Αριθμός 641/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Μ. Λ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αργύριο Αργυριάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: 1, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ανδρονίκη Μαυρομάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16752/2017 μη οριστική και 17577/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1826/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-11-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση από 27-11-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1826/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 17577/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα - εναγομένη, ως συνδιαχειρίστρια της αναφερόμενης, ήδη λυθείσας, εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και ως εκ του νόμου εις ολόκληρον υπεύθυνη για την καταβολή των χρεών αυτής (εταιρείας) έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και του Ι.Κ.Α., να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα, αναγωγικά, λόγω καταβολής εκ μέρους του τελευταίου, επίσης συνδιαχειριστή και εις ολόκληρον υπεύθυνου για την καταβολή των ως άνω χρεών της Ε.Π.Ε., του συνολικού ποσού των 98.333,5 ευρώ, εξ ιδίων χρημάτων, ελλείψει χρημάτων της εταιρείας, το ποσό των 49.166,75 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συμμετοχής της στην εταιρεία και που η ίδια από την εσωτερική μεταξύ τους σχέση της εντολής υποχρεούται να του καταβάλει. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3ΚΠολΔ). Ο ν. 3190/1955 περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι: "Επί της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης δια τας εταιρικάς υποχρεώσεις ευθύνεται μόνον η εταιρεία δια της περιουσίας αυτής". Εξάλλου, ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ΚΦΕ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2238/1994, ορίζει στο άρθρο 101 ότι: "1. Στο φόρο υπόκεινται: α) Οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες. β) [...] ε) Οι ημεδαπές εταιρίες περιορισμένης ευθύνης..." και στο άρθρο 115 με τίτλο "Ευθύνη διοικούντων νομικά πρόσωπα" (όπως η παρ.3 αυτού προστέθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 22 του ν. 2648/1998) ότι: "1. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανώνυμων εταιριών ή συνεταιρισμών κατά το χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους. [...] 2. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά εντεταλμένοι στη διοίκηση του νομικού προσώπου, κατά το χρόνο της διάλυσης των λοιπών νομικών προσώπων του άρθρου 101, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και των φόρων που παρακρατούνται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους. 3. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν, ως εξής: α) Αν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ως άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου και μετά. β) Αν δεν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα, που είχαν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες κατά το χρόνο που υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης του φόρου". Περαιτέρω, με την παρ.4 άρθρο 4 Ν.2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.2 άρθρ.69 Ν.2676/1999 "Οι διατάξεις του άρθρου 115 του ν. 2238/1994, όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται κατ` αναλογία και για την καταβολή των οφειλόμενων στο Ι.Κ.