Αριθμός 168/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 16η Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. συζ. Σ. Π. το γένος Γ. και Ε. Ο., κατοίκου ..., 2) Μ. Ο. του Χ. και της Μ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Μιχαηλίδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Βερροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα, Ιασίου 1 και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βαλσάμη-Γρηγόριο Κουτάλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4832/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2201/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-4-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από το συνδυασμό των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατ' εκείνων που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ήταν διάδικοι στη δίκη όπου εκδόθηκε αυτή και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος που νίκησαν, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως διαδίκων στον πρώτο βαθμό, δεν στρέφεται δε αναγκαία εναντίον όλων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, εκτός από τις περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας. Ειδικότερα η αίτηση αναιρέσεως στρέφεται μόνον εναντίον εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος από τους οποίους επιδιώκεται και με βάση τις επικαλούμενες συνέπειές της η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν οι αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες δεν αφορούν κάποιο διάδικο, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται και εναντίον του είναι απαράδεκτη, αφού δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμη κι αν ευδοκιμήσει κάποιος από τους λόγους αυτούς. (ΑΠ 60/2020, ΑΠ. 913/2014). Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου και του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" την από 15.6.2017 αγωγή. Με την αγωγή αυτή εξέθεταν ότι κατέστησαν συγκύριες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου η κάθε μία του περιγραφομένου σε αυτήν οικοπέδου μετά της επ' αυτού τριώροφης οικοδομής, κείμενου στην περιοχή ..., με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενες αυτό, η πρώτη από το έτος 2002 και η δεύτερη από το έτος 1993, προσμετρώντας στον χρόνο της νομής τους και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους. Επικαλούμενες δε, οι ενάγουσες ότι κατά τις πρώτες εγγραφές στο κτηματολόγιο το ακίνητο αυτό καταχωρήθηκε εσφαλμένα ως ανήκον κατά ποσοστό 90,7791% στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και κατά ποσοστό 9,2209% στην ιδιοκτησία του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" ζήτησαν να αναγνωρισθεί η κυριότητα (συγκυριότητα) της καθεμίας από αυτές επί του επιδίκου ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο από την εσφαλμένη ως άνω αναγραφή του ακινήτου αυτού ως ιδιοκτησίας κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά των εναγομένων να καταχωριστούν ως ιδιοκτήτριες οι ίδιες. Επί της ως άνω αγωγή εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία η 4832/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., κρίνοντας ότι τη διάταξη του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 περί χρησικτησίας ακινήτων σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδική και εξαιρετική εφαρμόζεται μόνο προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, δεν τυγχάνει όμως εφαρμογής και επί ακινήτων ανηκόντων στην κυριότητα των Ν.Π.Δ.