Αριθμός 1469/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Τακτικού Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Δημάδη), Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Νικόλαου Κωνσταντόπουλου) - Εισηγήτρια, Δήμητρα Μπουρνάκα, Χρυσούλα Παρασκευά και Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Αικατερίνης Βασιλακοπούλου - Κατσαβριά), Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεώργιου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Θ. του Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Κωνσταντόπουλο και Θεόδωρο Μαντά, για αναίρεση της υπ'αριθ.70, 71/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Πενταμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Νοεμβρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 24 Απριλίου 2013 και 30 Απριλίου 2013 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 87/2013. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η κρινόμενη από 29-11-2012, αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε με δήλωση, επιδοθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 30/11/2012 (υπ'αριθμ. γεν. πρωτ.7954) στρεφομένη κατά της υπ` αριθμό 70, 71/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου είναι παραδεκτή (άρθρα 473 παρ. 2, 474 παρ.2 Κ.Π.Δ.) και γι` αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ` αυτής, με χρονολογία 24-4-2013 και 30-4-2013, πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ.2 Κ.Π.Δ.), πρέπει να συνεκδικαστούν, ως συναφείς. Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 περ. στ' του κωδικοποιήσαντος τις ισχύουσες περί ναρκωτικών διατάξεις Ν.3459/2006, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ όποιος καλλιεργεί ή συγκομίζει, μεταξύ άλλων, και οποιοδήποτε φυτό του γένους της κάνναβης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η καλλιέργεια φυτών ινδικής κάνναβης τελείται με την επιχείρηση από το δράστη πράξεων που ανάγονται στη γεωργική παραγωγή της ναρκωτικής αυτής ουσίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η τοποθέτηση σπόρων στο έδαφος, το οποίο έχει προς τούτο κατάλληλα προπαρασκευαστεί, και η περιποίηση γενικώς των δενδρυλλίων που έχουν βλαστήσει για την ταχύτερη και καλύτερη ανάπτυξή τους, όπως επίσης, εκτός από τις καθαρώς υλικές πράξεις, και η συστηματική παρακολούθηση της αναπτύξεως των φυτών, η επίβλεψη και ο έλεγχος της καλλιέργειας αυτών, η παροχή οδηγιών για την καλύτερη ανάπτυξη και περιποίησή τους. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως η συγκομιδή τελείται με την αποκοπή των κατάλληλων φύλλων και του προαναφερόμενου κατά γένος φυτού για περαιτέρω επεξεργασία ή την κατ' άλλον τρόπο συλλογή των κορυφών. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 70,71/2012, απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, καλλιέργειας και συγκομιδής ναρκωτικών ουσιών και ειδικότερα, καλλιέργειας 695 δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης και συγκομιδής 615 δενδρυλλίων, επίσης ινδικής κάνναβης, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. και καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή 20.000 Ευρώ. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το Εφετείο ότι από τα μνημονευόμενα, κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, και τα έγγραφα αποδείχθηκαν, μετά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, τα εξής: "Μετά από πληροφορία για φυτεία δενδρυλλίων κάνναβης από το Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Πύργοι), μεσημβρινές ώρες της 6.12.2004 αστυνομικοί του Τ. Α. Τρίπολης μαζί με Αστυνομικούς προαναφερόμενης υπηρεσίας, ενεργούντες από κοινού, μετέβησαν στην περιοχή στη θέση "..." ή "..." περιοχής "..." Δημοτικού Διαμερίσματος …, Δήμου …και ανεύρον μετά από έρευνα σε δύσβατη περιοχή, δύο (2) ειδικά διαμορφωμένους χώρους, απέχοντες μεταξύ τους 20 περίπου μέτρα, διαστάσεων: ο μεν ένας 38 μέτρα Χ 17 μέτρα, ο δε άλλος 45 Χ 18 μέτρα, πρόσφατης (φετινής) καλλιεργηθείσης φυτείας δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης, το προϊόν της οποίας είχε συγκομισθεί η δε φυτεία είχε εγκαταλειφθεί από τους δράστες αυτής, κατ' εκτίμηση των αστυνομικών προ διμήνου περίπου από της ανευρέσεώς της. Την επομένη (7.12.2004) οι ως άνω αστυνομικοί μαζί με Αστυνομικούς Ο.Π.Κ.Ε. Α.Δ. Αρκαδίας προχώρησαν στην εκρίζωση των φυτειών και στην κατάσχεση των όσων ανεύρον στους προαναφερόμενους χώρους. Ειδικότερα: Στο χώρο της φυτείας με διαστάσεις 38 μ. Χ 17 μ. βρέθηκαν : α) Διακόσιοι (200) ξηροί κορμοί δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης, ύψους από ένα (1) μ. έως δύο (2) μ. περίπου, β) εξήντα (60) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης σε χλωρή κατάσταση, ύψους από ένα (1) μ έως τρία (3) μ περίπου, γ) Λάστιχο ποτίσματος πάχος Φ.25 χρώματος μαύρου με τέσσερις μπλε ρίγες, μήκους σαράντα (40) μέτρων περίπου στο οποίο υπήρχαν τέσσερις (4) πλαστικές παροχές (Ταφ) και ήταν συνδεδεμένες με τέσσερα (4) κομμάτια λάστιχο χρώματος πράσινου, πάχους μίας (1) ίντσας μήκους 8 μ. περίπου το καθένα, τα οποία απλώνονταν μέσα στο χώρο της φυτείας και χρησίμευαν για το πότισμα αυτής, δ) Στην άκρη της φυτείας και στο νότιο μέρος αυτής υπήρχε μία κουλούρα λάστιχο ποτίσματος χρώματος μαύρου Φ.25 με τέσσερις (4) μπλε ρίγες, μήκους 100 μ. περίπου, ε) δύο (2) φτυάρια με ξύλινο στειλεό, στ) ένας (1) κασμάς με ξύλινο στειλεό, ζ) ένα (1) κομμάτι λάστιχο ποτίσματος Φ.25 χρώματος μαύρους, μήκους 50 μ. περίπου, η) μία (1) τσουγκράνα με ξύλινο στειλεό. Ανατολικά της φυτείας και δίπλα από την είσοδο υπήρχε ειδικά διαμορφωμένος χώρος, ο οποίος χρησίμευε για την αποξήρανση των κορφάδων (φούντα) που απεκόμιζαν από τα δενδρύλλια της ινδικής κάνναβης που υπήρχαν στην φυτεία. Πάνω από την φυτεία και σε απόσταση είκοσι (20) μέτρων νότια αυτής υπήρχαν δύο (2) αυτοσχέδια κρεβάτια με δύο (2) στρώματα με τρεις κουβέρτες. Αμέσως και μετά την έξοδο της φυτείας δυτικά αυτής υπήρχε ειδικά διαμορφωμένος χώρος, ο οποίος χρησίμευε για την σίτιση των καλλιεργητών-δραστών στον οποίο υπήρχαν διάφορα τρόφιμα σε συσκευασίες