Αριθμός 301/2006 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Βασίλειο Κουρκάκη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ΄ αριθμ. 33776/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12.9.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1684/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, με αριθμό 541/5.12.2006, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ι) Το τριμελές πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ΄αριθμ. 33776/8-4-2002 απόφασή του καταδίκασε σε φυλάκιση 8 μηνών -ερήμην- τον .... για κλοπή που τέλεσε στην .... στις 29-8-96. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ίδιος στις 22-5-2006 την υπ΄ αριθμ. 3725/2006 έκθεση εφέσεως -ενώπιον της Διευθύντριας του νοσοκομείου κρατουμένων Κορυδαλλού, όπου εκρατείτο. Η έφεση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με την υπ΄ αριθμ. 6318/24-7-2006 απόφαση, του Α΄ Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Ο αυτός κατηγορούμενος άσκησε στις 12-9-2006 ενώπιον του Διευθυντού των φυλακών Κορυδαλλού όπου και κρατείται την υπ΄ αριθμ. 105/2006, έκθεση αναίρεσης κατά της υπ΄ αριθμ. 33776/2002 απόφασεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για τους λόγους που αναγράφει στο επισυναπτόμενο στην άνω έκθεση (όπου και το αναφέρει) έγγραφο και το οποίο έχει ως εξής: "ΥΠΟΜΝΗΜΑ Α) Για την απόφαση 33776/08/04/02 Ερήμην απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου ΑΘΗΝΑΣ που καταδικάστηκα συνολικά σε ποινή 8μηνών για κλοπή δεν έχων καμία απολύτος σχέση Β) Υπάρχει στην κατοχή μου ένορκη κατάθεση-Βεβαιωση του ανθρώπου που κυκλοφορούσε με το δικό μου το ονοματεπώνυμο χρεόνωντας εμένα σε διάφορες αξιόποινες πράξεις με αποτέλεσμα να στήλει έναν αθώο στην φυλακή. Γ) Για την ανωτέρο απόφαση ουδέποτε έλλαβα κλήση για το Πρωτοβάθμιο παρόλο που ήμουν κρατούμενος το επίμαχο χρονικό διάστημα Δ) Δεν μου δώθηκε η δυνατότητα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου ούτε στο Δευτεροβάθμιο δικαστήριο διότι δεν έγιναν δεκτές οι εκπρόθεσμες εφέσεις. Ε) Είμαι πατέρας τεσσάρων (4) ανήλικων παιδιών με σοβαρά ψυχολογικά και οικονομικά προβλήματα που για να επιληθούν χριάζεται η φυσική μου παρουσία. ΣΤ) Ζητώ την αυτοπρόσωπη παρουσία μου προς την παροχή περεταίρω διευκρινήσεων κατά την κρίση της υπόθεσης. Ζ) Το παρόν υπόμνημα να επισυναπτεί στην Αίτηση αναιρέσεως που έχω υποβάλει στης 12/09/06 Ο Αιτών "......". ΙΙ) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται κατά το νόμο σ΄αυτό είναι και πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο και δη αυτεπαγγέλτως και χωρίς άλλο. Κατά το άρθρο 463 ιδίου Κώδικα τα ένδικα μέσα ασκούνται όταν προβλέπονται ρητά από το νόμο. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 ΚΠΔ όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνον κατά της απόφασης που όπως εκδόθηκε -απαγγέλθηκε δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση εφέσεως, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Επομένως δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όταν κατ΄ αυτής έχει ασκηθεί έφεση και έχει ήδη εκδοθεί απόφαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (βλ. ad hoc ΑΠ 1568/2006 ΑΠ 78/2005, ΑΠ 1870/1871/2001 κ.ά.), η απόφαση του οποίου υπόκειται πλέον σε αναίρεση εφόσον -εννοείται- είναι τελειωτική της κατηγορίας, όπως είναι εκείνη που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη ή απαράδεκτη, αφού στις άνω περιπτώσεις παρέχεται ρητά τέτοιο δικαίωμα. -476 παρ. 2, 501 Κ.Ποιν.Δ.- βλ. ad hoc ΑΠ 1080/93, ΑΠ 1594/93 κ.ά.-Ενόψει των ανωτέρω η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη διότι στρέφεται κατά αποφάσεως που δεν υπόκειται σε αναίρεση. -Και ταύτα ανεξάρτητα του αορίστου και απαραδέκτου λόγου αναιρέσεως που επικαλείται. ΙΙΙ) Σε σχέση με το υποβαλλόμενο αίτημα- του αναιρεσείοντος για "αυτοπρόσωπη παρουσία του προς την παροχή περαιτέρω διευκρινίσεων κατά την κρίση της υπόθεσης" πρέπει τούτο ενόψει των παραπάνω να απορριφθεί -αφού δεν συζητείται η υπόθεση. ΄Ετερον το ζήτημα εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 476 ΚΠΔ κατά τη συζήτηση του απαραδέκτου της υπό κρίση αναίρεσης. ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ Προτείνω όπως απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπ΄ αριθμ. 105/2006 αίτηση αναίρεσης του .... κατά της υπ΄ αριθμ. 33776/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Να επιβληθούν τα έξοδα σε βάρος αυτού. Αθήνα 10 Νοεμβρίου 2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρου 504 παρ.1 εδ.α του ΚΠΔ, όταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν, με τις αποφάσεις αυτές, το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία η αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται με σαφήνεια ότι δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όταν κατ΄ αυτής έχει ασκηθεί έφεση και έχει ήδη εκδοθεί απόφαση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Εξάλλου, κατά ο άρθρο 476 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε εναντίον απόφασης, για την οποία δεν προβλέπεται, το δικαστήριο (σε συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 33776/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος κλοπής (άρθρο 372 παρ.1α ΠΚ) και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 4,40 ευρώ ημερησίως. Όπως όμως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων άσκησε κατ' αυτής της αποφάσεως, που ήταν εκκλητή, την 3725/22-5-2006 έφεση, η οποία με την 6318/06 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη. Επομένως, η απόφαση αυτή δεν υπόκειται σε αναίρεση και συνακόλουθα, μετά την ειδοποίηση του αντικλήτου του αναιρεσείοντος να εμφανισθεί στο Συμβούλιο και τη μη εμφάνισή του, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ. 1 και 583 παρ.1 ΚΠΔ). Το αίτημα για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του αναιρεσείοντος προς παροχή διευκρινίσεων επί της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί, αφού, λόγω του πιο πάνω απαραδέκτου, δεν συζητείται η αίτηση. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την 105/12-9-2006 αίτηση αναιρέσεως του .... και ήδη κρατούμενου των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού, κατά της 33776/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007.- Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