Α. ασφαλιστικών εισφορών". Με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 115 του ΚΦΕ, οι οποίες εισάγουν εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, θεσπίζεται, ως προς τις μνημονευόμενες σε αυτές φορολογικές οφειλές, μεταξύ άλλων, των ημεδαπών εταιρειών περιορισμένης ευθύνης προσωπική και αλληλέγγυος ευθύνη των φυσικών προσώπων, τα οποία είναι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά εντεταλμένοι στη διοίκηση των εν λόγω εταιρειών και στων οποίων τα διευθυντικά καθήκοντα προδήλως περιλαμβάνεται και η μέριμνα για τη συμμόρφωση του νομικού προσώπου προς τις απορρέουσες από τη φορολογική νομοθεσία υποχρεώσεις. Η ευθύνη αυτή, η οποία είναι απλή, πρόσθετη ευθύνη για την πληρωμή των προαναφερθέντων φόρων του νομικού προσώπου, αναγόμενη στο στάδιο της εισπράξεως αυτών (Στ.Ε.2275/2017, 3333/2008), αποβλέπει στην επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της διασφαλίσεως της εισπράξεως των οφειλομένων από τα νομικά πρόσωπα φόρων (Α.Π.69/2022, Στ.Ε.7/2022, ΣτΕ1187/2018, 1028/2013). Με τις διατάξεις αυτές δεν επιβάλλεται, σε βάρος των φυσικών αυτών προσώπων, αναδρομικώς φορολογικό βάρος κατά παράβαση του Συντάγματος, αφού με αυτή θεσπίζεται απλώς η ευθύνη των προσώπων αυτών για ήδη βεβαιωθείσες οφειλές σε βάρος των προαναφερθέντων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, προερχόμενες από ασφαλιστικές εισφορές και φόρους, οι οποίες δεν έχουν τον χαρακτήρα του φόρου (Α.Π.69/2022, Στ.Ε.3147/2005). Η προβλεπόμενη ως άνω προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη των εταίρων και συνδιαχειριστών της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, η οποία ταυτίζεται με εκείνη της εις ολόκληρον ευθύνης και δη της παθητικής εις ολόκληρον ευθύνης, είναι ευθύνη εκ του νόμου (ex lege). Δηλαδή ευθύνονται αυτοί εις ολόκληρον μαζί με την εταιρεία για την καταβολή των φορολογικών χρεών και των προς το ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών της τελευταίας ανεξάρτητα από το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρεία. Συνεπεία της εις ολόκληρον ευθύνης αυτών, ο συνδιαχειριστής που κατέβαλε τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές της εταιρείας έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του συνοφειλέτη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 487-488 του ΑΚ (πρβλ. ΑΠ 998/2002), οι οποίες περιέχουν ειδική ρύθμιση για την αναγωγή στην παθητική εις ολόκληρον ενοχή, μεταξύ των συνοφειλετών, δηλαδή για την εσωτερική σχέση των συνοφειλετών μεταξύ τους. Η εσωτερική αυτή σχέση αποτελεί ιδιαίτερη ενοχική σχέση, με κύριο περιεχόμενο το δικαίωμα αναγωγής και είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την εξωτερική σχέση, δηλαδή τη σχέση δανειστή-συνοφειλετών, Έτσι, το δικαίωμα αναγωγής του συνοφειλέτη, ο οποίος κατέβαλε στο δανειστή, εξαρτάται από μόνη την εσωτερική σχέση των συνοφειλετών. Σε περίπτωση ελλείψεως τέτοιας σχέσεως, δηλαδή αν δεν υπάρχει δικαιοπρακτική ή άλλη νόμιμη σχέση μεταξύ των συνυποχρέων, το άρθρο 487 παρ.1 ΑΚ δημιουργεί ex lege εσωτερική σχέση, ώστε η κατανομή να γίνει κατ' ίσα μέρη και, συνεπώς, μετά την ικανοποίηση του δανειστή η αναγωγή μετατρέπεται σε δικαίωμα καταβολής, από μέρους των λοιπών, στον ικανοποιήσαντα το δανειστή συνοφειλέτη του αναλογούντος σε καθένα από αυτούς μέρους (βλ. ΑΠ 1033/2019), ακόμη και αν ο καταβαλών δεν μπορεί να αποδείξει οποιαδήποτε σχέση μαζί τους, που να του αναγνωρίζει αναγωγικό δικαίωμα. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το με αριθ. 6119/1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Τ. - Σ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα συστήθηκε η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "..." με έδρα αρχικά το 2 (...) και ακολούθως το 2 (7° χλμ. Θ.-Θ.) και διάρκεια τριάντα ετών... Με το ίδιο συμβόλαιο ορίστηκαν διαχειριστές της εταιρίας ο ενάγων, ο οποίος συμμετείχε στο εταιρικό κεφάλαιο με ποσοστό 50% και η εναγομένη, η οποία συμμετείχε στο εταιρικό κεφάλαιο με ποσοστό επίσης 50%, οι οποίοι θα ενεργούν είτε από κοινού είτε χωριστά ο καθένας στο όνομα της εταιρίας όλες τις πράξεις διαχείρισης, που αφορούν το σκοπό της εκτός από τα θέματα που με τον νόμο και το καταστατικό είναι αρμόδια να αποφασίσει η Γενική Συνέλευση των εταίρων... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πορεία των εταιρικών υποθέσεων ήδη από το έτος 2005 άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, προς αντιμετώπιση των οποίων κατέφευγε σε δανεισμό από τις τράπεζες... Η εταιρία ουσιαστικά δεν λειτουργούσε από το Μάιο του 2012 και συνεπώς δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει πλέον στις πολλαπλές οικονομικές της υποχρεώσεις, με αποτέλεσμα να διακόψει την εμπορική της δραστηριότητα και να κλείσει την επιχείρηση της.. Ήδη, όμως, στις 30-3-2012 η εναγομένη κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) αίτηση εξόδου της από την ΕΠΕ, ενώ η τελευταία κατέθεσε στις 23-7-2012 και αυτή αίτηση κατά της εναγομένης ζητώντας την καταβολή της μερίδας συμμετοχής της τελευταίας στην ΕΠΕ. Μετά τη συζήτηση των ως άνω αιτήσεων (στις 2-10-2012), η εναγομένη με την από 10-10-2012 εξώδικο δήλωσή της, που κοινοποίησε στον ενάγοντα στις 12-10-2012, του γνωστοποίησε την παραίτησή της από την διαχείριση της εταιρίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι διάδικοι-διαχειριστές της ΕΠΕ ευθύνονται για οφειλές και χρέη προς το ΙΚΑ και το Δημόσιο, εφόσον αυτά είχαν γεννηθεί κατά τον χρόνο, που είχαν την ιδιότητα αυτή, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσής τους. Επί των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε η με αριθ. 29321/28-12-2012 εν μέρει οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποίαν επιτράπηκε η έξοδος της εναγομένης από την ΕΠΕ και κατά τα λοιπά αναβλήθηκε η υπόθεση και διατάχθηκε η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί η πραγματική περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας καθώς και η πραγματική αξία της μερίδας της εναγομένης. Η πραγματογνωμοσύνη, που διεξήχθη από τον οικονομολόγο Χ. Κ. κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πραγματική αξία της καθαρής εταιρικής περιουσίας ανερχόταν κατά τον χρόνο εξόδου της εναγομένης στο αρνητικό ποσό των -330.709,46 ευρώ και η μερίδα συμμετοχής της εναγομένης στις 2-10-2012 στο αρνητικό ποσό των -165.354,73 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λόγω ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών εισφορών της εταιρίας προς το ΙΚΑ, εκδόθηκαν από αυτό οι με αριθ. Α 306/2012, Α 657/2012, A 842/2012, Α 185/2012 , Α 987/2013 πράξεις επιβολής εισφορών (Π.Ε.