Δ., ως προς το πρώτο δε αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της ως άνω αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση από τις ήδη αναιρεσείουσες, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2201/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία την δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν μόνο ως προς τον λόγο εφέσεως που αφορούσε στη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, τα οποία είχαν επιβληθεί με την πρωτόδικη απόφαση σε βάρος των εναγουσών και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μόνο ως προς αυτήν την διάταξη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 191 παρ. 2, 183 και 179 ΚΠολΔ, συμψήφισε μεταξύ των διαδίκων το σύνολο της δικαστικής δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας. Κατά τα λοιπά, με την προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείουσες ουδέποτε απέκτησαν το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του πρώτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου, που είναι δημόσιο κτήμα, καθόσον δεν συνέτρεξαν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, και συγκεκριμένα η προϋπόθεση της αδιατάρακτης εκ μέρους τους νομής με την προσμέτρηση και της νομής των δικαιοπαρόχων τους επί αυτού, επί τριάντα έτη πριν από την εφαρμογή του ως άνω νόμου. Κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης ασκήθηκε από τις εκκαλούσες, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, απευθυνόμενη κατά αμφοτέρων των ως άνω αντιδίκων του στη δευτεροβάθμια δίκη. Πλην όμως, όπως προκύπτει από αυτήν, όλοι οι προτεινόμενοι λόγοι αναιρέσεως αφορούν αποκλειστικά στο πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς να αποδίδονται πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικές με την παραδοχή της ότι ποσοστό 9,2209% του επίδικου ακινήτου ανήκει στην ιδιοκτησία του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", εφόσον με αυτήν, κατά τα προεκτιθέμενα, επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειουσών ως μη νόμιμη κατά το μέρος της με το οποίο στρέφονταν κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. Συνεπώς η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσίβλητου είναι απαράδεκτη. Ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο, η αίτηση αναιρέσεως, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 Κ. και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Κατά το άρθρο 4 ν.3127/2003 ("τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την κτηματογράφηση και το εθνικό κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις") αναγνωρίζεται κυριότητα υπό ορισμένες προϋποθέσεις (νομή για 10 έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, νομή για τριάντα χρόνια, εκτός αν ο νομεύς κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί). Το κείμενο των παρ. 1 και 2 της εν λόγω διατάξεως έχει ως ακολούθως: "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923, ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ", ήτοι μόνο αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. (ΑΠ 187/2017). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η κτήση δικαιώματος κυριότητας επί τέτοιου ακινήτου έναντι του Δημοσίου προϋποθέτει: 1) Να πρόκειται περί ακινήτου που ευρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, ή εντός προϋφισταμένου του έτους 1923 οικισμού, ή εντός οριοθετηθέντος οικισμού, ο πληθυσμός του οποίου συμφώνως με την τελευταία (προ της ενάρξεως εφαρμογής του ν.3127/2003) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2000 κατοίκους. 2) Να πρόκειται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τετραγωνικών μέτρων, 3) Να νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ. α' και β' του ίδιου νόμου και όχι, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του. Τούτο προκύπτει τόσον από την γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων που χρησιμοποιούν τη φράση "νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών" και όχι νεμήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όσο και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στην κατ' εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης ενόψει της σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαράγραπτου των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων του που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης για τον μετά την 11-9-1915 χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή. Άλλωστε, στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται όσον αφορά το άρθρο 4 η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τον παρόντα νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις. Οι προαναφερόμενες δε διατάξεις του ν. 3127/2003 εφαρμόζονται σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 987/2021, ΑΠ 23/2019, ΑΠ 1813/2017) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, παρέχοντάς του τη δυνατότητα με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς δηλαδή τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των αυστηρότερων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 Α Κ η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 11/2015). Τέτοιος, δε, νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων, και η από το τελευταίο, πριν από την 19-3-2003, υποβολή τόσο δήλωσης ιδιοκτησίας του για την επίδικη έκταση, προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση, όσο και ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη επ' αυτής, από το χρονικό δε σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει γνώση των ενεργειών αυτών, ήτοι ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει να νέμεται αυτό αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο. (ΑΠ 585/2021, ΑΠ807/2019, ΑΠ 1813/2017). Δεν συνιστά πράξη διατάραξης η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με αναγνωριστική αγωγή, ούτε συνιστούν διαταρακτικές της νομής πράξεις η προβολή και μόνο δικαιώματος νομής από το Ελληνικό Δημόσιο σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, η καταχώρηση του ακινήτου ως δημοσίου κτήματος, ή η έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής (ΟλΑΠ 11/2015, ΑΠ 443/2021, ΑΠ 1023/2013). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006). Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 2201/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, έγιναν δεκτά με αυτήν ανελέγκτως τα εξής: "... Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο εμβαδού 97 τ.μ. το οποίο βρίσκεται στη …. και συγκεκριμένα επί της οδού ... εντός του οικισμού της ... του Δήμου ... της Δημοτικής Ενότητας ..., που συνορεύει Ανατολικά με άλλο οικόπεδο...,Δυτικά με οικόπεδο, Βόρεια με οικόπεδο ... και Νότια με την οδό .... Επί του ως άνω οικοπέδου υφίσταται σήμερα τριώροφη οικοδομή, επί της οποίας δεν έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία, αποτελούμενη από ισόγειο διαμέρισμα εμβαδού 67 τ.μ., από διαμέρισμα 1ου ορόφου εμβαδού 72,38 τ.μ. και από διαμέρισμα 2ου ορόφου εμβαδού 72,36 τ.μ., δηλαδή συνολικού εμβαδού 211,72 τ.μ. και καταχωρήθηκε στο Κτηματολογικό Γραφείο Θεσσαλονίκης με ΚΑΕΚ ... και συγκύριο κατά ποσοστό 90,7791% το πρώτο εναγόμενο. Το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα και περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου κατά το άνω ποσοστό ως εξής: Στο κτηματολόγιο της Οικονομικής Εφορίας Θεσσαλονίκης (μετέπειτα αρμοδιότητα διαχείρισης απέκτησε η Κτηματική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης) καταγράφηκε προπολεμικά ως δημόσιο κτήμα με αριθμό βιβλίου καταγραφής ... οικοπεδική έκταση πέριξ του ..., η οποία ως δημόσια γαία περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο εκ διαδοχής του Τουρκικού Δημοσίου. Το εμβαδόν της έκτασης αυτής, σύμφωνα με τη σχετική σελίδα του παλαιού βιβλίου καταγραφής ανήρχετο σε 100 στρέμματα. Το εν λόγω δημόσιο κτήμα διαγράφηκε το έτος 1944 από το κτηματολόγιο σε εκτέλεση της με αριθμό Θ. ... διαταγής της Δ.Δ.