Αριθμός 1506/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Μ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κυπριώτη. Του αναιρεσίβλητου: Ι. Μ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Δημάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13576/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 5342/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η υπό κρίση από 4-10-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5342/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 4-10-2021 προ πάσης επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 15-9-2020, ενώ για το παραδεκτό αυτής κατατέθηκε το νόμιμο παράβολο των 450 ευρώ (άρθ. 495, 552,553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Πρέπει να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της. Η αίτηση αναίρεσης είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 21-11-2016 αγωγή του με την οποία εξέθετε ότι ο εναγόμενος έριξε κάτω από την θύρα της οικίας του επιστολή, το περιεχόμενο της οποίας, όπως αναλυτικά εκθέτει, έθιξε την προσωπικότητά του, την τιμή και την υπόληψή του, καθώς δι' αυτής ο εναγόμενος, με ύφος προσβλητικό, απαιτούσε από τον ενάγοντα, με απειλές και εκβιασμούς σε βάρος του, να συναινέσει ο τελευταίος στις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο έκνομες αξιώσεις του. Ότι δια της επιστολής αυτής ο εναγόμενος έπληξε και την προσωπικότητα της αποβιώσασας μητέρας του, ισχυριζόμενος εν γνώσει του ψευδώς ότι αυτή ήταν άτομο χωρίς κοινωνική, επιστημονική και επαγγελματική υπόσταση. Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενος ότι της ως άνω επιστολής έλαβαν γνώση η σύζυγός του, η οικιακή του βοηθός και οι νομικοί του σύμβουλοι, ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του και της τιμής του καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητας της μητέρας του, αμφότερα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 345, 346, 914, 920, 932 ΑΚ, 333 § 1, 361, 362,363 ΠΚ και 176 ΚΠολΔ, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 8-4-2019 έφεσή του η οποία απορρίφθηκε κατ'ουσίαν. I. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ` αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Tέτοιο μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο αποτελούν και οι ένορκες βεβαιώσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία (ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1721/2014, ΑΠ 1423/2012). Εάν παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του τέτοια ένορκη βεβαίωση, λαμβάνει υπόψη του ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 381/2010, ΑΠ 205/2008), υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 29/2020). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) η ένορκη βεβαίωση που λήφθηκε υπ` όψη από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση και η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης, ώστε να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, και γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτη από το νόμο, ως αποδεικτικό μέσο, η εν λόγω ένορκη βεβαίωση (ΑΠ 809/2017, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 702/2008, ΑΠ 2112/2007, ΑΠ 1588/2007). Επί πλέον δε πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 § 2 του ΚΠολΔ, να γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο της λήψης του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου (ένορκης βεβαίωσης) προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, ως και ο τρόπος προβολής του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 § 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 809/2017, ΑΠ 394/2012). Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 § 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421-424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το ν.4335/2015 αρχικά και το ν. 4842/2021 στην συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019). Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1461/2013). Στις διατάξεις των άρθρων 422 και 424 ΚΠολΔ, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου λήψης των κατωτέρω αναφερόμενων ενόρκων βεβαιώσεων, αφού κατά τα άρθρα 12, 21 εδ. β` και 24 παρ. 1 α` του ΕισΝΚΠολΔ που εκφράζουν γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, οι διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο, που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους, έστω και αν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας (ΑΠ 23/2022, ΑΠ 1175/2019), ορίζεται ότι: "1. Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2. Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση" (άρθρο 422) και "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" (άρθρο 424). Επομένως για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης μετά την 1-1-2016 εφαρμοστέα είναι, ανεξαρτήτως του χρόνου κατάθεσης της αγωγής, προς υποστήριξη ή απόκρουση της οποίας προσκομίζεται η ένορκη βεβαίωση, τα άρθρα 421 επ.ΚΠολΔ. Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, η κλήση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης που επιδίδεται μετά την 1-1-2016 θα πρέπει να περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 422 ΚΠολΔ, έστω και αν λαμβάνεται στο πλαίσιο αγωγής που είχε ασκηθεί πριν την 1-1-2016 (ΑΠ 667/2020, ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 927/2017). Την τήρηση των ανωτέρω αναγκαίων προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να την ερευνήσει, όχι μόνο κατ` ένσταση, αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 977/2020, ΑΠ 1175/2019). Επακολούθησε ο ν. 4842/2021, ο οποίος, κατά την διάταξή του άρθ. 120 εδ. 2 αυτού, άρχισε να ισχύει για τις κατωτέρω τροποποιήσεις από 1/1/2022, και ο οποίος τροποποίησε τα ανωτέρω άρθρα. Συγκεκριμένα, με το άρθ. 22 τροποποίησε το άρθρο 422 ΚΠολΔ και μείωσε τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που μπορούν να προσκομίσουν οι διάδικοι, και με το άρθρο 23 τροποποίησε το άρθρο 424 ΚΠολΔ, ως ακολούθως: "Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν: α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ) όταν παραβιάζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 421. Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου", ενώ με την διάταξη του άρθρου 116 § 1β`, όπως αυτή διορθώθηκε με το άρθρο 65 § 1 Ν. 4871/2021, όρισε ότι οι διατάξεις των άρθρων 422 § 3 και 424 εφαρμόζονται και για τις εκκρεμείς υποθέσεις. Η ανωτέρω τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 424 έγινε γιατί, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4842/2021 "η ισχύουσα ρύθμιση είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της ασφάλειας... με αποτέλεσμα οι διάδικοι να στερούνται ενός σημαντικού αποδεικτικού μέσου για κάποιο επουσιώδες διαδικαστικό σφάλμα, όταν το δικαστήριο θεωρεί (ενν. λόγω αυτού) ότι η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη". Με την τροποποίηση δηλαδή του άρθρου 424 ΚΠολΔ περιορίστηκαν οι περιπτώσεις, που η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη, στην παραβίαση των περιοριστικά αναφερομένων στην διάταξη ουσιωδών παραβάσεων λήψης τους, ενώ για τις λοιπές παραβάσεις, που κρίνονται ως επουσιώδεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η παράλειψη αναφοράς, στην επιδιδόμενη στον αντίδικό του προσκομίσαντος την ένορκη βεβαίωση κλήση, του επαγγέλματος του μέλλοντος να εξετασθεί μάρτυρα, ορίζεται πλέον ότι η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν ο αντίδικος του προσκομίσαντος αυτήν επικαλεσθεί και αποδείξει δικονομική βλάβη του από την παράβαση αυτή. Η μεταβατική αυτή διάταξη του άρθρου 116 § 1β`Ν. 4842/2021 δεν εφαρμόζεται και επί των υποθέσεων, που έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσης, η οποία συζητείται μετά την 1/1/2022, γιατί κατά την σαφή αναφορά της αυτή εφαρμόζεται για τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή για τις υποθέσεις που υπάρχει εκκρεμοδικία, κατά την έννοια των άρθρων 221 και 222 ΚΠολΔ και όχι κατ'αυτήν του άρθ. 120 ΚΠολΔ, δεν δημιουργείται δε εκκρεμοδικία με την άσκηση του εκτάκτου ενδίκου μέσου της αναίρεσης, η οποία δεν ανοίγει δίκη τρίτου ουσιαστικού βαθμού (ΑΠ 1127/2020), αφού η άσκηση της αναίρεσης και η επ` αυτής δίκη δεν καθιστά την αγωγή επίδικη, δεν ανοίγεται με το ένδικο αυτό μέσο νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, αλλ` ερευνάται το παραδεκτό και η βασιμότητα των προβαλλομένων με τους λόγους αναίρεσης νομικών πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 44/1996, ΟλΑΠ 38/1996, ΑΠ 1905/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, καίτοι αρχικώς αναφέρει ότι δεν λαμβάνει υπόψη του τις παρακάτω υπό του αναιρεσιβλήτου προσκομισθείσες ενώπιόν του ένορκες βεβαιώσεις, ήτοι α) ... ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., β) την υπ' αριθ. 113/14.2.2017 2 ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., γ) την υπ' αριθ. 49/6.2.2017 ένορκη βεβαίωση 1 ενώπιον του Ειρηνοδίκη ..., λόγω του ότι δεν αναφέρεται το επάγγελμα των μαρτύρων κατά παράβαση του τότε ισχύοντος άρθ. 422 ΚΠολΔ, παρ' όλα αυτά, στη συνέχεια, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του και αυτές τις ένορκες βεβαιώσεις για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα περί απορρίψεως κατ' ουσίαν της έφεσης του νυν αναιρεσείοντος. Ειδικότερα το Εφετείο εδέχθη ως αληθή τα προκύπτοντα από τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις πραγματικά περιστατικά επι των οποίων ερείδεται το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Λαμβάνοντας αυτές υπόψη του το Εφετείο, έλαβε υπόψη ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία έκρινε ότι αποδείχθηκε πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο αναιρεσείων, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα το ότι υπήρξε ευρύτερη συμφωνία των οικογενειών 2 σχετικά με την από κοινού επέκταση του αυθαιρέτου κτίσματος κατά το έτος 1994 και την αποκλειστική χρήση του από την οικογένεια του ... και ότι είναι αβάσιμοι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος και νυν αναιρεσείοντος ότι η ….επι σειρά ετών απλώς ανέχθηκε την δήθεν "παράλληλη" χρήση του αυθαιρέτου με την αδελφή του αναιρεσιβλήτου. Υπέπεσε συνεπώς στην από τον αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ως εκ τούτου ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω, κριθέντος ως βασίμου, λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλον από τον δικάσαντα δικαστή (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθ. 176,183,189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την υπ'αριθ. 5342/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελού Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις ... ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις ... Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