του μισού κιλού, όπως μακαρόνια, ρύζι, φασόλια ξερά, φακές, ρεβίθια, μακαρόνια κοφτά. Επίσης, υπήρχαν κονσέρβες με ζαμπόν, φακελάκια με σούπες knor, έτοιμα φαγητά σε αεροστεγείς συσκευασίες, σακουλάκια με αλάτι, μπουκάλια με ξύδι, μπουκάλια με χυμό λεμονιού, σακούλες με ζάχαρη, φακελάκια με καφέ, κουτιά με Νες καφέ, δύο κατσαρόλες μαγειρέματος, πιάτα πλαστικά, κουτάλια και πιρούνια μεταλλικά μία κουτάλα ανοξείδωτη μαγειρέματος, ένα τηγάνι, ένα μπρίκι καφέ, δύο μαχαίρια με πλαστική λαβή, ένα σουρωτήρι πλαστικό χρώματος πράσινου, μία κεψέ μεταλλική με πλαστική χειρολαβή. Επίσης, στο χώρο σίτισης υπήρχαν ακόμη: Ένας πλαστικός κουβάς χρώματος μπλε, ένα πλαστικό ποτιστήρι χρώματος κόκκινου, ένα βατοκόπτης, ένα πριόνι χειρός μετά πλαστικής θήκης χρώματος κόκκινου, ένα γκάζι μετά φιάλης υγραερίου χωρητικότητας δύο (2) κιλών, πέντε (5) φιάλες κενές υγραερίου χωρητικότητας δύο (2) κιλών, ένα (1) γκαζάκι, ένα (1) πλαστικό παγούρι νερού με επένδυση φενιζόλ, μία (1) αντλία πλαστική ραντίσματος (ψεκαστήρας). Στη φυτεία με διαστάσεις 45 μ. Χ 18 μ. βρέθηκαν: α) Τετρακόσιοι δέκα πέντε (415) ξηροί κορμοί δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης, ύψους ενός (1) μ έως δύο (2) μ περίπου, β) είκοσι (20) δενδρύλλια ινδικής κάνναβης σε χλωρή κατάσταση, ύψους ενός (1) μ έως δύο (2) μ περίπου, γ)λάστιχο ποτίσματος πάχους Φ25 χρώματος μαύρου με τέσσερις (4) μπλε ρίγες, μήκους 45 μέτρων περίπου, στο οποίο υπήρχαν τέσσερις (4) πλαστικές παροχές (Ταφ), όπου συνδέοντα με τέσσερα κομμάτια λάστιχο πάχους μιας (1) ίντσας, μήκους οκτώ (8) μ το καθένα, τα οποία χρησίμευαν για το πότισμα της φυτείας, δ) ένα (1) ξινάρι με ξύλινο στειλεό. Επίσης, στο χώρο της ανωτέρω φυτείας βρέθηκαν και εκριζώθηκαν εκατόν τρία (103) αυτοφυή φυτάρια ινδικής κάνναβης, ύψους από 10 έως 25 εκατοστά το καθένα. Από τη μία φυτεία μέχρι την άλλη υπήρχε λάστιχο ποτίσματος πάχους Φ.25 χρώματος μαύρου με τέσσερις (4) μπλε ρίγες, μήκους 185 μέτρων περίπου, το οποίο χρησίμευε για το πότισμα της φυτείας δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης και στους δύο ειδικά διαμορφωμένους χώρους, γεγονός εκ του οποίου συνεπάγεται ότι και στους δυο ειδικά διαμορφωμένους χώρους η καλλιέργεια των δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης γινόταν από τα ίδια άτομα. Πριν την είσοδο της εν λόγω φυτείας δηλ. αυτής με διαστάσεις 45 μ Χ 18μ και ανατολικά αυτής υπήρχαν τρεις (3) ειδικά διαμορφωμένοι χώροι, οι οποίοι χρησίμευαν για την αποξήρανση των κορφάδων (φούντες) που αποκόμιζαν από τα δενδρύλλια της φυτείας οι δράστες. Επίσης, πριν την είσοδο της και σε απόσταση είκοσι (20) μέτρα νότια αυτής υπήρχε κατασκευασμένη με νάυλον σκηνή εντός της οποίας υπήρχαν δύο (2) αυτοσχέδια κρεβάτια με δύο (2) στρώματα τέσσερις (4) κουβέρτες και ένα (1) παντελόνι υφασμάτινο χρώματος χακί. Έξω από τη σκηνή κατέληγε λάστιχο ποτίσματος με βάνα στην άκρη πάχους μιας (1) ίντσας χρώματος πράσινου, το οποίο είχε μήκος 18 μ. περίπου και ξεκινούσε από το κεντρικό λάστιχο της φυτείας με πλαστική παροχή (Ταφ). Τέλος, διαπιστώθηκε ότι οι χώροι που ανευρέθη η προαναφερόμενη φυτεία είναι ιδιόκτητοι, ανήκοντες στον κατηγορούμενο, αποτελούν δε μέρος κτήματος, ιδιοκτησίας του, το οποίο αυτός είχε αγοράσει το 1998, συνολικής έκτασης 515 στρεμμάτων, έναντι του τιμήματος των 16.000.000 δραχμών. Από τους χώρους της εν λόγω φυτείας παρελήφθησαν από το TEE της ΓΑΔΠ Πελ/σου προς περαιτέρω εξερεύνηση τα αντικείμενα που αναλυτικά προαναφέρθηκαν και αναφέρονται λεπτομερώς στην αναγνωσθείσα από 7.12.2004 Έκθεση Ανευρέσεως - Εκριζώσεως - Κατασχέσεως και Καταστροφής. Επίσης, από το ίδιο αποδεικτικό αποδείχθηκε (όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν, αλλά και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε) ότι αυτός (κατηγορούμενος) πήγαινε τα καλοκαίρια στο χωριό του και διέμενε από το 2000 και εντεύθεν σ' ένα κοντέινερ για 2 με 3 ημέρες, επισκεπτόμενος το κτήμα του για να συλλέξει ξύλα και ότι κατ' εξαίρεση το καλοκαίρι του 2004 διέμεινε πλέον του μηνός, γεγονός άλλωστε που και ο ίδιος επιβεβαιώνει, εξηγώντας όμως το μεγάλο χρόνο παραμονής του στην αναδουλειά, καταθέτοντας χαρακτηριστικά "...Το έτος 2004 ήταν μια πολύ κακή χρονιά για εμένα στην δουλειά μου και έτσι το μήνα Αύγουστο, όπου δεν κυκλοφορούσε ούτε μπετονιέρα λόγω των ολυμπιακών αγώνων, αποφάσισα να πάω στο χωριό ...". Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έκοβε ξύλα κοντά στο δρόμο και δίπλα στο χώρο της φυτείας, και ναι μεν από το σημείο που ο κατηγορούμενος έκοβε τα ξύλα δεν φαινόταν η φυτεία από κάποιον περαστικό, δεν έπρεπε άλλωστε να φαίνεται (ειδικά επιλεγμένο το μέρος), καθώς υπήρχε πρανές με πουρνάρια και πυκνή βλάστηση, όμως από εκεί ξεκινούσε μονοπάτι που οδηγούσε σε πολύ μικρή απόσταση στη φυτεία. Επίσης, όπως ο μάρτυρας αστυνομικός Δ. Μ. καταθέτει ότι η ξύλευση εκ μέρους του κατηγορουμένου εγένετο με μηχάνημα, ενώ η ξύλευση στη φυτεία είχε γίνει με τα χέρια, έτσι ώστε ο θόρυβος του αλυσοπρίονου να καλύπτει τον ισχνό θόρυβο των χεριών κατά την κοπή των δενδρυλλίων, αλλά και τις συνομιλίες των εργαζομένων στη φυτεία, οι οποίοι ήταν αρκετοί, τουλάχιστον τέσσερις (4), συναγόμενο εκ του αριθμό των κρεβατιών. Ακόμη από το ίδιο υλικό αποδείχθηκε ότι το εν λόγω δασόκτημα του κατηγορουμένου από το 2000 έως το 2004 δεν ήταν νοικιασμένο και το χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατ' αποκλειστικότητα για ελάχιστη υλοτόμιση. Εξ όλων των ανωτέρω περιστατικών και ιδίως του γεγονότος ότι η καλλιέργεια έγινε στο κτήμα ιδιοκτησίας του κατηγορουμένου, ότι είχαν κατασκευαστεί μόνιμες εγκαταστάσεις εντός αυτού, και συγκεκριμένα ειδικά διασκευασμένος χώρος ξήρανσης, καλύβες ως χώρος ύπνου, ιδιαίτερος χώρος γευμάτων, το γεγονός ότι η τροφοδότηση έγινε με έτοιμα φαγητά και ξηρά τροφή, καφέ και τρόφιμα μακράς διαρκείας, χωρίς να απαιτείται η συνεχής επίσκεψη του τροφοδότη, του γεγονότος της παραμονής του κατηγορουμένου στο χωριό του για ένα και πλέον μήνα κατ'εξαίρεση από τα προηγούμενα χρόνια (της προφάσεως περί αναδουλειάς λόγω ολυμπιακών