Αριθμός 679/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κιτρίδη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος X1, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Χαλκίδας και ήδη στο Τζάνειο Νοσοκομείο Πειραιώς, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Σταυρούλα Δανιήλ, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με τη με αριθμό 718/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αιτών ζητά τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Απριλίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 919/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Θάνου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 374/13.9.2006 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "1. Εισάγω ενώπιόν σας, κατά τα άρθρα 527 και 528 παρ.1 ΚΠΔ, την από 19-4-06 αίτηση του καταδικασμένου X1, κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, όπως την συμπλήρωσε με το από 11-8-06 υπόμνημά του, που κατέθεσε ενώπιον της Διευθύντριας του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 718/04 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης πέντε ετών για διακεκριμένη κλοπή, κατά συναυτουργία, [άρθρα 45 και 372 παρ. 1α, 374 περ. δ και ε ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα. 2-Η αίτηση για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την 718/06 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την έκδοση της 2254/05 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα υπ' αυτού αίτηση αναιρέσεως, στηριζόμενη, κατά τους ισχυρισμούς του, σε νέα γεγονότα και αποδείξεις, από τα οποία καθίσταται φανερό ότι είναι αθώος για την πράξη που καταδικάσθηκε, είναι νόμιμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.2, παραδεκτώς δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 του ΚΠΔ, και πρέπει να εξετασθεί κατ΄ ουσία, (βλ. ΑΠ 1097/1995/ Π. ΧΡ. ΜΣΤ/1247 ΑΠ 127/2001 Π.Χρ. ΝΑ/896, ΑΠ 760/98 Ποιν. Δικ. 1998/660).3-Κατά το άρθρο 525 παρ.1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα, εκτός από άλλες περιπτώσεις που αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο αυτό, και όταν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, οι οποίες μόνες ή σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αίτησης για επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης , υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό προς εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που καταδίκασε, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Δεν αποτελούν όμως νέα γεγονότα η ανάκληση ομολογίας του κατηγορουμένου ή μαρτυρίας συγκατηγορουμένου του, διότι οι ανακλήσεις αυτές είναι προφανώς αναξιόπιστες και δεν καθιστούν πρόδηλη την αθωότητα του κατηγορουμένου. [ΑΠ. 756/93 ΠΧΡ. 83/535, ΑΠ. 216/98 ΠΧΡ. 98/801].4-Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάσθηκε με αυτήν για κλοπή του ....... ΙΧΕ αυτοκινήτου του Ψ1, το οποίο αφαίρεσε από την κατοχή του παθόντος στην Αθήνα στις 10-7-89, κατά συναυτουργία με άγνωστους, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του, υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις ότι την πράξη την τέλεσε με άλλους, με τους οποίους ήταν ενωμένος προς διάπραξη κλοπών, και ότι ενεργούσε κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Η αφαίρεση συντελέσθηκε κατά τις νυκτερινές ώρες, καθό χρόνο ο παραπάνω ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου είχε τούτο σταθμεύσει επί της οδού ......... Οι