Αριθμός 1135/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταύρου Μαντακιοζίδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσειούσης-κατηγορουμένης Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Κόκκαλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 31425/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Ιουλίου 2012 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 950/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσειούσης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 Ν. 1882/1990 όπως είχε αντικατασταθεί από 11/9/1997 με το άρθρο 23 παρ.1 του Ν. 2523/1997 και ίσχυε πριν τη νέα αντικατάστασή του με το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004 η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, πλήν ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία, τα οποία είναι βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφ' όσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών (3) συνεχών δόσεων, ή, προκειμένου για χρέη που καταβάλλονται εφ' άπαξ, σε καθυστέρηση καταβολής πέραν των δύο (2) μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των ανωτέρω υπηρεσιών προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικώς και εμπεριστατωμένως αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, είναι: 1) Η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσεως όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαίως με το χρόνο που εβεβαιώθη το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υποχρέου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγομένη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του. Ήδη κατά το άρθρο 34 του Ν. 3220/2004, η ισχύς του οποίου ήρχισε από 1-1-2004, και με το οποίο αντικατεστάθη η παρ.1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κλπ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κλπ. προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) Ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Με τη νέα αυτή ρύθμιση το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προς το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων (4) μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξαρτήτως από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ (όπως το τελευταίο ετροποποιήθη και ισχύει, με το άρθρο 2 παρ.5 Ν. 2408/1996) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.4 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών των τελευταίων στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος των, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία στοιχεία απεδείχθη η κάθε παραδοχή. Πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005), το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψη τα άλλα, αφού δεν εξηρέθησαν. Η κατά τ' άνω αιτιολογία (πρέπει να) εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική, δηλαδή, απόφαση, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοσή τους αφίεται στην διακριτική ανέλεγκτη ή ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Κατ' άρθρο 25 παρ.2 Ν. 1882/1990 "Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλήν ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου β)...Για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεώς τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας, χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα τα χρέη που ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικά ή μη". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 31425/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δικάσαντος κατ' έφεση, τούτο μετά από αναφορά των αποδεικτικών μέσων τα οποία έλαβεν υπ' όψη του, εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ότι απεδείχθησαν) τα εξής: "Από τη συζήτηση της υποθέσεως προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι η κατηγορουμένη έχει τελέσει την πράξη που της αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη διότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 31/5/2004 έως 31/8/2007, υπό την ιδιότητά της ως μέλος της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "ΤΕΛΕ ΚΟΥΙΚ ΕΠΕ - ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ", λόγω του ότι ελλείπει ο διαχειριστής αυτής Γ. Τ. μετά την αποβίωση του την 6/5/2000 (σχ. η υπ' αρ. .../Γ1/2000 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου Βύρωνα Αττικής) σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 25 παρ.2β' εδαφ.