Ε.), που αφορούσαν αποδοχές εργαζομένων, για το χρονικό διάστημα από 1-12-2011 μέχρι και τον μήνα Σεπτέμβριο 2012, συνολικού ποσού 56.880,04 ευρώ, το οποίο δεν αμφισβητείται από την εναγομένη. Επίσης δυνάμει των με αριθ. 2151/23-3-2010, 9847/28-12-2010, 1351/17-2-2011, 60057/27-12-2011 και 60010/25-1-2012 ταμειακές βεβαιώσεις βεβαιώθηκαν σε βάρος της ως άνω εταιρίας ληξιπρόθεσμες οφειλές από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Εφορία (Ζ' Θεσσαλονίκης) συνολικού ύψους 118.072,04 ευρώ, ποσό το οποίο ρυθμίσθηκε, προκειμένου να καταβληθεί σε δόσεις εκ του οποίου, ποσό 13.785,64 ευρώ και 6.066,59 ευρώ καταβλήθηκε με χρήματα της εταιρίας, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εναγομένη. Εξάλλου ο ενάγων, ως αναγραφόμενος στο καταστατικό της εταιρίας συνδιαχειριστής και εκ του νόμου εις ολόκληρον υπεύθυνος έναντι των άνω δανειστών της εταιρίας (Ελληνικό Δημόσιο και ΙΚΑ) για την πληρωμή του φορολογικού και ασφαλιστικού χρέους της τελευταίας, και προκειμένου να αποφύγει την απειλούμενη σε βάρος της ατομικής του περιουσίας εκτέλεση, καθώς η ευθύνη του ιδίου αλλά και της συνδιαχειρίστριάς της - εναγομένης είχε γεννηθεί, κατά τα παραπάνω, με την έκδοση των ταμειακών βεβαιώσεων σε βάρος της εταιρίας αλλά και των ΠΕΕ του ΙΚΑ,... με την από 31-7-2013 εξώδικο πρόσκληση του, που επιδόθηκε σ' αυτήν στις 31-7-2013, αφενός της γνωστοποιούσε την προσωπική της ευθύνη για τις ανωτέρω οφειλές προς το ΙΚΑ και την ΔΟΥ, αναφέροντας το συνολικό ποσό αυτών και ότι έχει έλθει ατομική ειδοποίηση χρεών και αφετέρου την κάλεσε να προσέλθει στο γραφείο της δικηγόρου του, στις 1-8-2013, προκειμένου να επιλύσουν τα ανωτέρω θέματα, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση μη προσέλευσης θα προβεί σε ρύθμιση της οφειλής στο ΙΚΑ, η οποία θα βαρύνει και αυτήν (την εναγομένη). Σε προγενέστερο δε χρόνο, με την από 23-11-2012 εξώδικο πρόσκλησή του, που κοινοποίησε στην εναγομένη την ίδια ημέρα, της γνωστοποιούσε την προσωπική της ευθύνη για τις εκκρεμείς οφειλές της εταιρίας προς το ΙΚΑ, το Δημόσιο και τις τράπεζες και την καλούσε να ληφθούν αποφάσεις για ρυθμίσεις των χρεών αυτών, για απόδοση λογαριασμού, ενόψει της παραίτησής της από την διαχείριση και για λήψη αποφάσεων για το μέλλον της εταιρίας. Στη συνέχεια η εναγομένη απάντησε με την από 20-12-2012 εξώδικο δήλωσή της, που κοινοποίησε στον ενάγοντα στις 28-12-2012, αναφέροντας ότι ο ενάγων πώλησε το σύνολο του μηχανολογικού εξοπλισμού της εταιρίας, χωρίς να την ενημερώσει, καλώντας τον, εντός 5 εργασίμων ημερών από την επίδοσή της, μεταξύ άλλων και να προβεί σε ρύθμιση της οφειλής στο ΙΚΑ και στην εφορία. Συνεπώς ρητά παρείχε την εντολή στον ενάγοντα να ρυθμίσει τις οφειλές της εταιρίας στα ΙΚΑ και στην εφορία...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υποχρεώθηκε να καταβάλει εξ ιδίων χρημάτων και κατόπιν της ως άνω εντολής της εναγομένης: α) το ποσό των 56.880,04 ευρώ προς αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών προς το Ι.Κ.Α. και β) το ποσό των 41.453,46 ευρώ για την αποπληρωμή μέρος των ρυθμισθέντων και πληρωτέων σε δόσεις οφειλών προς την Εφορία και συνολικά το ποσό των 98.333,5 ευρώ, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δεν αμφισβητείται από την εναγομένη... τα επίδικα χρέη προέκυψαν κατά το χρόνο που η ίδια ήταν συνδιαχειρίστρια της Ε.Π.Ε., ήτοι μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2012, όπως προαναφέρθηκε και πάντως πριν την παραίτησή της από τη διαχείριση, τον Οκτώβριο του 2012, με συνέπεια να υπέχει ευθύνη για την εξόφλησή τους, αλλά και να έχει γνώση αυτών... και σύμφωνα με το άρθρο 487 παρ.1 Α.Κ., που ρυθμίζει την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών, ορίζοντας ότι ευθύνονται κατ' ίσα μέρη, στην παρ.2 αυτού ορίζεται: "Ό,τι ο συνοφειλέτης, που κατέβαλε, δεν μπόρεσε να εισπράξει από κάποιο συνοφειλέτη, κατανέμεται με την ίδια αναλογία ανάμεσα σ' αυτόν και τους λοιπούς", που σημαίνει ότι, εφόσον αποδείχθηκε ότι η συνοφειλέτρια Ε.Π.