αγώνων μη κριθείσης πειστικής), της μικρής αποστάσεως της φυτείας από το σημείο ξύλευσης εκ μέρους του κατηγορουμένου, της μη πρόσβασης τρίτων στο δασόκτημα λόγω του δύσβατου, της εποχής και της γνώσεως των συμπατριωτών του ότι δεν είναι δημόσιο αλλά ιδιόκτητο, που προκύπτουν αβίαστα από την πειστική κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα κατηγορίας -αστυνομικού και την επιβεβαίωση των πληροφοριών με την ανεύρεση των χασισοφυτείων, ενώ δεν αναιρούνται από τις αόριστες και υπεκφεύγουσες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας - συμπατριωτών, οι οποίοι δεν γνωρίζουν για το γεγονός και ομιλούν μόνο περί της ποιότητας του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος με προς τούτο θέληση και γνωρίζοντας ότι έτσι ενεργώντας διαπράττει τις αξιόποινες αυτές πράξεις, τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος σε αγορασθέν από τον ίδιο το έτος 1.998 δασόκτημα, συνολικής έκτασης 515 στρεμμάτων της περιοχής ... δ.δ … του Δήμου …, έναντι του τιμήματος των 16.000.000 δραχμών, όπως ο ίδιος αποδέχεται, κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2004 έως 31.10,2004, με πρόθεση και χωρίς να είναι τοξικομανής, καλλιέργησε, σε δύο ειδικά διαμορφωμένους χώρους της παραπάνω εκτάσεως, απέχοντες μεταξύ τους 20 περίπου μέτρα, 695 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης, και ειδικότερα, αφού αρχικά φύτευσε, στη συνέχεια πότιζε, λίπαινε και γενικά επέβλεπε και περιποιείτο, ώστε αυτά να αναπτυχθούν σε ύψος από ένα έως τρία μέτρα το καθένα. Ακολούθως στον ως άνω τόπο κατά το από 1.10.2004 έως 31.10.2004 χρονικό διάστημα, και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, με πρόθεση και χωρίς να είναι τοξικομανής, συγκόμισε ινδική κάνναβη (χασίς), την οποία σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο ξήρανε, με σκοπό την περαιτέρω διάθεση και συγκεκριμένα συγκόμισε από τα 615 εκ των ανωτέρω δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης (χασίς), άγνωστη ποσότητα αλλά ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα ινδικής κάνναβης (χασίς), η οποία κατά την κατάθεση του μαρτυρά αστυνομικού Δ. Μ. ανερχόταν σε ένα τόνο, με σκοπό την περαιτέρω διάθεση. Για τις ανάγκες μάλιστα της καλλιέργειας (φύτευσης, ποτίσματος, λίπανσης κλπ) και επίβλεψης των φυτειών και επεξεργασίας στη συνέχεια (αποξήρανσης κλπ) το.)ν συγκομιζομένων δενδρυλλίων χρησιμοποιούσε ικανό αριθμό αλλοδαπών εργατών που διέμεναν κρυπτόμενοι στην παραπάνω δασώδη ιδιοκτησία του. Ο κατηγορούμενος καθ' όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας αρνείται οποιαδήποτε ανάμειξη του στις πράξεις της καλλιέργειας και της συγκομιδής της ινδικής καννάβεως, ισχυριζόμενος ότι αγνοούσε τόσο την καλλιέργεια των 695 δενδρυλλίων ινδικής καννάβεως όσο και τη συγκομιδή των 615 απ' αυτά. Όμως πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα που θεμελιώνουν την κρίση του Δικαστηρίου στην παραπάνω απόφαση του: Το σημείο που εντοπίσθηκε η φυτεία της ινδικής καννάβεως είναι μέρος της ιδιοκτησίας που ο κατηγορούμενος, όπως ο ίδιος ομολογεί, αγόρασε το 1998. Όπως επίσης ο ίδιος ομολογεί αγόρασε την εν λόγω ιδιοκτησία με σκοπό να την εκμεταλλευτεί με υλοτομία, πλην όμως, καίτοι επένδυσε σ' αυτήν ένα ουχί ευκαταφρόνητο ποσό (16.000.000 δραχμές) το έτος 1998, ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν είναι ιδιαίτερα ευκατάστατος, εν τούτοις από μια έκταση 515 στρεμμάτων, όπως προαναφέρθηκε, έκοβε ξύλα, όπως επίσης ο ίδιος δηλώνει, μόνο για το σπίτι του στην …Ο ίδιος επίσης ισχυρίζεται ότι στο χωριό όλοι γνωρίζουν ότι το δασόκτημα αυτό στο οποίο εντοπίστηκε η φυτεία είναι δικό του. Έτσι πρόσβαση σ' αυτό έχει σίγουρα ο ίδιος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είχε πρόσβαση μόνο αυτός, αλλά και άλλοι κτηνοτρόφοι, αφού ενοικίαζε το δασόκτημα σε κτηνοτρόφους και συγκεκριμένα στον κτηνοτρόφο Α. Μ., αναιρέθηκε από την ίδια την κατάθεση του εν λόγω κτηνοτρόφου, ο οποίος κατέθεσε κατηγορηματικά ότι "...πήγαινα εκεί (και εννοεί την θέματι ιδιοκτησία) έως το 2000. Από το 2000 έως το 2004 εγώ δεν πήγαινα εκεί. Στην περιοχή δεν υπήρχαν πρόβατα. Με τον κατηγορούμενο κουβεντιάσαμε περίπου στο τέλος Αυγούστου ίσως να ήταν 25 Αυγούστου (2004) ... για ενοικίαση εκ μέρους του Λ... Μέχρι τον Αύγουστο του 2001 η έκταση ήταν ανοίκιαστη... (Εξάλλου) το κοπάδι των ζώων κατεβαίνει τέλος Νοεμβρίου με Δεκεμβρίου, αλλά το συμβάν αυτό έγινε τέλος Αυγούστου. Μέχρι τότε βοσκός μέσα στην έκταση δεν υπήρχε...". Σύμφωνα λοιπόν με το προαναφερθέν, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου ενέχει ιδιαίτερη σημασία, το δασόκτημα βρισκόταν ουσιαστικά υπό εγκατάλειψη, αφού και ο ίδιος ο κατηγορούμενος τελικά αποδέχθηκε "... από το 2000 έως το 2004 το κτήμα δεν το είχα νοικιάσει..." και το χρησιμοποιούσε κατ' αποκλειστικότητα για ελάχιστη υλοτόμιση, ως προελέχθη. Περαιτέρω, ενώ το δασύ κτήμα του κατηγορουμένου είναι αρκετά μεγάλο, το σημείο που βρέθηκε η φυτεία, είναι σε πολύ μικρή απόσταση από το σημείο που ο κατηγορούμενος, όπως και οι μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν, αλλά δεν αρνήθηκε και ο ίδιος, πήγαινε τα καλοκαίρια στο κτήμα του και έμενε κατ' αρχήν για να συλλέξει ξύλα από 2 έως 3 ημέρες έως όλο το καλοκαίρι (για το 2004). Συγκεκριμένα το σημείο ξύλευσης της συγκεκριμένης χρονιάς (2004) από την περιοχή που βρίσκεται η φυτεία απέχει, σύμφωνα με το μάρτυρα αστυνομικό Δ. Μ., 50 μέτρα σε ευθεία και σύμφωνα με τον μάρτυρα Δ. Γ., πολιτικό μηχανικό, που επισκέφθηκε τον εν λόγω χώρο, κατ' αίτηση του κατηγορουμένου, τέσσερα χρόνια αργότερα (το 2008), 150 μέτρα και προφανώς εννοεί το μήκος του μονοπατιού που οδηγεί στη φυτεία, το οποίο (μονοπάτι), επίσης προφανώς, δεν είναι ευθύ. Είναι δεδομένο λοιπόν ότι η απόσταση είναι ιδιαίτερα μικρή και παρόλο που από το σημείο που ο κατηγορούμενος έκοβε τα ξύλα, δεν φαινόταν η φυτεία, καθώς υπήρχε πρανές με πουρνάρια και πυκνό δάσος, αφενός διαπιστώθηκε η ύπαρξη μονοπατιού που άρχιζε από το πλάτωμα της ξύλευσης και οδηγούσε στη φυτεία και αφετέρου κατά τους κανόνες