Αριθμός 1743/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Λαμίας, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "N. Α.Β.Ε.Τ. ΚΑΙ Ε.Α.Π., που εδρεύει στον Άγιο Κωνσταντίνο ……………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Κιτσαρά και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/8/2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκε η 53/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση να δικαστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12/10/2018 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 126/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ I. Με τις διατάξεις του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι "Αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν αναφέρεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, γιατί οι ως άνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος, στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν αυτός δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 17/2023, ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018, ΑΠ 869/2017). Στην προκείμενη περίπτωση εισάγεται για επανασυζήτηση, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, η από 12.10.2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 75/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι τη συζήτηση της ένδικης αίτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 2.12.2019, που ορίστηκε με την πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, επέσπευσε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ενώ κατά την ανωτέρω δικάσιμο η υπόθεση συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Ήδη με την από 29.3.2022 υπ' αριθ. 126/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος, νομίμως εισάγεται η υπόθεση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (3.4.2023), λόγω επανασυζήτησής της κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ γιατί, μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο της 2.12.2019, δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης για τον αναφερόμενο στην ως άνω Πράξη λόγο (σοβαρό πρόβλημα υγείας της ορισθείσας, ήδη συνταξιοδοτηθείσας, Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου). Επίσης, ακριβές αντίγραφο της Πράξης αυτής επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναιρεσείον, με την επιμέλεια της Γραμματείας του Αρείου Πάγου. Επομένως, αφού το τελευταίο δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την ανωτέρω νέα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, πρέπει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, να θεωρηθεί ως κατ' αντιμωλία δικαζόμενο, γιατί η προκείμενη επαναλαμβανόμενη συζήτηση είναι συνέχεια της αρχικής, στην οποία αυτό είχε παραστεί. IΙ. Με την κρινόμενη από 12.10.2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 75/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 14.7.2016 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 183/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία έγινε δεκτή η από 29.8.2008 ανακοπή (εκ του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ) μετά των πρόσθετων αυτής λόγων, της αναιρεσίβλητης εταιρίας και ακυρώθηκαν οι υπ' αριθ. 2840, 2841, 2842 και 2843/25.7.2008 ταμειακές βεβαιώσεις του Προϊσταμένου της ΔΟΥ………………, που εκδόθηκαν σε βάρος της για συνολικό ποσό 1.541,914,60 ευρώ, προερχόμενο από οφειλές της με βάση τους όρους της από 3.6.1999 σύμβασης μίσθωσης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει της οποίας αυτή (αναιρεσίβλητη) μίσθωσε το κείμενο στην Α' Βιομηχανική περιοχή ……………., ακίνητο του αναιρεσείοντος, τη διαχείριση του οποίου είχε η Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου (ΚΕΔ). Η αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτή επιδόθηκε στο αναιρεσείον την 7.9.2018 (όπως προκύπτει από την σχετική έγγραφη επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Χ. Β. επί του σώματος της εν λόγω απόφασης, την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον), ενώ από την εκκίνηση της προθεσμίας την 16.9.2018 (μετά τη λήξη των δικαστικών διακοπών) μέχρι την κατάθεση του δικογράφου την 15.10.2018, δεν παρήλθε η προθεσμία των τριάντα ημερών (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρο 11 εδ. α' του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου που κωδικοποιήθηκε με το κανονιστικό διάταγμα της 26.6/10.7.1944, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 Ν. 3514/2006 - βλ. ΑΠ 460/2022, ΑΠ 486/2016). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 73 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ): "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας. Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου". Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ως άνω ν.δ. (όπως ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης τόσο του πρωτοβάθμιου, όσο και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 7 Ν. 4224/2013), νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν: α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΑΠ 74/2023). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 55 του Π.Δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ." ορίζεται ότι "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) Ο τίτλος της αρχής που τους συντάσσει, β) Ο αριθμός του τίτλου είσπραξης, γ) Η αρμόδια Δ.Ο.Υ. που θα κάνει τη βεβαίωση, δ) Το επώνυμο, όνομα, πατρώνυμο, ΑΦΜ, το επάγγελμα, η ακριβής διεύθυνση του επαγγέλματος και της κατοικίας του οφειλέτη και αν πρόκειται για εταιρίες η επωνυμία τους, η έδρα τους και τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπόχρεα με τις διευθύνσεις τους. ....ε) Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες...". Από τα ανωτέρω συνάγεται: α) ότι η βεβαίωση ως νόμιμος τίτλος είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια) διακρίνεται από την ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά τίτλο εκτέλεσης και β) ότι η ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974 μπορεί να ασκείται τόσο κατά του νομίμου τίτλου όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη (ΑΠ 134/2022, ΑΠ 189/2020). Στον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο ή να παρατίθενται αναλυτικά σ' αυτή τα μερικότερα ποσά της οφειλής ή η αιτιολογία τους, αλλά αρκεί με βάση τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου, τα οποία το Δημόσιο υποχρεούται να προσκομίσει προς απόδειξη της απαίτησής του, να παρέχεται στον μεν οφειλέτη η δυνατότητα αμφισβήτησης της οφειλής του στη σχετική δίκη, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της (ΑΠ 273/2016). Περαιτέρω, με το νόμο 973/1979 "περί συστάσεως Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου" έχει συσταθεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με την επωνυμία "Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου (ΚΕΔ)" και έδρα την Αθήνα. Η εταιρία αυτή (ήδη συγχωνευθείσα με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε.Τ.Α. Α.Ε.", που μετονομάστηκε σε "Ε.Α.Δ. Α.Ε."): α) λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρίας, από τη σχετική νομοθεσία της οποίας και κατά κανόνα διέπεται, β) λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και γ) έχει σκοπό τον αναφερόμενο στο άρθρο 2 του νόμου και κυρίως τη διοίκηση και αξιοποίηση, εκτός άλλων, και των ακινήτων του Δημοσίου, τα οποία υπάγονται, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, στην αρμοδιότητα των Διευθύνσεων Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α και β) και τα οποία μπορεί, για την εκπλήρωση των σκοπών της, να τα εκμισθώνει (άρθρο 6 παρ. 1 εδ. β). Αφότου ίσχυσε ο νόμος (28.10.1979), όλα τα ακίνητα του Δημοσίου περιήλθαν αυτοδικαίως στη διοίκηση της εταιρίας (άρθρο 3 Ν. 973/1979). Ειδικότερα, στην παρ. 2 του άρθρου 4 στη διάταξη της πρώτης παραγράφου του άρθρου 5 του Ν. 973/1979 ορίζεται, επιπλέον, ότι, αφότου άρχισε να ισχύει ο νόμος, η Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου (ΚΕΔ), έχει την εντολή και πληρεξουσιότητα να επιχειρεί δικαιοπραξίες, οι οποίες αναφέρονται στα ανωτέρω ακίνητα (του άρθρου 2 του νόμου), τα αποτελέσματα, όμως, αυτών επέρχονται στο όνομα και για λογαριασμό του Δημοσίου. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Κτηματική Εταιρία έχει τη διοίκηση των ακινήτων του Δημοσίου και επιχειρεί κάθε δικαιοπραξία που αναφέρεται στα ακίνητα ως εντολοδόχος και πληρεξούσια του Δημοσίου, στο όνομά του και για λογαριασμό του, παρέχεται δηλαδή σ' αυτήν άμεση από το νόμο εξουσία να αντιπροσωπεύει το Δημόσιο στις ανωτέρω δικαιοπραξίες (ΑΚ 211), χωρίς η εξουσία αυτή να στερεί το Δημόσιο, ως αντιπρόσωπο και κύριο των ακινήτων, από το δικαίωμα να ενεργήσει αυτό ό,τι έχει σχέση με την προστασία τους (ΑΠ 884/2023). Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' του ως άνω Ν. 973/1979 ορίζεται ότι "Η είσπραξις των απαιτήσεων του Δημοσίου εκ της εκποιήσεως και διαχειρίσεως εν γένει των ακινήτων αυτού ενεργείται υπό του Δημοσίου Ταμείου (ήδη Προϊσταμένου ΔΟΥ), εις την περιφέρειαν του οποίου ευρίσκεται το ακίνητον, κατόπιν βεβαιώσεως των εισπρακτέων ποσών υπό του ιδίου Ταμείου επί τη βάσει καταλόγου υποβαλλομένου εις αυτό υπό της Εταιρίας". Από τη τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι επί απαιτήσεων του Δημοσίου από την εκ μέρους της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου (ΚΕΔ) διαχείριση (όπως εκμίσθωση) των ακινήτων του, η ταμειακή βεβαίωση των εισπρακτέων οφειλόμενων ποσών, καθώς και η είσπραξη αυτών διενεργείται από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το εν λόγω ακίνητο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ, ο νόμος διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητώς ή σιωπηρώς. Επομένως, με μακρά μη εφαρμογή (αχρησία) ή με έκλειψη του σκοπού θέσπισης δεν καταργείται ο νόμος. Εξαιρείται η περίπτωση που ο νόμος έχει θεσπισθεί ρητώς με χρονικό περιορισμό ή αυτός ο περιορισμός συνάγεται από το σκοπό του, π.χ. για την αντιμετώπιση μιας έκτακτης κατάστασης. Ο νεότερος καταργητικός νόμος πρέπει να είναι ιεραρχικά υπέρτερος ή τουλάχιστον ισοδύναμος του καταργούμενου νόμου. Επομένως, προεδρικό διάταγμα ή υπουργική απόφαση δεν μπορεί να καταργήσει τυπικό νόμο, όπως δεν μπορεί υπουργική απόφαση να καταργήσει διάταγμα. Η κατάργηση με νεότερο νόμο γίνεται ρητώς, όταν ο νεότερος νόμος προβλέπει ότι καταργείται ο συγκεκριμένος παλαιότερος ή εμμέσως, όταν ο νεότερος νόμος ρυθμίζει το ίδιο θέμα κατά τρόπο αντίθετο, οπότε γίνεται λόγος για σιωπηρή κατάργηση (ΑΠ 1264/2018). Συνήθως, ο νεότερος κανόνας δικαίου, που εισάγει μία ρύθμιση, αντίθετη ή έστω διαφορετική από εκείνη του παλαιότερου, περιέχει και ρητή, ακροτελεύτια, διάταξη για την κατάργηση του παλαιότερου νόμου. Όμως, η από την ανωτέρω διάταξη (άρθρο 2 ΑΚ) αρχή της κατάργησης του προγενέστερου νόμου με νεότερο, δεν εφαρμόζεται, όταν με γενικό μεταγενέστερο νόμο δεν καταργούνται σαφώς όλες οι ειδικά οριζόμενες περιπτώσεις που ρύθμισε ο προγενέστερος ειδικός νόμος, οπότε τυγχάνει εφαρμογής η ερμηνευτική αρχή, σύμφωνα με την οποία μεταγενέστερος γενικός νόμος δεν καταργεί προγενέστερο ειδικό νόμο (lex posterior generalis non degorat legi priori speciali), εκτός αν από την έννοια του περιεχομένου του νεότερου νόμου προκύπτει ότι αυτός αποσκοπούσε στην κατάργηση και του προγενέστερου ειδικού νόμου (ΑΠ 553/2015, ΑΠ 887/2014, ΑΠ 284/2004, ΑΠ 413/2003). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι αυτό, κρίνοντας ότι η έκδοση των ένδικων ταμειακών βεβαιώσεων των απαιτήσεων του από τη διαχείριση (εκμίσθωση) του ως άνω ακινήτου του από την ΚΕΔ, έπρεπε να διενεργηθεί, κατ' άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 973/1979, από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. …………, στην περιφέρεια της οποίας βρίσκεται το ακίνητο αυτό, και όχι από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. …………….., (όπου βρίσκεται η έδρα της αναιρεσίβλητης εταιρίας), παραβίασε ευθέως τόσο την προαναφερόμενη διάταξη του Ν. 973/1979, την οποία εσφαλμένα εφάρμοσε, όσο και τις διατάξεις α) κυρίως του άρθρου 60 παρ. 5 του Π.