Ε. είναι αφερέγγυα (ανυπαίτια αδυναμία) και δεν έχει περιουσία από την οποία να είναι δυνατή η είσπραξη της αναλογούσας σ' αυτήν μερίδας, ο ενάγων - συνοφειλέτης, που κατέβαλε ολόκληρο το ποσό, ό,τι δεν μπόρεσε να εισπράξει με την αναγωγή από συνοφειλέτη, κατανέμεται μεταξύ αυτού και των λοιπών συνοφειλετών κατά την ίδια αναλογία, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από την έννομη σχέση... Επομένως, ό,τι είναι αδύνατο να εισπραχθεί από την αφερέγγυα Ε.Π.Ε., θα κατανεμηθεί μεταξύ των λοιπών συνοφειλετών - διαδίκων, κατά την αναλογία της μερίδας του καθενός, δηλαδή εξ ημισείας". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο ότι, εφόσον η αναιρεσείουσα - εναγομένη δεν κατέβαλε κανένα ποσό, ως συνδιαχειρίστρια για τα χρέη της ΕΠΕ και ότι ο ενάγων κατέβαλε συνολικά το ποσό των 98.333,5 ευρώ, για όλα τα χρέη αυτής, το ποσό που της αναλογεί ανέρχεται σε 49.166,75 ευρώ, που πρέπει να καταβάλει στον ενάγοντα, βάσει της συμμετοχής της στην εταιρεία (50%), κατά την συμφωνία τους, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης αυτής (αναιρεσείουσας) ως ουσιαστικά αβάσιμους. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 101 παρ.1ε', 115 παρ.1 α',2 του Ν. 2238/1994, 69 § 2 Ν. 2676/1999, 487, 488 και 731 του Α.Κ., τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου, αφού, ειδικότερα, αναφέρονται όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α) ότι με το συμβόλαιο σύστασης της ΕΠΕ ορίστηκαν συνδιαχειριστές της εταιρείας ο αναιρεσίβλητος - ενάγων και η αναιρεσείουσα - εναγομένη, οι οποίοι συμμετείχαν στο εταιρικό κεφάλαιο αυτής με ποσοστό 50% ο καθένας, β) ότι λόγω ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών εισφορών της εταιρείας προς το ΙΚΑ, εκδόθηκαν πράξεις επιβολής εισφορών (Π.Ε.Ε.), συνολικού ποσού 56.880,04 ευρώ και επίσης βεβαιώθηκαν από την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Εφορία σε βάρος της ληξιπρόθεσμες οφειλές ποσού 118.072,04 ευρώ, που προέκυψαν έως τον Σεπτέμβριο του 2012, ήτοι κατά το χρόνο λειτουργίας της, γ) ότι η ως άνω εταιρεία δεν είχε τη δυνατότητα να εξοφλήσει τις ως άνω οφειλές της από χρήματα του ταμείου της, δ) ότι ο αναιρεσίβλητος ως συνδιαχειριστής της ως άνω εταιρείας είναι εκ του νόμου εις ολόκληρον υπεύθυνος έναντι των αναφερόμενων δανειστών της εταιρείας (Ελληνικού Δημοσίου και ΙΚΑ) για την πληρωμή των ως άνω φορολογικών και ασφαλιστικών χρεών, τα οποία είχαν γεννηθεί κατά τον χρόνο που είχε την ιδιότητα αυτή και για τα οποία εκδόθηκαν οι ταμειακές βεβαιώσεις της αρμόδιας οικονομικής εφορίας και οι ΠΕΕ του ΙΚΑ σε βάρος της εταιρείας, ε) ότι η αναιρεσείουσα ρητά παρείχε την εντολή στον αναιρεσίβλητο να ρυθμίσει τις οφειλές της εταιρίας στα ΙΚΑ και στην εφορία, με την από 20-12-2012 εξώδικο δήλωσή της, που κοινοποίησε στον αναιρεσίβλητο στις 28-12-2012, στ) ότι ο αναιρεσίβλητος, προκειμένου να αποφύγει την απειλούμενη σε βάρος της ατομικής του περιουσίας εκτέλεση, κατέβαλε το συνολικό ποσό των 98.333,5 ευρώ για τα ως άνω χρέη αυτής (εταιρείας), και ζ) Ότι η αναιρεσείουσα - εναγομένη υπέχει ευθύνη για τα επίδικα χρέη, τα οποία προέκυψαν κατά το χρόνο που και η ίδια ήταν συνδιαχειρίστρια της Ε.Π.