αποδείξεις, τις οποίες ο αιτών εμφανίζει ως νέες, και από τις οποίες προκύπτει, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι είναι αθώος της αξιόποινης πράξης της κλοπής, για την οποία καταδικάσθηκε, είναι οι εξής: α-Οι πληροφορίες του, τις οποίες συγκέντρωσε με προσωπικές του έρευνες, σύμφωνα με τις οποίες δράστες της κλοπής του αυτοκινήτου του παθόντος είναι οι Ζ2, Ζ1, Ζ3 Ζ4, Ζ6, και Ζ5, και ότι, ως πληροφορήθηκε, ο παθών τον κατάγγειλε ως δράστη της κλοπής του αυτοκινήτου του κατόπιν της υπόδειξής τους, οι οποίοι τον διαβεβαίωσαν ότι καταγγέλλοντάς τον "θα πάρει πολλά λεφτά μαζί τους".β-Η από 21-4-91 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ζ1 ενώπιον του Αρχ. ........., στην οποία εκθέτει τούτος ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι ο δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου του παθόντος, ούτε γνωρίζει καν τον κατηγορούμενο. Εντούτοις, ο μάρτυρας αυτός, διευκρινίζει ο αιτών, είναι αυτός που πληροφόρησε τον παθόντα ότι δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου του είναι ο κατηγορούμενος. γ- Η από 6-7-06 ένορκη βεβαίωση του Μ1 ενώπιον της Ειρηνοδίκη Λαμίας, στην οποία τούτος εκθέτει ότι όσα έχει καταθέσει στις ανακριτικές αρχές σε βάρος του αιτούντος είναι ψευδή, ότι τα κατέθεσε κατόπιν εκβιάσεώς του από ανθρώπους, που δεν κατονομάζει, καθό χρόνο βρισκόταν στη φυλακή, και ότι δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου του παθόντος είναι ο Ζ5 και οι φίλοι του, πληροφορίες που αρύσθηκε από τους συγκρατούμενούς του στη φυλακή. δ-Η από 8-6-06 υπεύθυνη δήλωση του ...., στην οποία τούτος δηλώνει ότι δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου του παθόντος είναι ο Ζ2 και ότι αυτός μετά την κλοπή το αυτοκίνητο μεταβίβασε στον Ζ4, ο οποίος διατηρούσε συνεργείο αυτοκινήτων στα ...., πληροφορίες που αρύσθηκε και αυτός από τους συγκρατούμενούς του στη φυλακή.ε-Η από 11-7-06 υπεύθυνη δήλωση του Μ3, στην οποία τούτος δηλώνει ότι δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου του παθόντος είναι ο Ζ2, πληροφορία που αρύσθηκε και αυτός τόσον από τον ίδιο τον Ζ2, όσον και από τους συγκρατούμενούς του στη φυλακή. Από τα ανωτέρω στοιχεία που παρίστανται ως νέες αποδείξεις δεν προκύπτει ότι ο αιτών είναι αθώος της πράξης της κλοπής, για την οποία καταδικάσθηκε. Ιδιαίτερα όσον αφορά την κατάθεση του παθόντος Ψ1, αυτός κατά την εξέτασή του ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταδίκασε τον αιτούντα, δεν φέρεται να έχει καταθέσει, όπως ο αιτών εκθέτει, ότι γνωρίζει ποιος είναι ο δράστης της κλοπής του αυτοκινήτου του και δη ότι δράστης αυτής είναι ο αιτών. Συγκεκριμένα, αυτός κατέθεσε ότι "στις 10-7-89 μου έκλεψαν το αυτοκίνητό μου, ότι μετά από χρόνια ήλθε στο γραφείο μου ο Ζ1 και μου είπε ότι θα με πληροφορήσει που βρίσκεται και πώς κλάπηκε, ότι δεν ξέρει εάν το έκλεψε ο X1", και ότι "σήμερα δεν έχω λόγους να πιστεύω ότι ο Ζ1 μου έλεγε την αλήθεια. Στην πορεία διαπίστωσα ότι πολλοί άλλοι, επειδή είναι φυγόδικος [ενν. ο αιτών], τα ρίχνουν όλα επάνω του". Όσον αφορά τον άλλο ισχυρισμό του ότι δράστες της κλοπής είναι τα ως άνω κατονομαζόμενα πρόσωπα, και τον ισχυρισμό του αυτόν τον έθεσε υπόψη στο δικαστήριο κατά την απολογία του, υποστηρίζοντας σ' αυτήν ότι "δράστες της κλοπής, ενν. του αυτοκινήτου του παθόντος, είναι οι Ζ6 και Ζ4 και ότι μόνον ο Ψ1 λέει ότι του είπαν πως ο X1 είναι ο κλέφτης". Τα ανωτέρω γεγονότα και αποδείξεις, που επικαλείται, επομένως, τα έθεσε υπόψη στους δικαστές που τον καταδίκασαν και δεν συνιστούν νέα γεγονότα και αποδείξεις, που δεν τέθηκαν σ' αυτούς υπόψη κατά την έκδοση της ανωτέρω καταδικαστικής για τον αιτούντα αποφάσεώς τους. 5.