της λογικής και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλο χρονικό διάστημα έμενε στο κτήμα του ο κατηγορούμενος, ήταν αδύνατο να μην έχει εντοπίσει τη φυτεία των άνω 695 δενδρυλλίων που υπήρχαν εκεί, αλλά και τους εργάτες με τον εξοπλισμό τους που εργάζονταν και διέμεναν εκεί κατά την επίμαχη χρονική περίοδο. Συνεπώς, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ότι κατά τις επισκέψεις του στο κτήμα δεν αντιλήφθηκε τίποτα σχετικά με φυτεία, αφού και η ποσότητα των δενδρυλλίων ήταν μεγάλη και η οργάνωση και η υποδομή της καλλιέργειας (ποτιστικό για το πότισμα, σκηνές και κρεβάτια για τους εργάτες της καλλιέργειας) θα έπρεπε να του είχαν δημιουργήσει άμεσα ερωτηματικά και μάλιστα, όπως κάθε ιδιοκτήτης σ' ανάλογη περίπτωση, θα είχε απευθυνθεί στις αρχές έστω για να εκδιώξει τους τελευταίους από την ιδιοκτησία του, αν η πραγματικότητα ήταν όπως εκείνος ισχυρίζεται, όμως αβάσιμα. Από όλα τα ανωτέρω επομένως συνάγεται ότι κανείς τρίτος δεν θα αποτολμούσε να περιφέρεται στην περιοχή, όταν όλο το χωριό γνωρίζει αφενός ότι είναι ιδιόκτητη και αφετέρου ότι ο κατηγορούμενος - ιδιοκτήτης επισκέπτεται την ιδιοκτησία του έστω και κατά αραιά διαστήματα και μάλιστα κατά τους μήνες της καλλιέργειας (ινδικής κάνναβης) για ξύλευση, αφού η καλλιέργεια της παραπάνω φυτείας απαιτεί σταθερή φροντίδα και σχεδόν καθημερινή παρουσία του καλλιεργητή εντός αυτής (φυτείας), ούτε θα επιθυμούσε να διακινδυνεύσει να γίνει εκ τυχαίου λόγου αντιληπτός καλλιεργώντας 695 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης την στιγμή που ο κατηγορούμενος θα ξύλευε έστω και 150 μέτρα μακριά όταν υπήρχε δίπλα μονοπάτι που οδηγούσε στην φυτεία και απεκαλύπτετο έτσι η εκτεταμένη παράνομη καλλιέργεια που έκανε. Πρέπει δε να σημειωθεί και το γεγονός, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου ενέχει ιδιαίτερη σημασία και αποδυναμώνει την παραπάνω αρνητική θέση του κατηγορουμένου, ότι τα κτήματα στην περιοχή βρίσκονται ουσιαστικά υπό εγκατάλειψη. Έτσι αφενός εξηγείται γιατί το φρεάτιο από τον οποίον αρδευόταν η παράνομος καλλιέργεια ευρίσκετο στο εγκαταλελειμμένο κτήμα του Κ. (ο ίδιος ο κατηγορούμενος καταθέτει "... ο Κ. έχει να έρθει στο χωριό δέκα χρόνια..."), και αφετέρου γιατί ο δράστης των αξιοποίνων πράξεων κατέλιπε ίχνη της καλλιέργειας και της συγκομιδής της κάνναβης σύμφωνα με τις αναγνωσθείσες καταθέσεις, και δεν μερίμνησε για τη συγκάλυψη τους (δεν φοβόταν ότι θα περάσει κάποιος, αφού είναι ερημιά και ο χώρος ήταν δικός του). Τέλος, η μη ανεύρεση στις οικίες του κατηγορουμένου αλλά και του συγκατηγορουμένου του γαμβρού του επ' αδελφή και ήδη αθωωθέντος από το πρωτόδικο Δικαστήριο, ναρκωτικών ουσιών, εξηγείται εκ του γεγονότος ότι όταν έγινε η έρευνα ήταν πλέον Δεκέμβριος και από τον Οκτώβριο ήδη η σοδειά είχε διοχευτευθεί στην αγορά. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρα) ήταν αδύνατον τρίτος, πλην του κατηγορουμένου, να είχε καλλιεργήσει στο χώρο εκείνο τα πιο πάνω δενδρύλλια και στη συνεχεία να τα περισυνέλλεξε. Η συλλογή ξυλείας ήταν πρόφαση για να μπορεί να ελέγχει ο κατηγορούμενος την καλλιέργεια και να κάνει την συγκομιδή του χασίς (εκατοντάδων κιλών) και επομένως, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού αυτού, θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος των ανωτέρω πράξεων, όπως ειδικότερα αναλύεται στο διατακτικό, να του αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, αφού για μεγάλο χρονικό διάστημα (8 έτη) μετά την τέλεση της πράξεως, συμπεριφέρθηκε καλώς δεν τέλεσε άλλη αξιόποινη πράξη, ούτε είχε ανάλογη παραβατικότητα, αλλ' αντιθέτως ελεύθερος ων ασχολείται, εργάζεται και διάγει νόμιμα". Μετά ταύτα, το παραπάνω δικαστήριο, κήρυξε ένοχο, τον κατηγορούμενο, του ότι : "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στην θέση "..." της περιοχής ... κατά τους παρακάτω αναφερομένους χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα. Ειδικότερα: Α) Στον παραπάνω τόπο κατά το από 1.7.2004 έως 31.10.2004 χρονικό διάστημα, με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής, καλλιέργησε ινδική κάνναβη (χασίς) με σκοπό την περαιτέρω διάθεση και συγκεκριμένα καλλιέργησε από 695 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης (χασίς), τα οποία, αφού αρχικά φύτευσε, στη συνέχεια πότιζε, λίπαινε και γενικά επέβλεπε και περιποιείτο, ώστε να αναπτυχθούν σε ύψος από 1 έως 3 μέτρα. Τα παραπάνω δενδρύλλια ινδικής κάνναβης καλλιέργησε, χωρίς να είναι τοξικομανής, με σκοπό την περαιτέρω διάθεση. Β) Στον ως άνω τόπο κατά το από 1.10.2004 έως 31.10.2004 χρονικό διάστημα, και σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες, με πρόθεση, χωρίς να είναι τοξικομανής, συγκόμισε ινδική κάνναβη (χασίς) με σκοπό την περαιτέρω διάθεση και συγκεκριμένα συγκόμισε από 615 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης (χασίς), άγνωστες ποσότητες ινδικής κάνναβης, χωρίς να είναι τοξικομανής, με σκοπό την περαιτέρω διάθεση. Δέχεται ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, της καλλιέργειας και συγκομιδής ναρκωτικών ουσιών, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων, 1,14, 26 παρ.1α, 27παρ.1, 84 παρ.2ε Π.