Αριθμός 424/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου .... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Αποστολάτο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 7531/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Αυγούστου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1494/2006. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 εδ. γ΄ και 5 παρ. 1 περ. Α εδ. δ΄ και 2 του ν. 1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 1968/1991, το πολυμελές πρωτοδικείο ή τριμελές πλημμελειοδικείο συγκροτείται από πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται ένας μόνο πρωτοδίκης του πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς του. Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Π.Δ. απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και ενώπιον του Αρείου Πάγου επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Η ακυρότητα δε αυτή, που συμβαίνει κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του Κ.Π.Δ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ΄ αυτή πρακτικά, στη σύνθεση του Α΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, μετέσχε και η Ειρηνοδίκης Θεσσαλονίκης Μαρία Τσολάκη "επειδή κωλύονται οι λοιποί τακτικοί και αναπληρωματικοί ποινικοί δικαστές, δυνάμει της υπ΄ αριθμ. 51/2006 πράξεως του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Δ/σεως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης". Επομένως νόμιμα εχώρησε η αναπλήρωση ενός πρωτοδίκη με ειρηνοδίκη, κατόπιν της μνημονευόμενης στην ίδια απόφαση πράξεως του διευθύνοντος το ανωτέρω δικαστήριο, η δε μνεία στην ίδια απόφαση, κάτω από το ονοματεπώνυμο της μετασχούσης στη σύνθεση ως άνω Ειρηνοδίκου "κατόπιν κληρώσεως" οφείλεται σε προφανή παραδρομή και δεν προκαλεί καμιά σύγχυση ή αβεβαιότητα, ότι η συμμετοχή εκείνης στη σύνθεση του παραπάνω δικαστηρίου έγινε κατόπιν ορισμού της από το διευθύνοντα το δικαστήριο αυτό. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, προκύπτει ότι η ποινική δίωξη του θεσπιζόμενου απ΄ αυτή εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο προϋποθέτει απλή αίτηση του προϊσταμένου της οικείας οικονομικής υπηρεσίας ΄η του τελωνείου προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών της έδρας τους και όχι την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997, που προβλέπει την ύπαρξη τελεσίδικης αποφάσεως του διοικητικού δικαστηρίου επί ασκηθείσης προσφυγής ή την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής κατά της σχετικής φορολογικής εγγραφής, η οποία αφορά τα χρέη από τα άρθρα 17 και 18 του ν. 2523/1997 και όχι τα χρέη από το άρθρο 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, Επομένως για τη δίωξη του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, δεν απαιτείται η αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του τελωνείου προς τον εισαγγελέα της έδρας του να συνοδεύεται από κεκυρωμένα αντίγραφα α) της οικείας εκθέσεως φορολογικού ελέγχου, β) της καταλογιστικής πράξεως του ένδικου φόρου και γ) των στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, η έλλειψη των οποίων δεν καθιστά την ποινική δίωξη που ασκήθηκε απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, κατά του αναιρεσείοντος ασκήθηκε ποινική δίωξη για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, κατά παράβαση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 2523/1997, μετά την από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης υποβολή προς τον εκεί εισαγγελέα πλημμελειοδικών της από 26.5.2005 αιτήσεως. Για την άσκηση της ποινικής αυτής διώξεως δεν ήταν αναγκαίο η παραπάνω αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης να συνοδεύεται από κεκυρωμένα αντίγραφα : α) της οικείας εκθέσεως φορολογικού ελέγχου, β) της καταλογιστικής πράξεως του ένδικου φόρου και γ) των στοιχείων από τα οποία αποδεικνυόταν η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, αφού η από τον αναιρεσείοντα παραβίαση της προθεσμίας καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, αφορά όχι χρέη από τα άρθρα 17 και 18 του ν. 2523/1997 αλλ΄ από το άρθρο 25 του . 