Δ. 16/1989 (Κανονισμός Λειτουργίας Δ.Ο.Υ.), που ορίζει ότι η βεβαίωση των τίτλων είσπραξης γίνεται στη Δ.Ο.Υ., στην οποία υπάγεται η διεύθυνση που γράφεται πάνω σ' αυτούς (δηλαδή της κατοικίας του οφειλέτη φυσικού προσώπου ή της έδρας του οφειλέτη νομικού προσώπου) και β) επικουρικώς του άρθρου 66 παρ. 1 περ. β' του Ν. 2362/1995 (περί Δημόσιου Λογιστικού), που ορίζει ότι οι Δ.Ο.Υ. ενεργούν, μεταξύ άλλων, και την είσπραξη εσόδων για λογαριασμό άλλων Δ.Ο.Υ., τις οποίες (διατάξεις) εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και αυτές, ως μεταγενέστερες, είχαν καταργήσει σιωπηρώς την εφαρμοσθείσα από το Εφετείο διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 973/1979. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτό δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα με τον με αυτοτελές δικόγραφο από 17-9-2008 (αριθμ. εκθ. κατ. 239/17-9-2008) πρόσθετο λόγο ανακοπής, ισχυρίσθηκε ότι οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις οι οποίες αφορούν φερόμενη οφειλή, γεννηθείσα από την εκμίσθωση προς την ανακόπτουσα ακινήτων του πρώτου καθού Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκαν μη νόμιμα από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ………………….., αφού τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στην Βιομηχανική Περιοχή …….. του Νομού ……………, άρα στην εδαφική περιφέρεια της αντίστοιχης ΔΟΥ που εδρεύει στο ……... Ο προτεινόμενος αυτός λόγος της ανακοπής, οποίος είναι νόμιμος, στηριζόμενος στην διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 973/1979 και 73 ΚΕΔΕ, είναι και βάσιμος από την ουσιαστική του άποψη, αφού αποδεικνύεται ότι η συναφθείσα στις 3-6-1999, επίδικη σύμβαση, αφορούσε την εκμίσθωση στην ανακόπτουσα του ΒΚ 534 ακινήτου του πρώτου καθού Ελληνικού Δημοσίου, έκτασης 21.600 τ.μ., μετά των εγκατεστημένων εντός αυτού δεκαοκτώ (18) silo μετ' οικείων γραφείων και λοιπού εξοπλισμού, που βρίσκεται στην Α' Βιομηχανική Περιοχή ………... Επομένως, η είσπραξη των απαιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου από την διαχείριση του ως άνω ακινήτου του από την ΚΕΔ, έπρεπε να διενεργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 973/1979, από την ΔΟΥ στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονταν το ως άνω ακίνητο, ήτοι την ΔΟΥ ………, κατόπιν βεβαίωσης του εισπρακτέου ποσού από τον Προϊστάμενο της τελευταίας, βάσει καταλόγου υποβαλλομένου σε αυτή από την ΚΕΔ. Επομένως, αναρμόδια ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ ………….. εξέδωσε τις προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με ταυτόσημες (ορθές) αιτιολογίες και παραδοχές οδηγήθηκε στο ίδιο πόρισμα και δέχθηκε ως κατ' ουσία βάσιμο τον λόγο της ανακοπής, έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε τις ταμειακές βεβαιώσεις με αριθμ. 2840/25-7-2008?(ποσού 393.725,60 ευρώ), 2841/25-7-2008 (ποσού 828.952,01 ευρώ), 2842/25-7-2008 (ποσού 191.542,19 ευρώ) και 2843/25-7-2008 (ποσού 127.694,80 ευρώ) του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ……….., συνολικού ποσού 1.541.914,60 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε αποφανθεί ομοίως και, κατά παραδοχή του σχετικού πρόσθετου λόγου ανακοπής της αναιρεσίβλητης εταιρίας, δέχθηκε αυτήν (ανακοπή) και ακύρωσε τις σε βάρος της τελευταίας αναφερόμενες ταμειακές βεβαιώσεις του Προϊσταμένου της ΔΟΥ …………….., ως εκδοθείσες από αναρμόδιο όργανο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 Ν. 973/1979, που ήταν εφαρμοστέα, και, επίσης, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 60 παρ. 5 του Π.Δ. 16/1989 (περί Κανονισμού Λειτουργίας ΔΟΥ) και 66 παρ. 1 περ. β' του Ν. 2362/1995 (περί Δημόσιου Λογιστικού), καθόσον τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή τους. Τούτο δε γιατί, υπό τα ανωτέρω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά (δηλαδή ότι οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις αφορούν φερόμενη οφειλή, γεννηθείσα από την εκμίσθωση στην αναιρεσίβλητη εταιρία δυνάμει της συναφθείσας την 3.6.1999 ένδικης σύμβασης μίσθωσης, του ΒΚ 534 ακινήτου του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, έκτασης 21.600 τ.