Κ, και άρθρα 4 παρ.3 Πιν. Α' αριθ.6 και 5 παρ.1 περ. στ' του ν.1729/1987, όπως το άρθρο 5 τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος α) προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνο από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν υποδηλώνει ότι τα υπόλοιπα αγνοήθηκαν, β) εκτίθενται, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, τα οποία θεμελιώνουν την παραδοχή ότι ο αναιρεσείων ως ιδιοκτήτης της εκτάσεως τέλεσε τις πράξεις της καλλιέργειας και συγκομιδής ινδικής κάνναβης, για τις οποίες καταδικάστηκε, με τη συμμετοχή και άλλων αγνώστων εισέτι δραστών, που ενεργούσαν κατ' εντολή του, απορρίπτοντας αιτιολογημένα τον ισχυρισμό του ότι τρίτοι, χωρίς τη δική του συμμετοχή, τέλεσαν τις πράξεις αυτές, γ) αιτιολογείται η γνώση του κατηγορουμένου τόσο για την καλλιέργεια των 695 δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης όσο και για τη συγκομιδή των 615 από αυτά, με την παράθεση των περιστατικών που θεμελιώνουν την κρίση αυτή του δικαστηρίου (ήταν ο μόνος που είχε πρόσβαση στο κτήμα, η φυτεία βρέθηκε σε πολύ μικρή απόσταση από το σημείο που έκοβε τα ξύλα και υπήρχαν εντός αυτού εγκαταστάσεις και ένας ολόκληρος εξοπλισμός) απορρίπτεται δε ο ισχυρισμός του ότι κατά τις επισκέψεις του στο κτήμα δεν είχε αντιληφθεί τη φυτεία, η δε παραδοχή στο σκεπτικό, "αφού η ποσότητα των δενδρυλλίων ήταν μεγάλη και η οργάνωση και η υποδομή της καλλιέργειας (ποτιστικό για το πότισμα, σκηνές και κρεβάτια για τους εργάτες της καλλιέργειας) θα έπρεπε να του είχαν δημιουργήσει άμεσα ερωτηματικά και μάλιστα, όπως κάθε ιδιοκτήτης σε ανάλογη περίπτωση, θα είχε απευθυνθεί στις αρχές έστω για να εκδιώξει τους τελευταίους από την ιδιοκτησία του, αν η πραγματικότητα ήταν όπως εκείνος ισχυρίζεται, όμως αβάσιμα" δεν είναι ενδοιαστική, ούτε δημιουργείται από αυτή κάποια ασάφεια όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'και Ε' 1ος και 2ος λόγοι του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, καθώς και ο 2ος λόγος, των από 24-4- 2013, πρόσθετων λόγων, για έλλειψη αιτιολογίας της παραπάνω απόφασης και εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως είναι και η έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 333 παρ. 2 του ΚΠΔ υποβάλλει κάποιο νόμιμο και ορισμένο αίτημα. Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο, επί του πιο πάνω, κατά τρόπο νόμιμο, υποβληθέντος αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρο 224 παρ. 2 του ΚΠΔ, όπως ισχύει νύν μετά του Ν.2408/1996 αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπόψη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι υποχρεούται μεν το δικαστήριο να μην αξιοποιήσει μία τέτοια μαρτυρική κατάθεση, που έγινε κατά παράβαση του νόμου, όμως η εκτίμηση και αυτής μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας, διότι δικονομική κύρωση για την παραβίαση της εν λόγω διάταξης του άρθρου 224 παρ. 2 ΚΠΔ δεν προβλέπεται, ούτε η παραβίαση αυτή δημιουργεί λόγο αναίρεσης, αφού στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης του άρθρου 510 του ίδιου Κώδικα δεν περιέχεται τέτοιος λόγος. Αποτελεί όμως δικαίωµα του κατηγορουμένου, να ζητήσει από το δικαστήριο, να μη ληφθεί υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα ο οποίος δεν κατονόμασε την πηγή των πληροφοριών του. Η παραδοχή ή μη τέτοιου αιτήματος του κατηγορουμένου απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, αλλιώς, αν αρνηθεί ή παραλείψει ν` αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακρόασης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, με τον 1ο λόγο των από 24-4-2013, πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, επικαλείται έλλειψη ακροάσεως, γιατί το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, παρέλειψε να αποφανθεί επί υποβληθέντος αιτήματός του, "να μη ληφθεί υπόψη η έωλη κατάθεση του μάρτυρα Αστυνομικού, καθότι, ο εν λόγω μάρτυρας-Αστυνομικός δεν κατονόμασε, αν και ρωτήθηκε ειδικά, την πηγή των πληροφοριών του". Από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο απάντησε στο παραπάνω αίτημα του κατηγορουμένου να μη ληφθεί υπόψη η κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα, με την αιτιολογία επί της κατηγορίας, από την οποία με σαφήνεια προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη η κατάθεση αυτή και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, τόσο στο προοίμιο του σκεπτικού, όπου γίνεται μνεία των αποδεικτικών μέσων κατ` είδος, γίνεται αναφορά στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας (μεταξύ των οποίων συνεπώς και ο μάρτυρας αστυνομικός Δ. Μ.), όσο και στις παραδοχές του σκεπτικού, σε διάφορα σημεία του, γίνεται αναφορά στην κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα (βλ. σελ. 43,45 και 46 του σκεπτικού). Επομένως ο παραπάνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β', 1ος λόγος των από 24-4- 2013, πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, για έλλειψη ακροάσεως, κατά το άρθρο 170 παρ.2 ΚΠΔ είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον 5ο λόγο του δικογράφου των από 30-4-2013, πρόσθετων λόγων, προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της καταδικαστικής κρίσεώς του, έλαβε υπόψη του, την κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα, Αστυνομικού Δ. Μ., ο οποίος όμως κατέθεσε περιστατικά, που προέρχονται από πληροφορίες άγνωστων προσώπων, τα οποία αρνήθηκε να κατονομάσει και, επομένως, δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη, μάλιστα δε οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος, όπως προαναφέρθηκε, κατά την ανάλυση του αμέσως παραπάνω λόγου αναίρεσης, είχαν ζητήσει να μη ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η κατάθεση του εν λόγω μάρτυρος αστυνομικού, προσέτι δε οι ίδιοι υπέβαλαν και εγγράφως σχετικό αίτημα προς το δικαστήριο. Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι από το δικαστήριο λήφθηκε υπόψη η κατάθεση αυτή και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αφού από το προοίμιο του σκεπτικού στο οποίο γίνεται αναφορά των κατ` είδος ληφθέντων αποδεικτικών μέσων προκύπτει ότι, λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης καθώς και άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι η ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και τα έγγραφα, που αναφέρονται αναλυτικά στα πρακτικά και η απολογία του κατηγορουμένου. Εφόσον λοιπόν, το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του, εκτός από την παραπάνω κατάθεση και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, δεν επήλθε ακυρότητα της διαδικασίας και δεν δημιουργήθηκε αναιρετικός λόγος, από την παραβίαση του ως άνω άρθρου 224 παρ.2 Κ.Π.Δ. αφού στην περιοριστική απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης δεν προβλέπεται τέτοιος λόγος, σύμφωνα και με όσα στη νομική σκέψη, που εκτίθεται, κατά την ανάλυση του αμέσως προηγουμένου λόγου αναίρεσης, αναφέρονται. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, που περιέχεται στο λόγο αυτό, ότι η παραπάνω παράβαση συναρτάται με την προσβολή των δικαιωμάτων του, ως κατηγορουμένου, γιατί η ενοχή του στηρίχθηκε αποκλειστικά σε αυτή την παράνομη μαρτυρική κατάθεση, είναι αβάσιμη, αφού όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση εκτός από την παραπάνω κατάθεση και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προαναφέρθηκαν και έτσι δεν παραβιάστηκαν υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου Επομένως, ο κατά τα άνω προβαλλόμενος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Κ.Π.Δ. 5ος λόγος των από 30-4-2013 πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, κατ `άρθρο 171 παρ.1 στοιχ, δ' λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, με τη λήψη υπόψη της παραπάνω κατάθεσης, είναι αβάσιμος. Κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από το σκεπτικό που αναφέρεται στην επιμέτρηση της ποινής, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξε αυτός, αλλά και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση, δε των στοιχείων τούτων, χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση, χωρίς να είναι αναγκαία, επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών. Ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικάσαν δικαστήριο, στο προοίμιο της περί επιμέτρησης της ποινής απόφασης όπου γίνεται μνεία των διατάξεων που προβλέπουν και τιμωρούν τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, γίνεται μνεία της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1 εδ' στ' του προϊσχύσαντος Ν.1729/1987, περί ναρκωτικών, αντί του άρθρου 20 παρ.1 εδ στ' του νεότερου ν. 3459/2006, ο οποίος προβλέπει τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων. Αυτό κατά τον αναιρεσείοντα, είχε ως συνέπεια, κατά την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, να μη λάβει υπόψη του το δικαστήριο τη βαρύτητα του συγκεκριμένου εγκλήματος για το οποίο τον καταδίκασε, που προβλέπεται από το άρθρου 20 παρ.1 εδ στ' του παραπάνω νεότερου ν. 3459/2006, αλλά τη βαρύτητα άλλου εγκλήματος που προβλέπεται από διάταξη προγενέστερου νόμου, που δεν ίσχυε, ήτοι του άρθρου 5 παρ. 1 εδ' στ' του Ν.1729/1987. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, για τους παρακάτω λόγους: Οι έχουσες εφαρμογή εν προκειμένω, διατάξεις των δύο ως άνω νόμων, προβλέπουν τις αυτές ακριβώς ποινές για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος. Ειδικότερα η διάταξη του άρθρο 5 παρ.1 στοιχ. στ' του Ν.1729/1987, που εφάρμοσε το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, προβλέπει ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) δραχμών για την πράξη της καλλιέργειας ή συγκομιδής κάνναβης, την ίδια δε ποινή με αντίστοιχη μετατροπή των δραχμών σε Ευρώ, προβλέπει το άρθρο 20 παρ.1 στοιχ. στ' του νεότερου Ν. 3459/2006, ο οποίος να σημειωθεί κωδικοποίησε τους προϊσχύσαντες περί ναρκωτικών νόμους, ήτοι, ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ. Συνεπώς, δεν υφίσταται διαφοροποίηση της βαρύτητας του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, από τους δύο παραπάνω νόμους, αφού αμφότεροι προβλέπουν τις αυτές ποινές και κυρίως, όπως προανεφέρθη, αφού ο νεώτερος αποτελεί κωδικοποίηση του παλαιοτέρου και των μέχρι το 2006 ισχυσασών σχετικών διατάξεων. Πέραν των ανωτέρω, χρόνος τέλεσης της πράξης, φέρεται το διάστημα από 7-1-2004 έως 31-10-2004, και συνεπώς κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, ίσχυε ο Ν. 1729/1987. Κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης, Μάρτιο του 2012, είχε αρχίσει να ισχύει (από 26/6/2006) ο νεότερος κατά τα άνω Ν. 3459/2006, ο οποίος όμως, δεν ήταν ευμενέστερος του προηγούμενου, κατά το ενδιαφέρον μέρος του, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ώστε να τύχει εφαρμογής αυτός, ως ευνοϊκότερος κατ` άρθρο 2 παρ.1 του Π.Κ. Ουδεμία συνεπώς έννομη επιρροή ως προς τη βαρύτητα του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, και την επί της ποινής κρίση του, δικαστηρίου ασκεί το γεγονός ότι στην περί ποινής απόφασή του παραπάνω δικαστηρίου, γίνεται μνεία της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1 εδ' στ' του προϊσχύσαντος, κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης, Ν.1729/1987, περί ναρκωτικών, ο οποίος προβλέπει τις πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, αντί, του εν τω μεταξύ ισχύσαντος, άρθρου 20 παρ.1 εδ στ', του νεότερου κωδικοποιητικού Ν. 3459/2006, ο οποίος προβλέπει τις αυτές ποινές. Επομένως ο σχετικός 3ος λόγος των πρόσθετων από 24-4-2013 λόγων αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε'του ΚΠΔ περί ελλείψεως αιτιολογίας, της περί επιμέτρησης της ποινής απόφασης, και εσφαλμένης ερμηνείας των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1Α' του ΚΠΔ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως δημιουργεί και η απόλυση ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171). Τέτοια ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 α', λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, δημιουργείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 12, 32 και 138 παρ. 2 και 3 του ίδιου Κώδικα και όταν δεν παρίσταται πάντοτε, ή δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι παραστάθηκε κατά την δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο ο Εισαγγελέας ή Γραμματέας. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ.1 Κ.Π.