Κ., γιατί αυτό κατατμήθηκε σε περισσότερες μερίδες, ήτοι στα ΑΒΚ ... και .... Ο διαχωρισμός αυτός του κτήματος προέκυψε από την ανάγκη αποκατάστασης αστών προσφύγων. Συγκεκριμένα με τον ερχομό των προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη (τα έτη 1921-1922) δημιουργήθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης μεγάλο πρόβλημα σχετικά με τη στέγασή τους. Προς ανακούφιση του προβλήματος αυτού ανατέθηκε σε μηχανικούς του Δημοσίου η δημιουργία οικισμού στη θέση και έκταση του δημοσίου κτήματος ΒΚ ..., όπερ και έγινε. Δημιουργήθηκαν δηλαδή οικοδομικά τετράγωνα και οικόπεδα, στα οποία και δόθηκε άδεια για ανέγερση κατοικιών στους πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν σ' αυτά. Αυτά τα οικόπεδα καταγράφηκαν στο κτηματολόγιο της παραπάνω υπηρεσίας ως δημόσια κτήματα με Α.Β.Κ. … έως και … και Α.Β.Κ. … έως και …. Στη συνέχεια δυνάμει παραχωρητηρίων του Υπουργείου Οικονομικών και αποφάσεων του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, αυτά τα δημόσια κτήματα παραχωρήθηκαν (στην πλειονότητά τους) στους κατόχους που εγκαταστάθηκαν σ' αυτά και τους επετράπη να ανεγείρουν κτίσματα-κατοικίες. Με τον τρόπο αυτό λοιπόν, το δημόσιο κτήμα ΒΚ ... από λατομείο που ήταν μετατράπηκε σε εγκεκριμένο οικισμό (συνοικισμός ...), κατατμήθηκε σε περισσότερες μερίδες που καταγράφηκαν με διαφορετικό αριθμό στο βιβλίο καταγραφής (ΑΒΚ ... και ...) και για το λόγο αυτό... διαγράφηκε από το κτηματολόγιο της ως άνω υπηρεσίας το ΒΚ ... δημόσιο κτήμα, καθώς μετά το διαχωρισμό του η υπόλοιπη έκταση, πέραν αυτής που χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία οικοδομικών τετραγώνων, χρησιμοποιήθηκε για το οδικό δίκτυο του δημιουργηθέντος συνοικισμού. Εκ παραλλήλου, με τις ως άνω γενόμενες παραχωρήσεις και εκποιήσεις, δυνάμει της από 18 Σεπτεμβρίου 1952 σύμβασης μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία εκπροσωπούνταν από τον Οργανισμό Διοίκησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας (Ο.Δ.Ε.Π.), και του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία κυρώθηκε δια του από 26 Σεπτεμβρίου 1952 Β.Δ/τος... παραχωρήθηκαν στην Εκκλησία της Ελλάδος και ειδικότερα προς τον Ο.Δ.Ε.Π. κατά πλήρη κυριότητα δικαίωμα, μεταξύ άλλων, και τα υπό στοιχεία Β.Κ. ..., ..., ... (συνοικισμός ...) δημόσια κτήματα, συνολικού εμβαδού 12.938 τ.μ. τα οποία όμως, επεστράφησαν στο Δημόσιο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το άρθρο μόνο του Β.Δ. 524 της 21.07/18.08.1969, γιατί διαπιστώθηκε ότι βαρύνονταν κατά τον χρόνο της μεταβίβασής τους στον ΟΔΕΠ με νομικά και πραγματικά ελαττώματα, αφού κατέχονταν εξ ολοκλήρου από διάφορα άτομα που είχαν ανεγείρει επ' αυτών πάσης φύσης κτίσματα. Δυνάμει της ίδιας ως άνω σύμβασης, προβλέφθηκε ότι ο ΟΔΕΠ παραμένει συγκύριος μετά του Ελληνικού Δημοσίου σε τμήμα εμβαδού 1.193 τ.μ., επί των επιστρεφομένων στο Δημόσιο ακινήτων, γιατί η αξία τους είναι μεγαλύτερη από το ποσό της αξίας που κατέβαλε ο ΟΔΕΠ κατά την αρχική παραχώρησή τους. Για το λόγο αυτό ο ΟΔΕΠ έχει ποσοστό 9,2209% εξ αδιαιρέτου επί των οικοπέδων αυτών και το Δημόσιο ποσοστό 90,7791% εξ αδιαιρέτου. Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι οι ίδιες τυγχάνουν συγκύριες κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εκάστη, του ανωτέρω ιδανικού μεριδίου του Ελληνικού Δημοσίου, διότι η απώτερη δικαιοπάροχός τους Μ. Μ. συζ. Π. Ο. του Ι., απέκτησε την κατοχή του ακινήτου το έτος 1931, γεγονός που αποτυπώθηκε στο συνταχθέν στις 20.6.1939 στην Αθήνα τοπογραφικό διάγραμμα του Γραφείου Διοίκησης Δημοσίων Κτημάτων του συνοικισμού ... Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα εμφαίνονται τριάντα ένα αριθμημένα οικόπεδα συνολικής έκτασης 2450,80 τμ, με τα ονόματα των φυσικών προσώπων που αντιστοιχούν στο κάθε οικόπεδο. Ήτοι στο με αριθ. 6 της αποτύπωσης του εν λόγω τοπογραφικού και με αριθμό βιβλίου ειδικής καταγραφής της Οικονομικής Εφορίας ... οικόπεδο, εμβαδού 07,50 τμ, εμφαίνεται η Μ. Μ. συζ. Π. Ο., η οποία κατέλαβε το επίδικο το άνω έτος, χωρίς ποτέ να έχει εκδοθεί τίτλος κυριότητας. Άλλωστε, το γεγονός της κατοχής από την Μ. Μ. συζ. Π. Ο., του με αύξοντα αριθμό ... οικοπέδου, βεβαιώνεται και στα βιβλία