Ε., καθόσον αποχώρησε από την εταιρεία τον Οκτώβριο του 2012. Από τις ως άνω πραγματικές παραδοχές στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν επαρκώς τα αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση περιστατικά για την κρίση του εφετείου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των παραπάνω εφαρμοσθεισών διατάξεων και δη ότι ο αναιρεσίβλητος, λόγω της από το νόμο εις ολόκληρον ευθύνης αυτού και της αναιρεσείουσας, ως εταίρων και συνδιαχειριστών της εταιρείας, είχε δικαίωμα αναγωγής κατά της αναιρεσείουσας προς καταβολή του ημίσεως των καταβληθέντων από τον ίδιο φόρων και ασφαλιστικών εισφορών της εταιρείας, βάσει του ποσοστού συμμετοχής τους στην εταιρεία (50%) και της εσωτερικής σχέσης που τους συνέδεε, και συγκεκριμένα της εντολής εκ μέρους της αναιρεσείουσας για ρύθμιση των χρεών, ενώ δεν ήταν δε αναγκαίο να διαλαμβάνει παραδοχή περί εντολής της αναιρεσείουσας προς καταβολή των επίδικων χρεών της εταιρείας, καθόσον ήταν εκ του νόμου υπόχρεος προς τούτο. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της ύπαρξης εντολής αυτής προς πληρωμή των χρεών, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή που προτάθηκαν απαραδέκτως, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π.22/2005, Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.757/2015 ΝΟΜΟΣ). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (A.Π.50/2020, Α.Π.1795/2008 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ.Α.Π.8/2013, Ολ.Α.Π.3/1997, Α.Π.630/2020, Α.Π.1142/2019 ΝΟΜΟΣ), ούτε ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν αυτοτέλεια (Α.Π.150/2015, Α.Π. 726/2014, Α.Π.1042/2013). Επίσης, δεν αποτελούν πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 31/1997, ΑΠ 1277/2020, ΑΠ 71/2019) ή η νομολογία των δικαστηρίων (ΑΠ 66/2020, ΑΠ 701/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως από τον αναιρεσίβλητο και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη τον απαραδέκτως προβληθέντα από αυτόν, για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, κατά πλήρη μεταβολή της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής του, ισχυρισμό του ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) όχι απλώς γνώριζε ότι αυτός είχε προβεί σε διακανονισμό των επίδικων οφειλών και πλήρωνε αυτές, αλλά ήταν η ίδια η οποία τον κάλεσε και του έδωσε την εντολή να πράξει τούτο, όπως αποδεικνύεται από την από 20-12-2012 εξώδικη δήλωση - όχληση - πρόσκληση της αναιρεσείουσας. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφού ο προβληθείς από τον αναιρεσίβλητο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, αλλά πρόκειται για επιχείρημα αυτού προς υποστήριξη του αγωγικού ισχυρισμού του ότι καταρτίσθηκε άτυπη σύμβαση εντολής μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας - εναγομένης με περιεχόμενο τη ρύθμιση απ' αυτόν των οφειλών της εταιρείας προς το Ελληνικό Δημόσιο και του Ι.Κ.Α. και ταυτόχρονα επιχείρημα προς αντίκρουση του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της αντιδίκου του. Πρόκειται δηλαδή για πραγματικό γεγονός, το οποίο, χωρίς να αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό, βεβαιώθηκε από τις αποδείξεις. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος παραδεκτώς προέβαλε στο εφετείο τον παραπάνω ισχυρισμό ως εφεσίβλητος προς υπεράσπιση κατά της έφεσης της αντιδίκου του, χωρίς να μεταβάλει με αυτόν τη βάση της αγωγής του (αναγωγής), η δε επικαλούμενη εξώδικη όχληση είχε παραδεκτά προσκομισθεί από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα πρωτόδικα, με την προσθήκη των προτάσεών του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προς αντίκρουση ισχυρισμών της αντιδίκου του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη η ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (Α.Π.1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ.Α.Π.2/2008, Α.Π.464/2019, Α.