Δ. "στις δημόσιες συνεδριάσεις των δικαστηρίων παρευρίσκεται πάντοτε ένας δικαστικός γραμματέας, ο οποίος συντάσσει τα πρακτικά με ευθύνη δική του και του δικαστή που διευθύνει τη συνεδρίαση", ενώ κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, "αν ο γραμματέας απουσιάζει ή έχει κώλυμα, τον αναπληρώνει ένας υπογραμματέας ή γραφέας. Στη διάρκεια της συνεδρίασης μπορεί με απόφαση του δικαστηρίου ν ` αναπληρώσει κάποιος άλλος το γραμματέα, όταν του παρουσιάζεται κώλυμα. Για την απόφαση αυτή δεν χρειάζεται σύμπραξη γραμματέα". Στην προκειμένη περίπτωση, το εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, όπως εξ αυτής προκύπτει διεξήγαγε την επ' ακροατηρίω διαδικασία, κατά τη συνεδρίαση της 01- 03- 2012 με την παρουσία και τη νόμιμη σύμπραξη του γραμματέα Νικόλαου Χωρίκη. Ακολούθως, κατά τις συνεδριάσεις της 21-03-2012 ως και της 26-03-2012, (κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), συνέπραξε και μετείχε στην ίδια διαδικασία, ο Δημήτριος Τζώτζος, λόγω κωλύματος του παραπάνω γραμματέα, Νικόλαου Χωρίκη, μετά από την έκδοση της σχετικής, παρεμπίπτουσας, υπ' αριθ. 70/2012, απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το σκεπτικό της απόφασης αυτής έχει ως ακολούθως: "Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1, 2 και 3, όταν ο γραμματέας των δημόσιων συνεδριάσεων των Δικαστηρίων απουσιάζει ή έχει κώλυμα, τον αναπληρώνει ένας υπογραμματέας ή γραφέας. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, μπορεί με απόφαση του δικαστηρίου ν' αναπληρώσει κάποιος άλλος το γραμματέα όταν του παρουσιάζεται κώλυμα. Στην προκείμενη περίπτωση, επειδή ο Γραμματέας της έδρας του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Νικόλαος Χωρίκης, κωλύεται να συμμετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου και να εκτελέσει τα καθήκοντά του κατά τη σημερινή συνεδρίαση, το Δικαστήριο πρέπει να αντικαταστήσει αυτόν με τον Δικαστικό Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου, Δημήτριο Τζώτζο, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό". Η παραπάνω αιτιολογία, της παρεμπίπτουσας, περί αντικατάστασης του Γραμματέα, απόφασης, είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, αφού γίνεται αναφορά σε αυτήν, ότι υπάρχει κώλυμα του Γραμματέα της έδρας να συμμετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου και να εκτελέσει τα καθήκοντά του στη συγκεκριμένη συνεδρίαση, για αυτό το λόγο πρέπει ν` αντικατασταθεί από άλλο γραμματέα του ίδιου Εφετείου. Δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της παραπάνω αιτιολογίας, να γίνει αναφορά και του σχετικού κωλύματος του γραμματέα, αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 12 Κ.Π.Δ. Περαιτέρω, το δικαστήριο, νόμιμα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, προέβη στην αντικατάσταση του Γραμματέα αυτού, λόγω κωλύματός του, να συμμετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου και να εκτελέσει τα καθήκοντά του, στη συγκεκριμένη συνεδρίαση, και δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από την αντικατάσταση αυτή, αφού ορίσθηκε άλλος γραμματέας ο οποίος και συμμετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου, και οι συνεδριάσεις συνεχίσθηκαν με τη σύμπραξη του γραμματέα αυτού. Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, από την κατά τα άνω νόμιμη αντικατάσταση του ως άνω Γραμματέα, αφού η συνεδρίαση συνεχίσθηκε με τη σύμπραξη άλλου Γραμματέα. Κατ` ακολουθία, δεν πάσχει η απορριπτική του αιτήματος αυτού, ως άνω, παρεμπίπτουσα απόφαση, από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως ούτε επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 α' λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και συνεπώς, ο 1ος λόγος, των από 30-4-2013, προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ.3 και 363 του ΚΠΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, όπως και για διενέργεια αυτοψίας, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για διενέργεια αυτοψίας πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτά και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, οι συνήγοροι του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, υπέβαλαν αίτημα, διακοπής της δίκης, προς διενέργεια αυτοψίας στον χώρο στον οποίο βρέθηκαν οι δύο φυτείες ινδικής κάνναβης, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι δεν ήταν αντικειμενικά δυνατόν ο αναιρεσείων ν` αποκτήσει πρόσβαση, ούτε ν` ανακαλύψει τις φυτείες, εξ αιτίας του πυκνού δάσους της περιοχής, της σημαντικής υψομετρικής διαφοράς των τριών και πλέον μέτρων και της αδυναμίας πρόσβασης σε αυτό τον χώρο, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο σχετικό αίτημα, το οποίο καταχωρήθηκε στα πρακτικά και έγινε προφορική ανάπτυξη του. Το δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα περί διενέργειας αυτοψίας, με την κύρια επί της ενοχής απόφασή του, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Το δε αίτημα, που υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, περί διενέργειας αυτοψίας προς διαπίστωση της καταστάσεως του τόπου όπου ανευρέθησαν οι φυτείες πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν, καθότι από το χρόνο τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων (από 1.7.2004 - 31.10.2004) μέχρι τη συζήτηση ενώπιον αυτού (26.3.20012) παρήλθε ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα και η κατάσταση του χώρου θα έχει μεταβληθεί και έτσι η διενέργεια αυτοψίας είναι άσκοπος και επισφαλής, αφού δεν μπορεί να διαπιστωθεί η κατάσταση του χώρου κατά τον κρίσιμο χρόνο (1.7.2004), συνάμα δε τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που παραπάνω αναφέρθηκαν λεπτομερώς και ελήφθησαν άπαντα υπόψη κρίνονται ικανά για τη μόρφωση δικανικής πεποιθήσεως όσον αφορά στην κατάσταση του χώρου, όπου ανευρέθησαν οι χασισοφυτείες". Η αιτιολογία αυτή είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, αφού το δικαστήριο, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι δεν ήταν αναγκαία η διενέργεια αυτοψίας λόγω παρόδου ικανού χρόνου από του χρόνου τέλεσης της πράξης με συνέπεια τη μεταβολή της κατάστασης του χώρου ως και της επάρκειας των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και με το σκεπτικό αυτό, απέρριψε, ως αβάσιμο στην ουσία, το σχετικό αίτημα. Κατ` ακολουθία, δεν πάσχει η απορριπτική του αιτήματος αυτού, ως άνω, απόφαση, από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ.1 Δ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως ούτε παραβιάσθηκε το δικαίωμα ακρόασης του κατηγορουμένου και δεν ιδρύθηκε ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Β' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως και συνεπώς, ο 2ος λόγος, των από 30-4-2013, προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος. Ο προβαλλόμενος με το δικόγραφο των από 30-4-2013 προσθέτων λόγων, 3ος λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. στ' του ν. 3459/2006, την οποία διάταξη επικαλείται η προσβαλλομένη απόφαση στο σκεπτικό της, κατά την ανάλυση του νομικού μέρους της υπόθεσης, (σελ.39), εκ του ότι το Δικαστήριο έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 4139/2013, είναι αβάσιμος, διότι ο τελευταίος νόμος ισχύει από 20-3-2013 (ΦΕΚ Α' 74/20/03/2013), ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 26-3-2012, ήτοι πριν από την ισχύ του νόμου αυτού. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) .... δ) την εμφάνιση την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και πολιτικά Δικαιώματα, όπως η περίπτωση δ' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν 3904/2010. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "Παν πρόσωπον κατηγορούμενος επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.) που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997 "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι, όταν πρόκειται για ποινικές υποθέσεις, στην έννοια της δίκαιης δίκης κατοχυρώνεται επί πλέον και το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου, να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Η παραβίαση του ανωτέρω δικαιώματος δημιουργεί την ακυρότητα που αναφέρθηκε, η οποία είναι απόλυτη και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Α' ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, o αναιρεσείων με τον 4ο λόγο του δικογράφου των από 30-4-2013 πρόσθετων λόγων, προβάλλει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ του λόγου ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του τεκμηρίου αθωότητάς του, από τις παραδοχές στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης ενδοιαστικών εκδοχών, συμπερασματικών κρίσεων και πιθανολογήσεων, ιδία από τις παραδοχές: α) "το σημείο ξύλευσης ...από την περιοχή που βρίσκεται η φυτεία απέχει, σύμφωνα με το μάρτυρα αστυνομικό, Δ. Μ., 50 μ. σε ευθεία και σύμφωνα με το μάρτυρα Δ. Γ., Πολιτικό Μηχανικό....150μ. και προφανώς εννοεί το μήκος του μονοπατιού που οδηγεί στη φυτεία, το οποίο (μονοπάτι) επίσης προφανώς δεν είναι ευθύ..." β) " κατά τους κανόνες της λογικής και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλο χρονικό διάστημα έμενε στο κτήμα του ο κατηγορούμενος, ήταν αδύνατο να μην έχει εντοπίσει τη φυτεία των άνω 695 δενδρυλλίων που υπήρχαν εκεί, αλλά και τους εργάτες που εργάζονταν και διέμεναν εκεί..." γ) "δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι κατά τις επισκέψεις του στο κτήμα δεν αντιλήφθηκε τίποτα σχετικά με τη φυτεία αφού και η ποσότητα των δενδρυλλίων ήταν μεγάλη και η οργάνωση και η υποδομή της καλλιέργειας....θα έπρεπε να του είχαν δημιουργήσει άμεσα ερωτηματικά και .....θα είχε απευθυνθεί στις Αρχές .....". δ) "κανείς τρίτος δεν θα αποτολμούσε να περιφέρεται στην περιοχή.....ούτε θα επιθυμούσε να διακινδυνεύσει να γίνει εκ τυχαίου λόγου αντιληπτός .....τη στιγμή που ο κατηγορούμενος θα ξύλευε έστω και 140μ. μακριά...". Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, γιατί τα παραπάνω επιχειρήματα της προσβαλλομένης απόφασης, που αναφέρονται στο σκεπτικό, παρατίθενται, προκειμένου να αντικρούσουν τον αβάσιμο, κατά τις παραδοχές της, ισχυρισμό του αναιρεσείοντα, ότι αυτός δεν καλλιεργούσε τη φυτεία, αλλά κάποιος τρίτος, τον οποίο δεν αντιλήφθηκε, και δεν είναι ενδοιαστικές οι παραδοχές αυτής ούτε αποτελούν συμπεράσματα λογικά ανακόλουθα και πιθανολογήσεις που συνιστούν την προκριθείσα εκδοχή της ενοχής του, εντεύθεν δε, δεν επήλθε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητάς του. Εξάλλου από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού, όπως αυτό προαναφέρθηκε, προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην περί ενοχής κρίση, του κατηγορουμένου, γιατί από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε η ενοχή του, ούτε εξάλλου, από το σύνολο των παραδοχών του προκύπτει, ότι προέκυψε αμφιβολία, ως προς την ενοχή του, η οποία, σύμφωνα με την αρχή IN DUBIO PRO REO, έπρεπε να ερμηνευθεί υπέρ του, όπως αυτός αβάσιμα διατείνεται. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που περιέχονται στον αυτό ως άνω λόγο αναίρεσης, ότι αγνοήθηκαν οι καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Θ., γιού του, Ε. Μ., συζύγου του, καθώς και των μαρτύρων υπεράσπισης, Κ. Σ. και Χ. Β., είναι αβάσιμες, καθόσον από το προοίμιο του σκεπτικού προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλες οι καταθέσεις μαρτύρων και όχι μόνο ορισμένες από αυτές, το γεγονός δε, ότι εξαίρονται οι καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων, δεν υποδηλώνει ότι οι λοιπές αγνοήθηκαν. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντα, για εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των παραπάνω μαρτύρων, και δή του γιού του Γ. Θ., ο οποίος κατέθεσε ότι δεν τέλεσε τις αποδιδόμενες πράξεις και της συζύγου του, Ε. Μ., η οποία συνεισέφερε σημαντικά στοιχεία για τη σε βάθος διάγνωση της υπόθεσης, είναι απαράδεκτη, καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο 4ος λόγος του από 30-4-2013 δικογράφου πρόσθετων λόγων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ. και δ του ΚΠΔ, περί απόλυτης ακυρότητας, η οποία επήλθε λόγω παραβιάσεως του από το άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 13/1974) τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με τις παραπάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της ως κατ'ουσίαν αβάσιμη καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την από 29-11-2012, αίτηση - δήλωση, επιδοθείσα την 30/1/2012 του Α. Θ. του Π., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ. Αλικαρνασσού, ως και τους από 24-4-2013 και 30-4-2013, πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της υπ` αριθ. 70,71/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