Αριθμός 1745/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Δ. Π., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αναγνωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσιβλήτων-καθ' ων η κλήση:1. Ν. Π. του Δ., κατοίκου ... ως μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου των αποβιωσάντων αρχικών αναιρεσιβλήτων α. Β. θυγ. Δ. Π. και β. Γ. Δ. Π. και 2. Εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΛΛΑΣ ΕΣΤΕΙΤ ΙΝΚ", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν ο πρώτος από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαρδή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σιαφάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3165/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2450/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα-καλούσα με την από 27-7-2005 αίτησή της και την από 11-12-2006 κλήση της. Εκδόθηκε η 752/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 23-3-2011 κλήση της καλούσας. Εκδόθηκε η 1049/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης. Ήδη η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 23-8-2012 κλήση της αναιρεσείουσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 2-10-2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ. α, 291 παρ. 1, 2 και 292 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, , και κατά την αναιρετική διαδικασία, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει, ότι, εφόσον επέλθει διακοπή της δίκης λόγω θανάτου ενός διαδίκου, ο αντίδικος εκείνου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή και ο ομόδικος του, μπορούν να επισπεύδουν την επανάληψη της δίκης, με πρόσκληση προς τους αρχικούς διαδίκους και τους κληρονόμους του θανόντος, που γίνεται μετά την παρέλευση της τασσόμενης από το νόμο τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 2450/2005 απόφασης του Εφετείου (με κατάθεση της στις 25-8-2005 ), απεβίωσαν στις 29-12-2009 και 21-10-2005 η πρώτη και δεύτερος από τους αναιρεσιβλήτους, αντίστοιχα, οι οποίοι κατέλιπαν, καθώς δεν αμφισβητείται, ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο τους τον αδελφό τους Ν. Π.. Η αναιρεσείουσα, με την από 23-3-2011 κλήση της, την οποία στρέφει κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης και κατά του ανωτέρω κληρονόμου των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων δηλώνει ότι επιθυμεί την επανάληψη της δίκης που διακόπηκε και τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Η εν λόγω κλήση συντάχθηκε μετά την πάροδο της τασσόμενης από το νόμο (άρθρα 292 ΚΠολΔ και 1847 § 1 εδαφ. α1 ΑΚ) τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίηση της κληρονομίας των θανόντων από μέρους του κληρονόμου τους, επέχει δε θέση πρόσκλησης του τελευταίου τρίτου προς επανάληψη της δίκης που διακόπηκε βιαίως. Με τα δεδομένα αυτά, νόμιμα η ως άνω αναιρεσείουσα επισπεύδει την επανάληψη της δίκης με πρόσκληση του καθολικού διαδόχου των θανόντων, η οποία (δίκη) νόμιμα, από τον παραπάνω λόγο, επαναλαμβάνεται αναγκαστικά στο πρόσωπο του καλουμένου, νομιμοποιουμένου για τη συνέχιση της δίκης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 11-2-2013). 2.- Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 138 εδ. α' ΑΚ, που ορίζει ότι "δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονικά) είναι άκυρη", και εκείνη του επόμενου άρθρου (139 ΑΚ), που ορίζει ότι "η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την", συνάγεται ότι ουσιώδες στοιχείο της εικονικής σύμβασης είναι η γνώση και συμφωνία όλων των συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνήφθη είναι εικονική. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διοικούν και εκπροσωπούν το νομικό πρόσωπο δεν είναι απέναντί του πρόσωπα διαφορετικά αλλά όργανα του και εκφράζουν, κατά την εκπροσώπηση του, πρωτογενώς τη βούληση του, αντλώντας την εξουσία αυτή από το νόμο και το καταστατικό. Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψιν πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" δε θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ή την παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997). Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα", επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με^ την προσβαλλόμενη απόφαση του, αναφορικά με την από 30.12.2003 ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, περί αναγνώρισης της ακυρότητας της αγοραπωλησίας του επίδικου διαμερίσματος, λόγω της εικονικότητας των δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων, τα ακόλουθα: "Με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο με τον αριθμοί …/27-4-2000 της συμβολαιογράφου Πειραιά Καλλιόπης Πετρόχειλου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, τους οποίους κατά την κατάρτιση του συμβολαίου αυτού εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Παναγιώτης Καλλιφίδας πώλησαν, στην τρίτη εναγομένη, την οποία κατά την κατάρτιση του συμβολαίου αυτού εκπροσώπησε ο δικηγόρος της Νικόλαος Αυγέρης, με την ιδιότητα του μόνου διευθυντή και εκπροσώπου της εταιρίας αυτής και μεταβίβασαν σε αυτήν την κυριότητα της αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας...Από την προσήκουσα αξιολόγηση και την ορθή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων... δεν αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι οι συμβάσεις πώληση από τους δύο πρώτους εναγομένους του διαμερίσματος... στην τρίτη εναγομένη και της μεταβίβασης στην τελευταία της κυριότητας του διαμερίσματος αυτού, οι οποίες περιέχονται στο συμβολαιογραφικό έγγραφο που αναφέρεται προηγουμένως, είναι εικονικές. Ειδικότερα, δεν αποδεικνύεται ότι η πραγματική βούληση των προσώπων που συμβλήθησαν στο προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν ήταν η μεταβίβαση της κυριότητας του διαμερίσματος, δηλαδή ότι οι πωλητές δεν επιθυμούσαν να πωλήσουν το διαμέρισμα τους, ούτε η αγοράστρια ήθελε να το αγοράσει. Επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι οι δηλώσεις βουλήσεως δεν έλαβαν χώρα στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά...". Εξάλλου, η αναιρεσείουσα στην από 30.12.2003 αγωγή της εκθέτει, εκτός άλλων, επί λέξει και τα εξής: "Αυτή δε η έλλειψη σοβαρής προθέσεως προς σύνταξη συμβάσεως πωλήσεως ήταν γνωστή στον συμβληθέντα ως εκπρόσωπο της αγοράστριας Νικόλαο Δ. Αυγέρη και συνεπώς και στην ίδια την αγοράστρια εταιρεία, αφού ο συμβληθείς αποτελεί το μονοπρόσωπο διοικητικό συμβούλιο, όσο και στον εκπροσωπήσαντα κατά την υπογραφή του ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου τους εναγομένους πωλητές, δικηγόρο Παναγιώτη Καλλιφίδα...". Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, μολονότι δέχεται, ότι οι εναγόμενοι εκπροσωπήθηκαν κατά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης από αντιπροσώπους παρέλειψε να λάβει υπόψιν του και να ερευνήσει τον περιεχόμενο στην αγωγή της ουσιώδη ισχυρισμό, ότι η έλλειψη σοβαρής πρόθεσης των συμβληθέντων προς πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας του ένδικου διαμερίσματος, δηλαδή η εικονικότητα, ήταν γνωστή και στους κατά την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου ανωτέρω αντιπροσώπους τους (Παναγιώτη Καλλιφίδα και Νικόλαο Αυγέρη, αντίστοιχα), οι οποίοι (αντιπρόσωποι) συμφώνησαν ως προς την εν λόγω εικονικότητα. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος που αφορά την εκπροσώπηση της τρίτης εναγομένης-τρίτης αναιρεσίβλητης είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο γιατί, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ένδικη αγωγή και τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η τρίτη εναγομένη δεν εκπροσωπήθηκε κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης από (άμεσο) αντιπρόσωπο, αλλά από τον προαναφερθέντα Νικόλαο Αυγέρη, ο οποίος ενεργούσε ως "μόνος διευθυντής και εκπρόσωπος της", ήτοι ως (μοναδικό) όργανο αυτής, εκφράζοντας πρωτογενώς την βούλησή της. Ο ίδιος λόγος όσον αφορά την εκπροσώπηση των πωλητών (πρώτης και δεύτερου των εναγομένων) είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι (η παραδοχή του) δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Τούτο γιατί, ενόψει του ότι υπάρχει (ανέλεγκτη) παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η δήλωση βούλησης του ανωτέρω Νικολάου Αυγέρη (για αγορά του παραπάνω διαμερίσματος) ήταν εικονική, η επίδικη σύμβαση δεν δύναται να χαρακτηριστεί ως εικονική, αφού, όπως προαναφέρθηκε στη σχετική νομική σκέψη, ουσιώδες στοιχείο της εικονικότητας σύμβασης είναι η γνώση και συμφωνία όλων των συμβαλλομένων για το ότι αυτή (σύμβαση) είναι εικονική. 3- Επειδή, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από την ίδια διάταξη (αριθ. 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για μη λήψη υπόψιν του αποδειχθέντος ισχυρισμού της προς εξαγωγή πραγματικού επιχειρήματος υπέρ της αγωγής, ότι, δηλαδή, η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως προέκυψε και από τις αποδείξεις, είναι "εφοπλίστρια", είναι απαράδεκτος, γιατί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σχετική νομική σκέψη, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης. 4.- Επειδή, όπως προκύπτει από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψιν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψιν κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφαση του βεβαιώνει, ότι στο πόρισμα του κατέληξε και από την εκτίμηση όλων των εγγράφων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (εκτός από την από 10.2.2004 δήλωση του Σ. Σ. που δεν την έλαβε υπόψιν του, διότι έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί στη δίκη αυτή). Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης του, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν του και εκτίμησε και τα έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Δικαστήριο εκείνο η αναιρεσείουσα, ήτοι και α) τον κατάλογο των ελληνικών και κυπριακών ναυτιλιακών εταιρειών, β) το υπ' αριθ. 3300/27.1.2004 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών και γ) την από 3.2.2004 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή …Επομένως, ο δεύτερος λόγος, που υποστηρίζει τα αντίθετα, αποδίδων στην αναιρεσιβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. διότι, κατά την αναιρεσείουσα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν του τα άνω τρία έγγραφα είναι αβάσιμος. 5.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Αντιθέτως, αν η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος γιατί με αυτόν η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παράβαση των αναφερόμενων (κατ αυτήν) διδαγμάτων της κοινής πείρας, όχι κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά κατά τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν περιέχει άλλο λόγο, να απορριφθεί, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27-7-2005 αίτηση της Δ. Π. για αναίρεση της 2450/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