Π.763/2018). Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση το με επίκληση προσκομιζόμενο από τους διαδίκους αποδεικτικό υλικό, από το οποίο καταστρώνεται η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή ως νομικά αβάσιμη, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν ερευνά το αποδεικτικό υλικό, εφόσον δεν προβαίνει στην ουσιαστική έρευνα της ιστορικής βάσης της αγωγής (Α.Π. 1308/2018, Α.Π.918/2017, Α.Π.192/2016, Α.Π.710/2015). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 20-12-2012 εξώδικης δήλωσης της αναιρεσείουσας, καθόσον, κατόπιν ολοκληρωμένης ανάγνωσής της, διαπιστώνεται ότι αυτή άπτεται κατά κύριο λόγο του ζητήματος της πώλησης από τον αντίδικο του συνόλου του εξοπλισμού της εταιρείας και με δεδομένο ότι τα κεφάλαια από την πώληση του εξοπλισμού θα επαρκούσαν για τη ρύθμιση των χρεών της, τον καλούσε να προβεί στη ρύθμιση αυτών και όχι στην καταβολή και μάλιστα εξ ιδίων χρημάτων. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι η αναιρεσείουσα στην από 20-12-2012 εξώδικη δήλωσή της προς τον αναιρεσίβλητο δήλωνε τα εξής: "Αρνούμαι το περιεχόμενο της από 23-11-2012 εξώδικης δήλωσής σου. Διαμαρτύρομαι για την ανωτέρω συμπεριφορά σας. Δηλώνω την εναντίωσή μου στην πώληση του συνόλου του εξοπλισμού της εταιρίας μας. Σας καλώ όπως ενός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την επίδοση της παρούσας όπως: ι) μου παράσχετε πλήρη και αναλυτική λογοδοσία αναφορικά με το τι, πόσο και σε ποιόν πουλήσατε τον εξοπλισμό της εταιρίας, όπως επίσης και πλήρη αποδεικτικά έγγραφα για τις καταβολές που κάνατε έναντι των οφειλών της εταιρίας, από τα χρήματα που εισπράξατε μέχρι σήμερα. ιι) Προβείτε σε ρύθμιση της οφειλής της εταιρίας στην Εθνική Τράπεζα, στο ΙΚΑ και στην εφορία. Σας υπενθυμίζω ότι είστε ο μόνος υπόχρεος και δικαιούμενος από το νόμο να προβείτε στις ανωτέρω ενέργειες. Εφόσον, τα κεφάλαια της εταιρίας δεν επαρκούν- γεγονός αδιανόητο μετά την πώληση του συνόλου του εξοπλισμού της εταιρίας - σας δηλώνω ότι παραιτούμαι του δικαιώματός μου να συμμετάσχω στην αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου παρέχοντάς σας τη δυνατότητα να την καλύψετε εσείς στο σύνολό της". Από την αντιπαραβολή της δήλωσής της αυτής, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του Εφετείου, ουδόλως προκύπτει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, ως προς τη δήλωση αυτή. Το Εφετείο εξετίμησε και μάλιστα ορθά το περιεχόμενο της ανωτέρω εξωδίκου προκειμένου να συνάγει το συμπέρασμα ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εντολής για τη ρύθμιση των οφειλών της εταιρείας προς τις ανωτέρω υπηρεσίες. Εξάλλου, το Εφετείο, στο σχηματισμό της ως άνω κρίσης του, ουδόλως στηρίχθηκε μόνο, ούτε κυρίως στο περιεχόμενο της δήλωσης αυτής, αλλά και στις από 31-7-2013 και από 23-11-2012 εξώδικες προσκλήσεις του αναιρεσίβλητου, με τις οποίες γνωστοποιούσε στην αναιρεσείουσα την προσωπική της ευθύνη για τις εκκρεμείς οφειλές της εταιρείας προς το Ι.Κ.Α. και το Ελληνικό Δημόσιο και την καλούσε για να ληφθούν αποφάσεις για τη ρύθμιση των χρεών αυτών. Ενώ, περαιτέρω πρέπει να λεχθεί ότι υπό την επίφαση του προαναφερόμενου αναιρετικού λόγου, πλήττονται απαραδέκτως οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ.). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-11-2020 αίτηση της Μ. Λ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 1826/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο Δημόσιο Ταμείο. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