ειδικής καταγραφής της αρμόδιας Οικονομικής Εφορίας οικοπέδου και από τότε η ανωτέρω άσκησε επ' αυτού εμφανείς πράξεις νομής καλόπιστα και συγκεκριμένα θεωρώντας ότι το συγκεκριμένο ακίνητο της είχε παραχωρηθεί από τη Διεύθυνση Προνοίας. Η ίδια επίσης, ενεργώντας καλόπιστα, υπέβαλε την από 20-3-1937 υπεύθυνη δήλωση και αίτηση προς την Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων για την εξαγορά του οικοπέδου, όπου η δηλούσα-αιτούσα αναφέρει ότι κατέχει το επίδικο (αναγράφεται ως διεύθυνση ο αριθμός … της οδού ...) από το έτος 1931, κατόπιν παραχώρησης από την Διεύθυνση Προνοίας και ότι έχει ανεγείρει κτίσμα, ήτοι οικίσκο. Δεν ακολούθησε οποιαδήποτε απάντηση, επί της αιτήσεως, ενώ πολύ μετέπειτα το Υπουργείο Οικονομικών με το υπ' αριθμ. πρωτ. Δ .../.../……..1940 έγγραφό του προς την Οικονομική Εφορία, παραγγέλνει, σε περίπτωση αυθαίρετης κατοχής του ΒΚ ..., τη λήψη μέτρων προστασίας (αποζημίωση) σε βάρος του κατόχου, ενώ σε περίπτωση εκποίησης, τα στοιχεία του αγοραστή και του παραχωρητηρίου, καθώς και την αποζημίωση που καθορίστηκε μέχρι την εκποίηση. Από τα ανωτέρω, δεν έλαβε χώρα κάποια σχετική ενέργεια από το Ελληνικό Δημόσιο, που να αφορά στο επίδικο ΒΚ ... ακίνητο και να έχει γνωστοποιηθεί στην ενδιαφερόμενη. Ακολούθως και δυνάμει των υπ' αρ. .../1956 και .../1958 οικοδομικών αδειών (ανέγερσης κτίσματος και προσθήκης δεύτερου και τρίτου ορόφου της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης), η Μ. συζ. Π. Ο. με τα τέκνα της Γ. και Χ. Ο. ανήγειραν την οικοδομή που υφίσταται ακόμη επί του οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 211,72 τμ., την οποία και πριν αποπερατωθεί εντελώς μετά του οικοπέδου στο οποίο κείται, δώρισε στη συνέχεια το 1960 άτυπα στα δύο τέκνα της, ήτοι Γ. και Χ.. Από το έτος 1960 και μετά, όλες οι πράξεις νομής και κατοχής, ασκούνταν από τους τελευταίους, οι οποίοι προέβησαν στις συνδέσεις ρεύματος και ύδατος στο όνομά τους, γεγονός που συνέχισε έως και τον θάνατό τους, ο πρώτος το 2002 και ο δεύτερος το 1993, είτε χρησιμοποιώντας οι ίδιοι τα διαμερίσματα είτε εκμισθώνοντας αυτά σε τρίτους. Από το χρόνο δε του θανάτου τους και μετά, συνέχισαν τη νομή των ανωτέρω οι ενάγουσες, τέκνα τους. Προ του θανάτου τους οι ανωτέρω Γ. Ο. και Χ. Ο., υπέβαλαν το έτος 1978 αίτηση εξαγοράς του επιδίκου. Επί της ανωτέρω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αρ. …/10-4-1986 Απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που απέρριψε αυτήν, σύμφωνα και προς το υπ' αρ. …/12-2-1986 Πρακτικό της Επιτροπής εξέτασης αιτήσεων εξαγοράς δημοσίων κτημάτων (αρ. 34 Ν. 1473/1984), το οποίο και επικύρωσε. Οι Γ. Ο. και Χ. Ο., με την από 1.12.1986 προσφυγή τους ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προσέφυγαν κατά της ανωτέρω απόφασης, κατά δε τη συνεδρίαση της 6ης.10.1987 του ανωτέρω Διοικητικού Δικαστηρίου, το Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε από το Νομάρχη Θεσσαλονίκης, ο οποίος παραστάθηκε με τον δικαστικό αντιπρόσωπο του Κράτους, Αντώνιο Τασόπουλο, ενώ επί της ανωτέρω προσφυγής εκδόθηκε η αρ. 5711/1987 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η προσφυγή απορρίφθηκε λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του. Οι ανωτέρω πράξεις υπηρεσιών του εναγομένου επιβεβαίωσαν το δημόσιο χαρακτήρα του ακινήτου, και είναι δηλωτικές της προστασίας της νομής του επί αυτού. Είναι μάλιστα τέτοιας έντασης οι ανωτέρω πράξεις των υπηρεσιών του εναγομένου (απόρριψη κατά τα ανωτέρω της υποβληθείσας αίτησης εξαγοράς, παράσταση και εκπροσώπηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης προσφυγής), ώστε από αυτό το χρονικό σημείο, τόσο οι Γ. Ο. και Χ. Ο., όσο και οι κόρες αυτών, ενάγουσες-εκκαλούσες λόγω του βαθμού συγγενείας τους με τους δικαιοπαρόχους τους να λαμβάνουν πλέον υπόψη, ότι υφίσταται παρενόχληση, ήτοι ότι αμφισβητήθηκε θετικά η νομή τους από τον αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Οι