Αριθμός 2157/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (Ο.Α.Σ.Θ.) το οποίο εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ... οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Καραλή και κατέθεσαν προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νατάσα Ζαραλίδου-Ιντζεσίλογλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 2. Του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Νομικό Σύμβουλο του Κράτους Παρασκευά Βαρελά, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 37229/16-9-2008 και 4325/4-2-2009 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27934/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1933/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-12-2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 28-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29-11-2011 αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓπΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες. Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος. Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης. Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.,. μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από το εδάφιο 19 του ίδιου άρθρου και κώδικα γιατί περιέχει σιωπηρό και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ823/2008). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: " Στις 5 Αυγούστου 2007 και ώρα 17.25', ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε το με αριθμ. κυκλ. ... ΔΧ αστικό λεωφορείο, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου νομικού προσώπου (ΟΑΣΘ), το οποίο τον προέστησε στην οδήγηση του, επί της οδού 28ης Οκτωβρίου, στην περιοχή Αμπελοκήπων Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση προς την οδό Ελευθερίας, με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη των 20 χλμ. την ώρα, πλησιάζοντας στη διασταύρωση της παραπάνω οδού με την κάθετη αυτής από τα δεξιά του οδό Θησέως, έχοντας ξεκινήσει πριν από 30 περίπου μέτρα από στάση του Ο.Α.Σ.Θ., στην οποία είχε ακινητοποιηθεί για να επιβιβάσει και αποβιβάσει κόσμο και κινούμενος, μετά την επανεκκίνηση του, σε απόσταση 1,70 μέτρων περίπου από τη διαχωριστική νησίδα των δύο ρευμάτων πορείας της παραπάνω οδού. Ειδικότερα, η οδός 28ης Οκτωβρίου, στο ως άνω σημείο της, είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρων, ευθεία και οριζόντια, με διαχωριστική νησίδα των δύο ρευμάτων πορείας,στην οποία υπάρχουν και τσιμεντένιες ζαρντινιέρες, με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 χλμ την ώρα, ενώ, η οδός Θησέως είναι μονόδρομος, με μία λωρίδα κυκλοφορίας και πλάτος οδοστρώματος 6 μέτρων. Κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ημέρα, υπήρχαν καλές καιρικές συνθήκες, απεριόριστη ορατότητα, μέτρια κυκλοφορία οχημάτων και πεζών, ενώ στα δεξιά του ρεύματος πορείας του παραπάνω λεωφορείου υπήρχε σειρά σταθμευμένων αυτοκινήτων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τον ίδιο χρόνο, ο ενάγων α' αγωγής, Δ. Μ., οδηγούσε τη με αριθμ. κυκλ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, επί της ιδίας ως άνω οδού (28ης Οκτωβρίου), με κατεύθυνση όμοια μ' αυτή του παραπάνω λεωφορείου και ταχύτητα 20 περίπου χλμ την ώρα, κινούμενος στο αριστερό άκρο του ρεύματος πορείας του και, ειδικότερα, ανάμεσα στη διαχωριστική νησίδα και το λεωφορείο, παράλληλα μ' αυτό και βρισκόμενος, περίπου, στο ύψος του μέσου της αριστερής πλευράς του. Τη στιγμή, όμως, που το παραπάνω λεωφορείο διέρχονταν τη διασταύρωση της παραπάνω οδού με την οδό Θησέως προκειμένου να αποφύγει αυτοκίνητο που ανέμενε στην έξοδο της παραπάνω οδού προς την οδό 28ης Οκτωβρίου, έχοντας καταβάλει μέρος του οδοστρώματος της τελευταίας, καθώς και ΙΧΕ αυτοκίνητο το οποίο ήταν σταθμευμένο σε διπλή σειρά στα δεξιά της παραπάνω οδού, ο οδηγός