μ., μετά των εγκατεστημένων εντός αυτού δεκαοκτώ (18) silo μετ' οικείων γραφείων και λοιπού εξοπλισμού, που βρίσκεται στην Α' Βιομηχανική Περιοχή ………., του οποίου η διαχείριση είχε ανατεθεί στην ΚΕΔ), συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 20 παρ. 1 Ν. 973/1979, σύμφωνα με το οποίο επί απαιτήσεων του Δημοσίου από την εκ μέρους της Κτηματικής Εταιρίας του Δημοσίου (ΚΕΔ) διαχείριση των ακινήτων του, η ταμειακή βεβαίωση των εισπρακτέων οφειλόμενων ποσών, διενεργείται από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το εν λόγω ακίνητο, βάσει καταλόγου υποβαλλόμενου σ' αυτόν από την ΚΕΔ, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 60 παρ. 5 του Π.Δ. 16/1989 και 66 παρ. 1 περ. β' του Ν. 2362/1995, με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι "Η βεβαίωση των τίτλων είσπραξης γίνεται στη Δ.Ο.Υ. που υπάγεται η Δ/νση που γράφεται πάνω σ' αυτούς ανεξάρτητα αν ο οφειλέτης μετώκησε ή είναι άγνωστης διαμονής" και με τη δεύτερη των οποίων ορίζεται ότι "Οι Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες ενεργούν: α)... β) Την είσπραξη εσόδων για λογαριασμό άλλων Δ.Ο.Υ..", οι οποίες (διατάξεις) δεν κατάργησαν σιωπηρώς την προγενέστερη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 Ν. 973/1979, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, με συνέπεια να καταφάσκεται η βασιμότητα του σχετικού πρόσθετου λόγου ανακοπής της αναιρεσίβλητης περί αναρμοδιότητας του οργάνου έκδοσης των προσβαλλόμενων ταμειακών βεβαιώσεων. Ειδικότερα, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, ο νεότερος καταργητικός νόμος πρέπει να είναι ιεραρχικά υπέρτερος ή τουλάχιστον ισοδύναμος του καταργούμενου νόμου, με συνέπεια η κυρίως επικαλούμενη από το αναιρεσείον διάταξη του άρθρου 60 παρ. 5 του ΠΔ 16/1989, ως μη ιεραρχικά ισοδύναμη τυπικού νόμου, να μην μπορεί να καταργήσει την προαναφερόμενη διάταξη του Ν. 973/1979. Επίσης, η επικουρική αιτίαση από το αναιρεσείον περί σιωπηρής κατάργησης της τελευταίας αυτής διάταξης με το άρθρο 66 παρ. 1 περ. β' του Ν. 2362/1995 είναι αβάσιμη, ως στηριζόμενη επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού το άρθρο αυτό ρυθμίζει διαφορετικό ζήτημα και συγκεκριμένα αυτό της δυνατότητας των Δ.Ο.Υ. να εισπράττουν έσοδα για λογαριασμό άλλων Δ.Ο.Υ. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 973/1979 είναι ειδική διάταξη, και εξακολουθεί να ισχύει ως τέτοια, καθόσον αναφέρεται σε συγκεκριμένη κατηγορία απαιτήσεων του Δημοσίου (ήτοι στις απαιτήσεις του από τη διαχείριση των ακινήτων αυτού από την ΚΕΔ) και ρυθμίζει ειδικά την βεβαίωση των εισπρακτέων ποσών και την είσπραξή τους από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. της περιφέρειας, στην οποία βρίσκεται το ακίνητο του Δημοσίου, ενώ περαιτέρω τόσο στο Π.Δ. 16/1989, όσο και στο Ν. 2362/1995 δεν περιλαμβάνεται, για το ίδιο ειδικό ζήτημα, διάταξη όμοιου ή διαφορετικού περιεχομένου, αλλά ούτε και ρήτρα που να προβλέπει την κατάργηση της εν λόγω ειδικής διάταξης. Επιπροσθέτως, οι προαναφερόμενες διατάξεις του Π.Δ. 16/1989 και του Ν. 2362/1995 ναι μεν είναι νεότερες του άρθρου 20 παρ. 1 Ν. 973/1979, πλην όμως αυτές, ως γενικές, δεν κατήργησαν το τελευταίο και ούτε από την έννοια του περιεχομένου τους προκύπτει, ότι αποσκοπούσαν στην κατάργηση αυτού. Επομένως, ο μοναδικός από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα από το αναιρεσείον, είναι αβάσιμος. ΙV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Διάταξη για παράβολο δεν διαλαμβάνεται, καθόσον το αναιρεσείον Δημόσιο απαλλάσσεται της καταβολής του (άρθρο 19 παρ. 1 του Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου"). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ,) αλλά αυτά θα ορισθούν μειωμένα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12.10.2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 75/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