Αριθμός 1284/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "H. F. «A., που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Δοξάκη και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ευθυμίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 201/2014 προδικαστική και 41/2018 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/5/2018 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. 112/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 41/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως επαναλαμβάνεται, αφού ορίσθηκε νέα δικάσιμος, η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, με την υπ'αριθ. 112/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία κοινοποιήθηκε με κλήση για τη συζήτηση στους αντίκλητους δικηγόρους των διαδίκων (άρθρο 307 παρ.1 ΚΠολΔ). Οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, τόσο κατά την αρχική δικάσιμο της 27-1-2020, όσο και κατά την παρούσα δικάσιμο. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ14/2004, ΑΠ87/2013, ΑΠ94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/2006). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ841/2017, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 425/2009). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ότι συμφωνήθηκε η πώληση λιθοσυντριμίων, διερχόμενου και ορυκτού κόκκινου, αντί τιμήματος 7 ευρώ ανά κυβικό μέτρο και υλικού 3Α , αντί τιμήματος 10 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, ενώ στην ένδικη αγωγή ο αναιρεσίβλητος ισχυρίζεται και αξιώνει την καταβολή του ποσού των 3,50 ευρώ/κ.μ ως τίμημα πωλήσεως για τα λιθοσυντρίμια, του ποσού των 5,30 ευρώ/κ.μ ως τίμημα πωλήσεως για το υλικό 3Α και του ποσού των 4,50 ευρώ/κ.μ ως τίμημα για το διερχόμενο. Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο αναιρεσίβλητος στην ένδικη αγωγή ιστορούσε ότι πώλησε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα 1980 κ.μ λιθοσυντρίμια αντί του τιμήματος των 3,50 ευρώ/κ.μ, συνολικής αξίας 6.930 ευρώ, 1210 κ.μ 3Α αντί του τιμήματος των 5,30 ευρώ/κ.μ, συνολικής αξίας 6.413 ευρώ και 660 κ.μ διερχόμενου αντί του τιμήματος των 4,50 ευρώ/κ.μ, συνολικής αξίας 2.970 ευρώ και συνολικής 16.313 ευρώ, ότι για τη μεταφορά των ως άνω ποσοτήτων απαιτήθηκαν 385 δρομολόγια, αντί του εργολαβικού τιμήματος των 60 ευρώ. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 23.100 ευρώ ως εργολαβικό αντάλλαγμα για τη μεταφορά, διαμόρφωση και συμπύκνωση των ως άνω υλικών και το ποσό των 16.313 ευρώ ως τίμημα των πωλήσεων και συνολικά το ποσό των 39.413 ευρώ. Το Εφετείο δέχθηκε ότι, όπως συνομολογείται από την εναγομένη, συμφωνήθηκε η πώληση λιθοσυντριμίων, διερχόμενου και ορυκτού κόκκινου αντί τιμήματος 7 ευρώ ανά κυβικό μέτρο και υλικού 3Α αντί τιμήματος 10 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, συμπεριλαμβανομένης στις τιμές αυτές και της αξίας της μεταφοράς των υλικών στο ακίνητο της εναγομένης. Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη προταθέντα αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι για τη μεταφορά των πωληθέντων υλικών απαιτήθηκε δαπάνη, την οποία και επιδίκασε συμπεριλαμβάνοντας αυτή στην ανά κυβικό μέτρο τιμή πωλήσεως κάθε υλικού. Κατόπιν τούτου, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 941/2009). Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη στη διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 885/2017, ΑΠ 704/2011, ΑΠ 777/2010). Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο για τα πωληθέντα υλικά ποσό μεγαλύτερο από το αιτηθέν με την αγωγή. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι συμφωνήθηκε η πώληση λιθοσυντρμίων, διερχόμενου και ορυκτού κόκκινου, αντί τιμήματος 7 ευρώ ανά κυβικό μέτρο και για το υλικό 3 Α το ποσό των 10 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, ότι στις τιμές αυτές περιλαμβανόταν και η αξία της μεταφοράς των παραπάνω υλικών στο ακίνητο της αναιρεσείουσας, ότι ο αναιρεσίβλητος πώλησε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα 2.013,50 κ.μ λιθοσυντρίμια, διερχόμενο και ορυκτό κόκκινο, συνολικής αξίας 14.094,50 ευρώ, καθώς και 970 κ.μ υλικό 3Α, συνολικής αξίας 9.700 ευρώ και ότι η συνολική αξία των πωληθέντων υλικών, στην οποία περιλαμβανόταν και η αξία της μεταφοράς τους, ανερχόταν στο ποσό των 23.794,50 ευρώ. Επομένως, το Εφετείο, δεχόμενο ότι η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου ανέρχεται στο ποσό των 23.794,50 ευρώ, δεν επιδίκασε περισσότερα από το αιτηθέν ποσό των 39.413 ευρώ, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής, καθόσον στο εν λόγω ποσό περιλαμβάνεται τόσο η αξία των πωληθέντων υλικών όσο και η αξία της μεταφοράς αυτών στο ακίνητο της αναιρεσείουσας. Κατόπιν τούτων, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 961/2017, ΑΠ 809/2017). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες με επίκληση επίσημες εκτυπώσεις (εξτρέ) σε ακριβή αντίγραφα στοιχείων του υπ'αριθ…. λογαριασμού όψεως της αναιρεσείουσας που τηρούσε στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, από τις οποίες προκύπτει η πληρωμή των επίδικων επιταγών και την από …2007 εξοφλητική απόδειξη, από την οποία αποδεικνύεται ότι πληρώθηκε από την αναιρεσείουσα και εισπράχθηκε από τον αναιρεσίβλητο το αναγραφόμενο ποσό. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και < από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επαναπροσκομίζουν μετ'επικλήσεως, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων >, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ανωτέρω έγγραφα, ενόψει και της ειδικής αναφοράς στην απόφαση ότι "ο ενάγων προέβη και σε εργασίες διαμόρφωσης του χώρου του ακινήτου της ενάγουσας, πλην όμως όπως αποδεικνύεται από την υπ'αριθ….2007 απόδειξη είσπραξης εξοφλήθηκε πλήρως για την παραπάνω εργασία του... η εναγομένη και ο νόμιμος εκπρόσωπός της εξέδιδαν σε διαταγή του ενάγοντος τραπεζικές επιταγές, οι οποίες δεν αποδεικνύεται ότι πληρώθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα, δεδομένου ότι μόνη η έκδοσή τους δεν επιφέρει απόσβεση της οφειλής...". Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα, αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 1542/2018). Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 1266/2011). Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, δεχόμενο με αντιφατική αιτιολογία ότι δεν εξοφλήθηκε η επίδικη αξίωση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η ένσταση εξοφλήσεως και τα περιστατικά που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα προς θεμελίωσή της, καθώς και η σύνδεσή της με το διατακτικό, ούτε εκτίθενται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας, ελλείψει σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου που δεν κατέθεσε προτάσεις. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 2-5-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 41/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Αυγούστου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