του (του λεωφορείου) προέβη αιφνιδιαστικά σε αριστερό ελιγμό και στη συνέχεια, σε ευθυγράμμιση του λεωφορείου πιο αριστερά από την αρχική του θέση, αφήνοντας πλέον ελεύθερο οδόστρωμα μεταξύ της αριστερής πλευράς του και της διαχωριστικής νησίδας πλάτους 40-50 εκατοστών, χωρίς, όμως, να προβεί σε οποιονδήποτε έλεγχο πριν την επιχείρηση του παραπάνω ελιγμού, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κίνηση του δικύκλου του ενάγοντος στα αριστερά του λεωφορείου. Συνέπεια του παραπάνω αιφνίδιου ελιγμού ήταν, παρά την άμεση πέδηση στην οποία προέβη ο οδηγός της μοτοσικλέτας αμέσως μόλις αντιλήφθηκε τον ελιγμό, να προσκρούσει το δίκυκλο του με τη δεξιά πλευρά του στην αριστερή πλευρά του λεωφορείου, να "γαντζωθεί" σ' αυτό και να συρθεί, αρχικά μαζί με τον οδηγό του, πάνω στις τσιμεντένιες ζαρντινιέρες της νησίδας, για 11 περίπου μέτρα και στη συνέχεια, μετά την πτώση του ενάγοντος στο οδόστρωμα, να εξακολουθήσει να σέρνεται το δίκυκλο επ' αυτών, για ακόμα 11,5 μέτρα, όντας ακόμα γαντζωμένο στο λεωφορείο και προκαλώντας δυνατό θόρυβο, μέχρι την ακινητοποίηση του λεωφορείου, στην οποία προέβη ο οδηγός του μετά από 23 περίπου μέτρα μετά την αρχική επαφή των δύο οχημάτων. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται, κυρίως, από την από 5-8-2007 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το επισυναπτόμενο σ' αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου αυτού, στο οποίο ευκρινώς απεικονίζονται οι αρχικές πορείες των δύο οχημάτων, ήτοι η κίνηση του δικύκλου στα αριστερά του λεωφορείου, αν όχι εξαρχής, ήδη, πάντως, 15 περίπου μέτρα μετά τη στάση του ΟΑΣΘ και πριν τη διασταύρωση με την οδό Θησέως, ή αιφνίδια αλλαγή πορείας του λεωφορείου προς τα αριστερά, ο οποίος ξεκίνησε αμέσως μετά τη διασταύρωση, τα ίχνη πέδησης του δικύκλου, μήκους 10 μέτρων, τα οποία ξεκινούν μετά τη διασταύρωση και καταδεικνύουν ότι ο ενάγων αμέσως μόλις το λεωφορείο άρχισε να κινείται αριστερά, προέβη σε πέδηση, ώστε να αποφύγει τον κίνδυνο, οι χαραγές από το σύρσιμο της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα και ταυτόχρονα στις ζαρντινιέρες, μήκους 22,5 μέτρων, ενώ αυτή ήταν γαντζωμένη στο λεωφορείο και η ύπαρξη κηλίδων αίματος σε απόσταση 11 μέτρων από το αρχικό σημείο επαφής των οχημάτων, από τις οποίες προκύπτει ότι ο ενάγων σύρθηκε στις ζαρντινιέρες μαζί με τη μοτοσικλέτα του κατά την παραπάνω απόσταση (των 11 μέτρων).Επίσης, τα παραπάνω αποδεικνύονται από την από 24-10-2007 ένορκη εξέταση του πρώτου εναγόμενου ως μάρτυρα, στα πλαίσια της ποινικής προδικασίας, κατά την οποία συνομολογεί την ύπαρξη των παραπάνω εμποδίων στην πορεία του, την επιχείρηση αριστερού ελιγμού και την ευθυγράμμιση του λεωφορείου προς τα αριστερά και σε απόσταση μισού περίπου μέτρου από τη νησίδα και ότι το δίκυκλο "σκάλωσε" στο λεωφορείο και το έσυρε για μερικά μέτρα, καθώς (αποδεικνύονται) και από την 19-1-2008 ένορκη εξέταση του ενάγοντος ως μάρτυρα, την από 1-2-2008 ένορκη εξέταση της μάρτυρος Γ. Π., στα πλαίσια της ίδιας προδικασίας, σε συνδυασμό με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με βάση τα προαναφερθέντα, αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του λεωφορείου, ο οποίος, ενώ οδηγούσε ογκώδες όχημα, ήτοι λεωφορείο, προέβη αιφνιδίως σε αριστερό ελιγμό, χωρίς να ελέγξει εάν μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού και, ιδίως, γι' αυτούς που τον ακολουθούσαν, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την ήδη κινούμενη στα αριστερά και στο μέσο περίπου του λεωφορείου, μοτοσυκλέτα του ενάγοντος και να παρεμβληθείς την πορεία του (άρθρ.12 παρ.1, 21 παρ.3 Κ.Ο.Κ.). Στοιχεία που να θεμελιώνουν συνυπαιτιότητα και του οδηγού της μοτοσικλέτας, στη πρόκληση του ατυχήματος, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, δεν αποδείχθηκαν. Το γεγονός ότι δεν οδηγούσε τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, όπως ορίζει το άρθρο 16 παρ.1 Κ.