-Κατ' ακολουθίαν, εφόσον με τα προσκομιζόμενα ως νέα αποδεικτικά στοιχεία δεν καθίσταται, κατά την έννοια του άρθρου 525 παρ.1 περ.2 ΚΠΔ, φανερό, ότι ο αιτών είναι αθώος του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε, ούτε ότι καταδικάστηκε αδίκως για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, ως αβάσιμη, και να καταδικαστεί τούτος στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).Για τούτο προτείνω Α-Να απορριφθεί η από 19.4.06 αίτηση του καταδικασμένου X1, κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, όπως την συμπλήρωσε με το από 11-8-06 υπόμνημά του, που κατέθεσε ενώπιον της Διευθύντριας του Νοσοκομείου Κρατουμένων Κορυδαλλού, για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία περατώθηκε με την έκδοση της 718/04 αμετάκλητης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.Και Β-Να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα, ανερχόμενα στα 210 Ε. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Φώτιος Μακρής". Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην παραπάνω έγγραφη εισαγγελική πρόταση και την πληρεξουσία δικηγόρο του αιτούντος. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η κατ΄ άρθρ. 525 ΚΠΔ αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας στρεφόμενη κατά ήδη αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία, η οποία επιδιώκει, με την συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου, την ακύρωση της προσβαλλόμενης δικαστικής αποφάσεως. Παρά ταύτα είναι επιτρεπτή, εφόσον τούτο δεν είναι ασυμβίβαστο προς την αίτηση αυτή, η εφαρμογή ορισμένων από τις γενικές περί ενδίκων μέσων διατάξεις. Σ΄ αυτές περιλαμβάνονται όσες αφορούν την παραίτηση από την αίτηση (άρθρα 474, 475 και 476 ΚΠΔ). Συνεπώς ο καταδικασθείς που άσκησε τέτοια αίτηση επιτρεπτώς δύναται να παραιτηθεί με δήλωσή του ενώπιον του Διευθυντή των φυλακών στις οποίες κρατείται εκτίοντας την ποινή, εφόσον έχει χωρήσει νομότυπη δήλωση παραιτήσεως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση και επιβάλλει στον παραιτούμενο τα έξοδα της διαδικασίας. Εν προκειμένω από τον X1, καταδικασθέντα σε ποινή κάθειρξης 5 ετών, δυνάμει της υπ΄αριθμ. 718/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη με την 2254/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου της κατ΄ αυτής ασκηθείσης αναιρέσεως, κατατέθηκε νομίμως στον Διευθυντή Φυλακής Χαλκίδας η από 19.4.2006 αίτησή του, όπως τη συμπλήρωσε με το από 11.8.2006 υπόμνημά του, περί επαναλήψεως της διαδικασίας με σκοπό την ακύρωση της αποφάσεως και επανάληψη της διαδικασίας για το λόγο ότι μετά την αμετάκλητη καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους καταδικάσαντες δικαστές γεγονότα και αποδείξεις που καθιστούν πρόδηλο ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή ότι καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα. Η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως προσδιορίσθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τη συνεδρίαση της 12.1.2007. Με την από 12.1.1007 αίτηση που κατατέθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 16.1.2007 με αρ. πρωτ.388 και αριθμ. ποιν. πρωτ. 131/19.1.2007 ο υποβαλών την αίτηση ζήτησε "Ακύρωση ή διαγραφή της διαδικασίας που έγινε σήμερα εν απουσία του, παρά τη θέλησή του....". Όμως