β' του ν. 1882/1990 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων από τη Δ.Ο.Υ. Χαλανδρίου χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν τόκων και κάθε είδους προσαυξήσεων, ανέρχεται στο ποσό των 1.167.515 δηλ. υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Τα επιμέρους χρέη, κατ' είδος, ποσό, αναφερόμενο οικονομικό έτος, στοιχεία βεβαίωση, ημερομηνία ληξιπρόθεσμου και απαιτητού, τρόπο καταβολής (εφάπαξ ή σε δόσεις) έχουν ως ακολούθως: Μετά ταύτα κήρυξε ένοχο την κατηγορουμένη του ότι: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 31/5/2004 έως 31/8/2007 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία ΤΕΛΕ ΚΟΥΙΚ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ Ε.Π.Ε." με έδρα ... στην οποία τυγχάνει μέλος, στη Δ.Ο.Υ. Χαλανδρίου, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου όπως ακριβώς αναφέρονται στο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ. ειδ. Βιβλίου 76/2008) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 14-7-2008 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ , ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 1.167.515 ευρώ που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτής προς το Δημόσιο. Ένα έκαστο των επιμέρους χρεών για τα οποία η κατ/νη κηρύχθηκε αθώα και ένοχη κατά τα ανωτέρω, αναλύεται κατά ποσό, είδος, στοιχεία βεβαίωση, ημερομηνία ληξιπρόθεσμου ως απαιτητού και τρόπο καταβολής (εφάπαξ ή σε δόσεις) στον πίνακα που ακολουθεί" όπως στο σκεπτικό δηλαδή. Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της συνδυαζόμενο με το διατακτικό της, την επιβαλλομένη ειδική, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως για την οποία κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων των ποινικών νόμων που εφήρμοσε και δη των 25 παρ.1 στοιχ.γ' , 2,3, Ν. 1882/1990, όπως αντικατεστάθη με άρθρο 23 Ν. 2523/1997, 19 παρ.2 Ν. 2949/2001 και άρθρο 34 παρ.1 Ν. 3220/2004 ως και των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 ΠΚ που εφήρμοσε επίσης. Ειδικότερα αναφέρει την αρχή που προέβη στην βεβαίωση των χρεών, το είδος αυτών, το ύψος των, τον τρόπο πληρωμής των, σε δόσεις, τον χρόνο καταβολής των, δηλαδή τον χρόνο κατά τον οποίον, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαιώσεώς των έπρεπε να καταβληθούν και την καθυστέρησή της καταβολής των με πρόθεση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, αφ' ότου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την λεπτομερή αναφορά του συνημμένου τόσο στο σκεπτικό όσο και το διατακτικό πίνακος χρεών. Επίσης αναφέρει η απόφαση στο σκεπτικό της ότι η κατηγορουμένη είναι εταίρος εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, εις την οποίαν ελλείπει ο διαχειριστής, λόγω, θανάτου και συνεπώς σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη αιτιολογεί την ευθύνη της και διατί η ποινή επιβάλλεται σ' αυτήν και δεν απέρριψε σιγή του σχετικόν ισχυρισμόν, αποτελούντα όχι αυτοτελή τοιούτου, αλλ' αρνητικόν της κατηγορίας και το δικαστήριο δεν ήτο υποχρεωμένο να απαντήσει με (παρεμπίπτουσα) απορριπτική απόφαση. Εντεύθεν και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας από την απόφαση, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ όσον αφορά τη καταδικαστική της κρίση, είναι αβάσιμος. Η απαιτουμένη κατά τα άνω άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ., πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 332 παρ.2 Κ.Π.Δ., στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως, τον αποκλεισμό ή την μείωση της ικανότητος προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφόσον όμως προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την θεμελίωσή τους, χωρίς να αρκεί μόνον η επίκληση της νομικής διατάξεως η οποία τους προβλέπει η του χαρακτηρισμού με τον οποίον είναι γνωστοί αυτοί στη νομική ορολογία? και τούτο δια να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγηση, να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένως στην απόρριψή τους (Ολ.ΑΠ 2/2005). Τοιούτοι αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι οι περί συνδρομής των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2, α,β και ε' Π.Κ., ήτοι το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνικά ζωή, ότι ωθήθηκε στη πράξη του από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ... . Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης (κατά την οποίαν εξεδόθη η προσβαλλόμενη απόφασή) η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη εζήτησε δια του συνηγόρου της να της αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν οι άνω ελαφρυντικές περιστάσεις, προβάλλουσα τα εξής: "Α) ότι μέχρι την τέλεση των αδικημάτων για τα οποία κατηγορούμαι και για τα οποία, σήμερα δικάζομαι, έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. (άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. α ΠK) Πριν από τις πράξεις για τις οποίες κατηγορούμαι, δεν υπέπεσα σε καμία αξιόποινη πράξη και δεν απασχόλησα ποτέ τις δικαστικές αρχές. Από το έτος 1995 κατά το οποίο αποφοίτησα από το Λύκειο έως και το έτος 1997 σπούδαζα στις Σχολές Ωμέγα και από το έτος 1997 έως και το έτος 2000 στο πανεπιστήμιο Staffordshire της Αγγλίας. Μετά το πέρας των σπουδών εργάστηκα ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρεία PIRELLI. Από όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνεται, ότι μέχρι και την τέλεση των πράξεων που μου αποδίδονται έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Β) ότι συμπεριφέρθηκα καλά για σχετικό μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τις φερόμενες ως τελεσθείσες από εμένα αξιόποινες πράξεις.(άρθρο 84 παρ.2 στοιχ. ε Π.Κ). Από το χρόνο που φέρονται ως τελεσθείσες από εμένα οι πράξεις που μου αποδίδονται έχει παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των 5 περίπου ετών, στην διάρκεια των οποίων δεν υπέπεσα σε καμία αξιόποινη πράξη και δεν απασχόλησα ποτέ τις δικαστικές αρχές. Παράλληλα εξακολουθούσα και εξακολουθώ να εργάζομαι ως ιδιωτικός υπάλληλος διαδοχικά στις εταιρείες PIRELLI, SPACE, HELLAS, WIND και AVON. To 2011 απέκτησα με τον σύζυγό μου Ν. Χ. το ανήλικο ενός έτους σήμερα τέκνο μας, κυοφορώ δε και άλλο τέκνο και είμαι αποκλειστικά και μόνο αφοσιωμένη στην οικογένεια μου και κυρίως στην ανατροφή του παιδιού μου, έχοντας προς τούτο την αμέριστη συμπαράσταση και απόλυτη κατανόηση του συζύγου μου. Τέλος, δε, από τότε και μέχρι σήμερα δεν έχω απασχολήσει τις δικαστικές και αστυνομικές αρχές. Γ)ότι η οικονομική μου κατάσταση δεν μου επιτρέπει να καταβάλω την εν λόγω οφειλή προς το δημόσιο καθότι εργάζομαι ως υπάλληλος και οι αμοιβές μου ανέρχονται στο ποσό των 940,00 ευρώ. Επιπλέον ο σύζυγός μου είναι άνεργος και με τον μισθό μου συντηρώ την οικογένειά μου και το ανήλικο ενός έτους τέκνο μου (άρθρο 84 παρ.2 στοιχ.β Π.Κ.). Εκ των άνω ισχυρισμών, οι υπό στοιχ.Γ' δεν ήτο ορισμένος, ήτοι δεν προεβλήθη με τα αναγκαία περιστατικά για την κατά νόμον θεμελίωσή του. Όμως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψεν όλους τους άνω προβληθέντας αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσειούσης ως εξής: "Το αίτημα για αναγνώριση ελαφρυντικών κρίνεται απορριπτέο, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθησαν τα προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού πραγματικά περιστατικά". Και ναι μεν για τον εκ του άρθρου 84 παρ.2β' Π.Κ. ισχυρισμόν το δικαστήριο της ουσίας δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει πολύ περισσότερο δε να αιτιολογήσει την απόρριψή του, και η σχετική αιτίαση είναι αβάσιμη. Όμως, όσον αφορά τους λοιπούς εκ του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' Π.Κ. ισχυρισμούς των οποίων η προβολή εγένετο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με τα απαιτούμενα για την θεμελίωσή τους πραγματικά περιστατικά η αιτιολογία ως άνω δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν αναφέρεται στα επικληθέντα υπό της αναιρεσειούσης περιστατικά για την συνδρομή των ελαφρυντικών περιστάσεων και δεν αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά που θεμελιώνουν την απορριπτική του κρίση. Εντεύθεν και το δικαστήριο υπέπεσε εις την πλημμέλεια της ελλείψεως αιτιολογίας κατά το μέρος αυτό, και συνεπώς ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως, που προβάλλει την αιτίαση της ελλείψεως αιτιολογίας για την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α και ε' Π.Κ., είναι βάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνον ως προς την διάταξή της περί απορρίψεως των ισχυρισμών αυτών, αναγκαίως δε και ως προς την διάταξη περί επιβολής της ποινής, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ.31425/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνον ως προς την απορριπτική των ελαφρυντικών περιστάσεων διάταξή της και δη της συνδρομής του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη καθώς και ως προς την περί επιβολής της ποινής διάταξή της. Και Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