Ο.Κ., δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του. Και τούτο γιατί η παράβασης εκ μέρους του της προαναφερόμενης διάταξης του ΚΟΚ είναι γεγονός που καθαυτό δεν είναι ικανό και δεν μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να συντελέσει στην επέλευση της σύγκρουσης των οχημάτων και ως εκ τούτου δεν συνδέεται αιτιωδώς με την επέλευση της σύγκρουσης των οχημάτων και του ζημιογόνου αποτελέσματος, μόνη δε η από τον οδηγό της μοτοσικλέτας παραβίαση διατάξεως του ΚΟΚ δεν αρκεί για να θεμελιώσει πταίσμα του οδηγού για το ατύχημα, χωρίς τη διαπίστωση και ότι αυτή συνετέλεσε στο βλαπτικό εκείνο αποτέλεσμα". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την αμελή συμπεριφορά του δευτέρου αναιρεσείοντος, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων που εφάρμοσε, δηλαδή ως προς την ορθότητα ή μη της εξειδικεύσεως της αόριστης νομικής έννοιας της υπαιτιότητας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 2. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά την άνω βεβαίωση, από το περιεχόμενο και, ιδίως, τις αιτιολογίες της αποφάσεως καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε ο κρίσιμος λόγος είναι βάσιμος. (ΑΠ 354/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο βεβαιώνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, συνεκτίμησε, πλην άλλων, όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, μερικά των οποίων μνημονεύονται στην απόφασή του, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς. Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας λήφθηκαν υπόψη, πλην των άλλων εγγράφων, και οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο φωτογραφίες, τις οποίες οι αναιρεσείοντες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν ενώπιον του Εφετείου. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 3.Κατά το άρθρο 931 AK "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των όρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει τις παροχές που προβλέπονται από τις ΑΚ 929 και 932, είναι δυνατό να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της ΑΚ 931 παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις ΑΚ 929 και 932. Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τις ΑΚ 929 και 932, τα οποία συνθέτουν την έννομα της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τις ΑΚ 929 και 932, από τα οποία ειδικά περιστατικά θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι και τρόποι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική πλευρά της μελλοντικής ζωής του (ΑΠ 122/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο της αποζημίωσης από το άρθρο 931 ΑΚ, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, ο ενάγων της αγωγής, Δ. Μ., ήταν ηλικίας 23 ετών περίπου, υπηρετούσε τη θητεία του ως καταδρομέας, για τη συνέχιση της οποίας κρίθηκε, φυσικά, ανίκανος, ενώ είχε λάβει ήδη το πτυχίο του από το 2ο Τεχνικό Επαγγελματικό Εκπαιδευτήριο Θεσσαλονίκης με την ειδικότητα υποστήριξης συστημάτων εφαρμογών και δικτύων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Εξ αιτίας, όμως, της προπεριγραφείσας κατάστασης της υγείας του, ο ενάγων είναι βέβαιο ότι δε θα μπορέσει να ασκήσει στο μέλλον επάγγελμα σχετικό με την παραπάνω ειδικότητα του, αλλά ούτε οποιοδήποτε άλλο, λόγω της πλήρους τετραπληγίας του και αδυναμίας του να κινήσει τα άκρα του, με τις αντίστοιχες δυσβάσταχτες επιπτώσεις στο οικονομικό του μέλλον, το οποίο, επιπλέον θα βαρύνεται και με πρόσθετες δαπάνες εξαιτίας της κατάστασης του. Ταυτόχρονα, ο παραπάνω θα στερείται στο μέλλον κάθε κοινωνική συναναστροφή και δραστηριότητα, αφού, βρισκόμενος σε πλήρη αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης,η