ανωτέρω, συνεπώς, έκτοτε, παύουν να νέμονται αδιαταράκτως το επίδικο ακίνητο. Κατόπιν τούτων, οι ενάγουσες δεν απέκτησαν το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του πρώτου εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου. Για το λόγο αυτό, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Τα ίδια που έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις με αιτιολογία που παραδεκτά συμπληρώνεται με την παρούσα(άρθρο 534 του ΚΠολΔ) απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών λόγων της έφεσης. Το Πρωτόδικο όμως Δικαστήριο, που καταδίκασε τις ενάγουσες στα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, τα οποία όρισε στο ποσό των εκατόν ογδόντα (180) ευρώ για το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και δύο χιλιάδες εκατόν εξήντα ευρώ (2.160) για την δεύτερη εναγομένη, Εκκλησία της Ελλάδος και δε συμψήφισε αυτά λόγω του ιδιαιτέρως δυσχερούς του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου ...έσφαλε και θα πρέπει ο τελευταίος λόγος ης κρινόμενης έφεσης να γίνει δεκτός και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη 4832/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ως προς τη διάταξη της δικαστικής δαπάνης. Ακολούθως αφού κρατηθεί και δικασθεί η έφεση κατά το εκκληθέν τμήμα θα πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, αλλά και της παρούσας δίκης...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσειουσών, κρίνοντας ότι αυτές δεν νέμονταν αδιαταράκτως από το πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο το επίδικο δημόσιο κτήμα για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου 3127/2003 ήτοι από 19.3.1973 μέχρι 19.3.2003, οπότε άρχισε η ισχύς του νόμου αυτού, αλλά εντός του χρονικού αυτού διαστήματος οι δικαιοπάροχοί τους, τους οποίους οι ίδιες διαδέχθηκαν στη νομή του επιδίκου ακινήτου παρενοχλήθηκαν (διαταράχθηκαν) στην άσκησή της με τις προαναφερόμενες ενέργειες του πρώτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειουσών για την κτήση κυριότητας (συγκυριότητας) τους στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1β του ν. 3127/2003 και τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής των κτηματολογικών βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, ώστε στο οικείο κτηματολογικό φύλλο από την εσφαλμένη ως άνω αναγραφή του ακινήτου αυτού ως ιδιοκτησίας, κατά ποσοστό 90,779% του πρώτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να καταχωριστούν ως ιδιοκτήτριες οι ίδιες. Ειδικότερα δέχθηκε το Εφετείο, ότι κατά το ως άνω χρονικό διάστημα των τριάντα ετών πριν από την ισχύ του ν. 3127/2003, οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών, Γ. Ο. και Χ. Ο., διαταράχθηκαν στη νομή του επίδικου δημοσίου κτήματος από το Ελληνικό Δημόσιο, αληθή νομέα αυτού, με ενέργειες των υπηρεσιών του που συνιστούν πράξεις διατάραξης, ήτοι την απόρριψη με την …/……..1986 Απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης η οποία, επικυρώνοντας το …/…-…-1986 Πρακτικό της Επιτροπής εξέτασης αιτήσεων εξαγοράς δημοσίων κτημάτων (άρθρ. 34 Ν. 1473/1984), απέρριψε την αίτηση εξαγοράς του επιδίκου ακινήτου που είχαν υποβάλλει οι ως άνω δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών το έτος 1978, και την παράσταση και εκπροσώπησή του ίδιου (Ελληνικού Δημοσίου) στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο, κατά τη συζήτηση της από 1.12.1986 προσφυγής που υπέβαλαν ενώπιον αυτού οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειουσών κατά της ως άνω Απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, αποφαινόμενο εν τέλει ότι εφόσον έκτοτε τόσο οι ίδιοι, όσο και στη συνέχεια οι θυγατέρες τους, οι οποίες τους διαδέχθηκαν στη νομή του επιδίκου ακινήτου, έλαβαν υπόψη, ότι υφίσταται παρενόχληση, ήτοι αμφισβήτηση της νομή τους από τον αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, έπαυσαν πλέον να νέμονται αδιαταράκτως το επίδικο ακίνητο, και συνεπώς δεν απέκτησαν την κυριότητα του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του πρώτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου επί του επιδίκου ακινήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1β του ν.3127/2003 καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 984 και 989 Α.