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, για τα οποία δεν ήταν εφαρμοστέα η διαδικασία του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του ν. 2523/1997. Συνεπώς το ως εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με το να μη κηρύξει απαράδεκτη της ασκηθείσας κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 86 παρ. και 2 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού, ελέγχου δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις" που ισχύει από 1.1.1996, καμία χρηματική απαίτηση του δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή, πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια ΔΟΥ ή το αρμόδιο τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Η χρηματική απαίτηση του δημοσίου μετά των συμβιβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Εξάλλου κατά το άρθρο 23 παρ. 7 του ν. 2523/1997 ο χρόνος παραγραφής του αδικήματος (του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997) συμπληρώνεται μετά παρέλευση πενταετίας από την παραγραφή της οφειλής. Η υποβολή αιτήσεως ποινικής διώξεως αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με αυτή για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1γ του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 γ του ν. 2523/1997 κατ΄ εξακολούθηση, ήτοι για χρέη βεβαιωμένα από τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 219.143,49 ευρώ. Ειδικότερα το καταβλητέο εφάπαξ την 30.11.2001, ύψους 180.406,84 ευρώ, χρέος του αναιρεσείοντος βεβαιώθηκε στην ανωτέρω ΔΟΥ την 3.10.2001, ενώ το επίσης εφάπαξ καταβλητέο την 29.10.2004 ύψους 38.736,65 ευρώ, χρέος του αναιρεσείοντος βεβαιώθηκε στην ίδια ΔΟΥ την 29.9.2004. Συνεπώς οι χρηματικές αυτές απαιτήσεις του δημοσίου, μετά και το συνυπολογισμό του χρόνου αναστολής της παραγραφής, που άρχιζε την 26.5.2005, χρόνο υποβολής προς τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης της σχετικής αιτήσεως του προϊσταμένου της παραπάνω ΔΟΥ για την άσκηση κατά του αναιρεσείοντος ποινικής διώξεως και έληγε την 29.5.2006, χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως, παραγράφονταν η μεν πρώτη το έτος 2007, η δε δεύτερη το έτος 2011. Εντεύθεν η παραγραφή της πρώτης από τις επί μέρους πράξεις του εξακολουθούντος εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο συμπληρώνεται το έτος 2012 (2007 + 5), ενώ της δεύτερης μερικότερης πράξεως το έτος 2016 (2011 + 5). Συνεπώς κατά την 29.5.2006, που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καμία από τις μερικότερες πράξεις του εν λόγω εγκλήματος δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή, όπως δέχθηκε και το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3, 112 του Π.Κ. και 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 7 του ν. 2523/1997, ο δε από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του Κ.Π.Δ. τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή με την αντικατάσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 από το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 ποινικοποιήθηκε από 11.9.1997 η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους πλην ιδιωτών, που εισπράττονται από τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες και τα τελωνεία. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τρίτοι τυγχάνουν τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι επιχειρήσεις και οι οργανισμοί του ευρύτερου δημόσιου τομέα, προς τους οποίους η καθυστέρηση καταβολής χρεών δεν ήταν πριν από την 11.9.1997 αξιόποινη. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για καθυστέρηση καταβολής προς το δημόσιο χρεών βεβαιωμένων στην αρμόδια ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, συνολικού ποσού 219,273,94 ευρώ. Για να στηρίξει το δικαστήριο την καταδικαστική του κρίση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ως διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας "BONUS Α.Ε. ΕΚΔΟΣΕΙΣ", καθυστέρησε πέραν των τεσσάρων μηνών την καταβολή α) στις 3.4.2002 χρέους 180.406,84 ευρώ, που αφορούσε την επιστροφή επιχορηγήσεως (ν. 1892/90), χορηγηθείσας στην άνω εταιρία από τον ΕΟΜΜΕΧ, το οποίο βεβαιώθηκε από τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 3.10.2001 και έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ την 30.11.2001 και β) στις 2.3.2005 χρέους 38.736,65 ευρώ, που αφορούσε οφειλές του προς το Ταμείο Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Αθηνών (ΤΑΤΤΤΑ) το οποίο βεβαιώθηκε από τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης στις 29.9.2004 και έπρεπε να καταβληθεί εφάπαξ στις 29.10,.2004. Ακόμη δέχθηκε ότι ο ΕΟΜΜΕΧ καθώς και το ΤΑΤΤΑ που είναι ΝΠΔΔ δεν είναι ιδιώτες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, αλλά τρίτος υπέρ των οποίων εισπράττονται από το Δημόσιο τα οφειλόμενα σ΄ αυτούς ανωτέρω ποσά. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ότι συνιστά την από το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 προβλεπόμενη και τιμωρούμενη αξιόποινη πράξη, η εκ μέρους του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου καθυστέρηση καταβολής του ανεχόμενου στο ποσό των 180.406,84 ευρώ παραπάνω χρέους προς τον ΕΟΜΜΕχ, που αποτελεί οργανισμό κοινωφελούς χαρακτήρα, υπαγόμενος την εποπτεία του Υπουργείου Βιομηχανίας και Ενέργειας και επιχορηγούμενο για την εξυπηρέτηση των σκοπών του από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου αυτού (άρθρα 1 και 3 παρ. 1 στοιχ. γ΄ ν. 707/1977) και δεν συγκαταλέγεται στους ιδιώτες όπως και το Ταμείο Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Αθηνών (ΤΑΤΤΑ), που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και προδήλως μόνο σ΄ αυτό αναφέρεται το αρκτικόλεξο "ΝΠΔΔ", δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997 καθώς και τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 707/1977. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του Κ.Π.Δ. τέταρτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων παραπάνω εκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή για την περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για ορισμένο έγκλημα και ακολουθήσει άσκηση για το ίδιο νέας ποινικής διώξεως, ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας δεν περιέχει ρητή ρύθμιση για την εντεύθεν εκκρεμοδικία και την τύχη της δεύτερης ποινικής διώξεως. Όμως με ανάλογη εφαρμογή των όσων ορίζει το άρθρο 57 παρ. 3 του Κ.Π.Δ. για το δεδικασμένο πρέπει αν η προηγηθείσα ποινική δίωξη έχει κριθεί οριστικά, όχι όμως και αμετάκλητα, η δεύτερη να κηρύσσεται απαράδεκτη, άλλως ιδρύεται με την εκδίκαση της δεύτερης κατηγορίας ο λόγος αναιρέσεως της υπερβάσεως εξουσίας, με την αρνητική της μορφή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε την 29.5.2006, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για το ότι στη Θεσσαλονίκη, κατά το διάστημα από 3.4.2002 μέχρι 2.3.2005 κατ΄ εξακολούθηση δεν κατέβαλε εγκαίρως χρέη προς το δημόσιο και συγκεκριμένως ενώ είχαν βεβαιωθεί από τη ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης σε βάρος της εταιρίας "BONUS A.E. ΕΚΔΟΣΕΙΣ", της οποίας ήταν διευθύνων σύμβουλος, χρέη συνολικού ποσού 219.143,49 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτά εμπροθέσμως. Περαιτέρω από το επιτρεπτώς επισκοπούμενο, για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, αντίγραφο της υπ΄ αριθμ. 41.925/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί την 2.7.2001 προκύπτει ότι, αφενός μεν παύθηκε οριστικά, λόγω παραγραφής, η ασκηθείσα σε βάρος του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη, για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 1 του α.ν. 86/1967), που οφείλονταν απ΄ αυτόν προς το Ταμείο Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Αθηνών (ΤΑΤΤΑ) κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Μάϊο 1994 μέχρι 7.6.1996, αφετέρου δε ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 1 του α.ν. 86/1967), οφειλόμενων απ΄ αυτόν στο ΤΑΤΤΑ από 8.6.1996 μέχρι Νοέμβριο 1997. Κατά συνέπεια η πράξη της παραβάσεως του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, για την οποία ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος η προγενέστερη ποινική δίωξη είναι διαφορετική από την πράξη της παραβάσεως του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, για την οποία αυτό κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν κήρυξε απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, λόγω εκκρεμοδικίας, δεν υπερέβη την εξουσία του και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοι. Η΄ του Κ.Π.Δ. πέμπτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1.8.2006 αίτηση του .... , για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 7531/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2007.. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