οποία δεν αναμένεται βάσιμα ότι θα μεταβληθεί στο μέλλον, αδυνατεί να απολαύσει οποιαδήποτε χαρά της ζωής καθώς και κάθε προοπτική δημιουργίας υγιούς οικογένειας, αφού δεν είναι σε θέση να αναλάβει τις ευθύνες αυτής. Επομένως, αφού αποδείχθηκε ότι η αναπηρία του ενάγοντος επιδρά στο επαγγελματικό, οικονομικό, οικογενειακό και κοινωνικό μέλλον του, χωρίς να χρειάζεται να προκύπτει η πρόκληση συγκεκριμένης μελλοντικής περιουσιακής ζημίας, σύμφωνα και με όσα αναπτύσσονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο παραπάνω δικαιούται ιδιαίτερης και αυτοτελούς αποζημίωσης, πέραν των προβλεπομένων από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, η οποία κατά την κρίση του Δικαστηρίου ανέρχεται στο ποσό των 220.000 ευρώ. Ήτοι, δεδομένου του εν μέρει περιορισμού του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, πρέπει να επιδικαστεί στο ενάγοντα για την ως άνω αιτία το ποσόν 100.000 και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, για την ίδια αιτία, το ποσό των 120.00 ευρώ". Με τις παραδοχές αυτές δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, αλυσιτελώς δε προβάλλεται, ότι το Εφετείο δέχεται εσφαλμένα " ότι ο παθών αδυνατεί να απολαύσει κάθε προοπτικής δημιουργίας υγιούς οικογενείας, αφού δεν είναι σε θέση να αναλάβει τις ευθύνες αυτής", η αιτιολογία που δεν μπορεί να στηρίξει αξίωση αποζημίωσης από το άρθρο 931 ΑΚ, εφόσον δεν πλήττονται και οι λοιπές αιτιολογίες που αναφέρονται στις συνέπειες της αναπηρίας στο επαγγελματικό μέλλον και την κοινωνική εξέλιξη του προσώπου του παθόντος, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Περαιτέρω διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, διακρίνοντας την αξίωση αυτή από την αξίωση του άρθρου 932 ΑΚ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή ή μη των διατάξεων αυτών. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 4. Κατά το άρθρο 932 εδ. 1 και 3 ΑΚ σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει προηγουμένως τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά από τα διάδικα μέρη, δηλαδή το βαθμό πταίσματος του υπόχρεου, το είδος της προσβολής, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχτηκε ανέλεγκτα, σχετικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος, τα εξής περιστατικά: "Eπιπλέον, ο παραπάνω ενάγων από τη σε βάρος του αδικοπραξία και τον σοβαρότατο τραυματισμό του, ενώ βρισκόταν στην ηλικία μόλις των 23 ετών, με αποτέλεσμα, πέρα από τη μακροχρόνια νοσηλεία του, μεταξύ άλλων και στη Μονάδα Εντατικής θεραπείας και την υποβολή του σε σειρά ιατρικών εξετάσεων και πράξεων, τη μόνιμη αναπηρία του και τον αποκλεισμό κάθε κοινωνικής, προσωπικής και επαγγελματικής δραστηριότητας του, την καθήλωση του, δε, στο κρεβάτι για το υπόλοιπο του βίου του, υπέστη ιδιαίτερο ψυχικό άλγος, για την απάμβλυνση του οποίου, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, του είδους και της έντασης της προσβολής που υπέστη, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (ανίκανος για εργασία ο ενάγων, οδηγός λεωφορείου ο πρώτος εναγόμενος και ο ΟΑΣΘ ο δεύτερος), πρέπει να του επιδικασθεί το εύλογο ποσό των 120.000 ευρώ". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, διέλαβε δε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες και ως προς την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των αναιρεσειόντων, αφού αναφέρει ότι ο δεύτερος αναιρεσείων είναι οδηγός λεωφορείου και ο πρώτος είναι ο ΟΑΣΘ, που εκμεταλλεύεται το λεωφορείο, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή ή μη της διατάξεως αυτής. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ των αναιρεσιβλήτων λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-12-2011 αίτηση του Ο.Α.Σ.Θ. κ.λ.π. για αναίρεση της 1933/2011αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