Κ., που αφορούν στη διατάραξη της νομής του νεμομένου δημόσιο κτήμα από το Ελληνικό Δημόσιο ως αληθή νομέα αυτού, τις οποίες παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση η προϋπόθεση της "αδιατάρακτης" νομής του επίδικου ακινήτου από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειουσών ώστε, με την αθροιστική συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, αυτοί να καταστούν κύριοι του επίδικου δημοσίου κτήματος, και δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή τους. Τούτο δε διότι οι ως άνω ενέργειες των υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που έλαβαν χώρα εντός του κρίσιμου χρονικού διαστήματος των τριάντα ετών, μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου 3127/2003, ήτοι από 19.3.1973 μέχρι 19.3.2003, τις οποίες ενέργειες διέλαβε στις παραδοχές του το Εφετείο, ως συνιστώσες θετικές πράξεις διατάραξης της νομής των νεμομένων το επίδικο δημόσιο κτήμα δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών από το πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως αληθή νομέα αυτού, δεν συνιστούν πράξεις διατάραξης της νομής, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Τούτο δε διότι με τις πράξεις αυτές οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων, τους οποίους διαδέχθηκαν στη νομή του επιδίκου ακινήτου οι ίδιες, δεν παρενοχλήθηκαν στην άσκηση της νομής τους επί του επιδίκου δημοσίου κτήματος, ούτε αμφισβητήθηκε η νομή τους επί αυτού, ούτε το Ελληνικό Δημόσιο προέβη σε αυτές προς προστασία της νομής του, εφόσον εκείνο που αμφισβητήθηκε με τις ως άνω ενέργειες του πρώτου αναιρεσίβλητου, ήταν μόνο η συνδρομή στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειουσών των προϋποθέσεων για την εξαγορά του επίδικου ακινήτου, δυνατότητα που προβλέπονταν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 Α.Ν. 263/1968, η οποία μάλιστα αμφισβήτηση προκλήθηκε εξ αιτίας της υποβολής σχετικής αίτησης εξαγοράς από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειουσών. Συνεπώς, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, εφόσον παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, λόγω της εμβέλειας του αναιρετικού λόγου που έγινε δεκτός, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση της εφέσεως των αναιρεσειουσών ως προς αυτό, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να επιστραφεί το παράβολο σ' εκείνον που το κατέθεσε (άρθρ. 495 παρ 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το πρώτο αναιρεσίβλητο, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, για το οποίο η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, οι αναιρεσείουσες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική του δαπάνη, κατά το σχετικό αίτημά του, μειωμένη κατά το ως άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, το οποίο ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., που εξομοιώνονται με αυτό (ΑΠ 205/2021, ΑΠ 339/2020, ΑΠ 251/2017), όπως είναι και το δεύτερο αναιρεσίβλητο, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12.4.2021 αίτηση για αναίρεση της 2201/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Αναιρεί την 2201/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο, Ελληνικό Δημόσιο. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου σ' εκείνον που το κατέθεσε. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, ως προς την ως άνω έφεση των αναιρεσειουσών, κατά του Ελληνικού Δημοσίου, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Καταδικάζει το πρώτο αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