αρχή βιβλία]. Τα όσα δε ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπου αρνούμενος την κατηγορία καταλογίζει την εμπλοκή του στην ένδικη υπόθεση και την υποβολή της σε βάρος του μήνυσης, στον τότε διοικητή του Λιμεναρχείου Πειραιά, που κατονομάζει, διότι καταγγέλθηκε υπ' αυτού και άλλους επιχειρηματίες στο Τμήμα Εσωτερικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, δεν επιβεβαιώνονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Ούτε άλλωστε επιβεβαιώνονται τα όσα διαλαμβάνει στην από 15.1.2007 υπεύθυνη δήλωσή του ο προαναφερθείς Ε. Κ., σχετικά με την κλοπή του σκάφους από το μηχανικό Α. Π., τα υποστηριζόμενα στην οποία αναιρούνται από τα όσα ο ίδιος αναφέρει στην από 30.6.2004 υπεύθυνη αυτού δήλωση σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οποία το σκάφος παραδόθηκε υπ' αυτού στον κατηγορούμενο κατόπιν υπόδειξής του, στο λιμάνι της Φώκαιας, όπου το πριμοδέτησε χωρίς να δηλώσει τον κατάπλου. Περαιτέρω, όπως από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται το υπεξαιρεθέν από τον κατηγορούμενο με αρ. νηολογίου Λ.Π. ... σκάφος εργοστασίου κατασκευής BENETEAU το έτος 1986, μήκους 12,42 μ. τον κρίσιμο ως άνω χρόνο, ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνουσας το ποσό των 25.000.000 δρχ και ήδη 73.000 ευρώ, ως ανερχομένης στο ποσό των 30.000.000 δρχ. όπως υπέρ της κρίσεως αυτής συνηγορεί πέραν της κατάθεσης του ιδιοκτήτη και μηνυτή Ν. Β. και εκείνη του πατρός του Σ. Β., σύμφωνα με τα παρατιθέμενα στην οποία αρνήθηκαν την εκποίησή του αντί του τιμήματος των 26.000.000 δρχ. σε γινόμενη σχετικώς πρόταση την επίμαχη χρονική περίοδο. Και ναι μεν όπως προκύπτει από το με αρ. .../23.6.2000 ασφαλιστήριο της Nationale-Nederlanden το σκάφος αυτό ασφαλίστηκε για τον κίνδυνο της ολικής κλοπής για την από 1.7.2000 - 1.7.2001 χρονική περίοδο έναντι του ποσού των 18.700.000 δρχ. με ασφαλιστικό ποσό εξοπλισμού 2.700.000 δρχ., όμως, όπως με σαφήνεια κατέθεσε ο πλοιοκτήτης Ν. Β. η αναγραφή του ως άνω ποσού πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια μειώσεως του καταβλητέου για ασφάλιστρα ποσού, ενώ εξ άλλου την προεκτεθείσα κρίση κατ' ουδέν αναιρεί το γεγονός της διάθεσης προς πώληση την επίμαχη χρονική περίοδο ιστιοπλοϊκών σκαφών, του αυτού εργοστασίου, μήκους και έτους κατασκευής με το προαναφερθέν, αντί τμήματος 12.300.000 δρχ. ή 8.000.000 δρχ. (βλ. αγγελίες αγοραπωλησιών επαγγελματικών σκαφών), καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο μηχανολογικός εξοπλισμός που διέθεταν ήταν όμοιος κατά τα αντικείμενα ή την αξία με εκείνο του ανωτέρω σκάφους, καθώς και περί του αν η εν γένει κατάστασή τους ήταν όμοια με την του επίμαχου σκάφους. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας άνω των 25.000.000 δρχ. και πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος, όπως και πρωτοβάθμια της αξιόποινης πιο πάνω πράξης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. β του ΠΚ απορριπτόμενου του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού περί μετατροπής της κατηγορίας στην πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξη της υπεξαίρεσης τη προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 εδ. α του ΠΚ, ως μη υπερβαίνουσας της αξίας αυτού το ποσό των 73.000 ευρώ". Ο αιτών με την υπό κρίση αίτησή του επικαλείται ως νέο στοιχείο για την άδικη καταδίκη του για βαρύτερο έγκλημα από αυτό που τέλεσε την από 2-10-2012 αναφορά του Γ. Μ. ναυπηγού - μηχανικού η οποία συνετάγη κατ' εντολή του ιδίου (αιτούντος) Ε. Π. με σκοπό την εκτίμηση του επίδικου σκάφους Ο. Ν. (O. N.) κατά το έτος 2000. Ο Γ. Μ., αφού έλαβε υπόψη του αποκόμματα της εφημερίδας "ΑΓΓΕΛΙΕΣ" με ημερομηνίες 20 και 22 Δεκεμβρίου 2000, όπου εμφανίζονται προς πώληση δύο όμοια σκάφη με τιμές πώλησης 8.000.000 και 14.000.000 δρχ. αντίστοιχα και τις γραπτές απαντήσεις των εταιριών ALS MARINE SURVEVORS YES YAGHTS οι οποίες ασχολούνται κατ' αποκλειστικότητα με το επίδικο είδος, τις οποίες απαντήσεις ο ίδιος (Γ. Μ.) προκάλεσε και οι οποίες αναφέρουν ότι οι τιμές πώλησης όμοιων σκαφών το έτος 2000 κυμαίνονταν από 12.324.233 έως 15.056.363 δραχμές (μέση τιμή 13.690.000 δραχμές) και από 30.000 έως 40.000 ευρώ, καθώς και τις προφορικές εκτιμήσεις δύο ακόμη επιθεωρητών σκαφών αναψυχής (οι οποίοι δήλωσαν αδυναμία έγγραφης απάντησης) και εκτιμούν ότι η αξία του συγκεκριμένου σκάφους ήταν της τάξεως των 12.500 έως 14.500.000 δραχμών, συμπερασματικά αποφαίνεται ως εξής : "η γνώμη του υπογράφοντος Ναυπηγού - Μηχανικού είναι ότι ένα όμοιο προς το περιγραφόμενο σκάφος, επαγγελματικό μέσης κατάστασης, αξιόπλοο και με ισχύοντα πιστοποιητικά, η μέση λογική τιμή πώλησής του κατά το έτος 2000 εκτιμάται ότι ήταν της τάξης των 13.000.000 δραχμών με απόκλιση +/-5%. Όμως οι παραπάνω αποδείξεις δεν είναι νέες κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, καθόσον δεν διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία για το βαρύτερο αδίκημα για το οποίο καταδικάσθηκε ο αιτών και δεν ανατρέπουν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης και των πρακτικών της προκύπτει ότι ερευνήθηκαν αυτές αμέσως από το δικαστήριο της ουσίας στο οποίο υποβλήθηκε μάλιστα από τον κατηγορούμενο και νυν αιτούντα αυτοτελής ισχυρισμός για μεταβολή της κατηγορίας από κακουργηματική σε πλημμεληματική πράξη, λόγω αξίας του σκάφους μικρότερης των 25.000.000 δραχμών και για παραγραφή αυτής και σε κάθε περίπτωση εκτιμώμενες αυτές μόνες τους, αλλά και σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, δεν καθιστούν φανερό, ότι ο αιτών καταδικάσθηκε για βαρύτερο αδίκημα απ' αυτό που διέπραξε. Μετά από αυτά, πρέπει, να απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση, συνακόλουθα δε, ως άνευ αντικειμένου, και το αίτημα για αναστολή εκτελέσεως της ποινής που επιβλήθηκε στον αιτούντα και περιέχεται στην ίδια αίτηση και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει: α) την από 22-11-2012 αίτηση του Ε. Π., περί επαναλήψεως προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την 1512/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και β) το αίτημά του για χορήγηση αναστολής εκτελέσεως της ποινής. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2013.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