ανεξάρτητα από την αοριστία της αιτήσεως αυτής και την κατ΄ εκτίμηση του περιεχομένου της παραίτησής του από της ως άνω αιτήσεως του περί επαναλήψεως της διαδικασίας δεν έχει χωρήσει νομότυπη δήλωση παραιτήσεως καθόσον εχώρησε μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο της υποθέσεως. Μετά ταύτα εφόσον δεν χώρησε νομότυπη παραίτηση από την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, πρέπει η από 12.1.2004 αίτηση ν΄ απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά το άρθρο 525 παρ. 1 περ. 2 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Επομένως η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ο αιτών επιδιώκει την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε αμετακλήτως μετά την έκδοση της υπ΄ αριθμ. 2254/2005 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την ασκηθείσα από τον αιτούντα αίτηση αναιρέσεως κατά της 718/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία ο αιτών καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως 5 ετών για διακεκριμένη κλοπή κατά συναυτουργία, κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια, για το λόγο ότι από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα νέα έγγραφα, άγνωστα στους δικαστές που τον δίκασαν, σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που είχαν προσκομισθεί ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, γίνεται φανερό, όπως διατείνεται, ότι είναι αθώος, είναι νόμιμη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, παραδεκτώς δε εισαγομένη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά το άρθρο 527 παρ. 3 και 528 παρ. 1 Κ.Π.Δ., πρέπει να εξετασθεί κατ΄ ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη σχετική δικογραφία, προέκυψε ότι με την υπ΄αρ. 718/2004 καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, μετά την απόρριψη με την 2254/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου της κατ΄ αυτής ασκηθείσας αναιρέσεως, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για από κοινού διάπραξη διακεκριμένης κλοπής κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια και συγκεκριμένα για κλοπή του υπ΄ αρ. ....... ΙΧΕ αυτοκινήτου του Ψ1 στην Αθήνα στις 9/10.7.1989. Την πράξη την τέλεσε με άλλον, με τον οποίον ήτο ενωμένος προς διάπραξη κλοπών και καταδικάσθηκε "σε ποινή κάθειρξης 5 ετών". Ο αιτών με την αίτησή του περί επαναλήψεως της διαδικασίας επικαλέσθηκε και προσκόμισε ως νέα αποδεικτικά στοιχεία α) τις πληροφορίες τις οποίες συγκέντρωσε με προσωπικές του έρευνες από κρατουμένους στη φυλακή, σύμφωνα με τις οποίες δράστες της κλοπής του αυτοκινήτου του παθόντος Ψ1 είναι οι Ζ2, Ζ1, Ζ3, Ζ4, Ζ6 και ο Ζ5 "ομάδα κλεπτών αυτοκινήτων....επειδή είχαν οικονομικά προβλήματα μαζί του πολλών εκατομμυρίων, αυτός έκανε δήλωση κλοπής, χωρίς να είναι βέβαιος ότι αυτοί όλοι μαζί το έχουν πάρει, αλλά αυτούς υπολόγιζε για κλέφτες, δεν μπορούσε όμως να κάνει κάτι τέτοιο από φόβο, γιαυτό έκανε μήνυση κατ΄ αγνώστων..... ότι τον πλησίασαν και του είπαν πως θα πάρει πολλά λεφτά μαζί τους και να τα φορτώσει στον X1", β) την από 21.4.1991 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Ζ1 ενώπιον του Αρχιφύλακα ........ στην οποία καταθέτει μεταξύ άλλων "απώλεσα την πινακίδα της δίκυκλης μοτ/τας μάλλον στην περιοχή της ...., ότι βρέθηκε στις 28.3.1991 στην οικία του X1 και δεν γνωρίζω πώς βρέθηκε εκεί και ότι δεν τον γνωρίζω καθόλου και πρώτη φορά ακούω το όνομά του", γ) την από 6.7.2006 ένορκη βεβαίωση του Μ1 ενώπιον της Ειρηνοδίκη Λαμίας, στην οποία εκθέτει μεταξύ άλλων ότι οι ένορκες καταθέσεις που έδωσε ενώπιον των αρμοδίων οργάνων εις βάρος του X1, ήταν όλες ψευδείς και τούτο γιατί απειλήθηκε τότε από τον Ζ5 και τον ........ να καταθέσει εναντίον του, ότι το όνομα του X1 σκόπιμα αναφερόταν για να ενοχοποιηθεί και αυτά τα γνώριζαν πολλοί άλλοι κρατούμενοι, ότι το αυτοκίνητο μάρκας GOLF του δικηγόρου Ψ1 το είχε κλέψει ο Ζ5 με τους φίλους του, τα αυτοκίνητα (κλεμμένα) στα .... είναι δουλειά του Ζ5 και φίλων του, δ) την από 8.6.2006 υπεύθυνη δήλωση του Μ2 στην οποία καταθέτει μεταξύ άλλων "...το αυτοκίνητο....του Ψ1 εκλάπη από τον Ζ2....αυτή η ιστορία είναι γνωστή στο χώρο των κλεπτών αυτοκινήτων...ο X1 είναι άσχετος....πολλοί έλεγαν το όνομά του, αλλά εγώ γνωρίζω ότι ήταν στη Σουηδία και δεν είχε καμμία σχέση με κλοπές αυτοκινήτων....τα φόρτωναν όλα στο X1 λόγω της φυγοδικίας του...", ε) την από 11.7.2006 υπεύθυνη δήλωση του Μ3 που μεταξύ άλλων καταθέτει "...ο X1 δεν είχε καμμία σχέση με κλοπές ποτέ διότι γνώριζα τότε ποιοί έκλεβαν αυτοκίνητα, διότι είχαν μπλέξει και μένα...ο Ζ2 τα φόρτωνε στον X1. Αυτά μου τα έχει πεί ο ίδιος ο X1, δεν ήταν εδώ τότε, είχε φύγει από τον Απρίλιο του 1984 στη Σουηδία...", στ) αποκόμματα εφημερίδων σε φωτοτυπίες που αφορούν άλλες δικαστικές υποθέσεις ξένες προς αυτές του αιτούντος. Από τα ανωτέρω στοιχεία που φέρονται ως νέες αποδείξεις, λαμβανόμενα υπόψη μόνα τους και σε συνδυασμό με τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την ως άνω υπ΄ αριθμ. 718/2004 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση εις βάρος του αιτούντος, δεν καθίσταται φανερό ότι αυτός είναι αθώος της ανωτέρω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάσθηκε ή ότι καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πράγματι διέπραξε, αφού ούτε είναι οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις και υπεύθυνες δηλώσεις πειστικές, και εν μέρει αντιφάσκουν μεταξύ τους (ο Μ1 καταθέτει ότι το εν λόγω αυτοκίνητο του Ψ1 εκλάπη από τον Ζ5 με φίλους του, ο δε Μ2 ότι αυτό εκλάπη από τον Ζ2), η δε κατάθεση του ίδιου του παθόντος Ψ1 ως και ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι δράστες της κλοπής είναι τα ανωτέρω κατονομαζόμενα πρόσωπα είναι γεγονότα και αποδείξεις που είχαν τεθεί ουσιαστικώς υπόψη των δικαστών που τον δίκασαν και δεν συνιστούν νέα γεγονότα και αποδείξεις που δεν τέθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της ανωτέρω καταδικαστικής για τον αιτούντα αποφάσεως τους. Συνεπώς οι επικαλούμενοι λόγοι από τον αιτούντα για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας είναι αβάσιμοι και θα πρέπει να απορριφθεί κατ΄ουσίαν η ως άνω αίτηση, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το από 11.8.2006 υπόμνημα και να καταδικασθεί ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.) σε συνδυασμό με άρθρ. 5 παρ. 4 ν.2943/2001). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 12/16 Ιανουαρίου 2007 αίτηση του X1 περί παραιτήσεώς του από της κρινομένης από 19 Απριλίου 2006 αιτήσεώς του περί επαναλήψεως της διαδικασίας. Απορρίπτει την από 19 Απριλίου 2006 αίτηση, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το από 11.8.2006 υπόμνημα του X1, κρατουμένου στη Δικαστική Φυλακή Χαλκίδος, περί επαναλήψεως της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ΄ αριθμ. 718/2004 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2007. Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