Αριθμός 380/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ-(ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ) Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Κωνσταντίνο Κούκλη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 και 22 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου ...., κρατουμένου στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού, ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο με τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Χριστίνα Τσαμπάζη και Χαρίκλεια Θεοφανίδου, κατά της υπ΄αριθμ. 49/2006 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας της Κολωνίας Γερμανίας, σε βάρος του εκζητουμένου και την προσαγωγή αυτού στην αρμόδια Γερμανική αρχή. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 163/8-12-2006 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ΄ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Αθηνών, ....και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1976/2006. Προκειμένης συζητήσεως Αφού άκουσε τις πληρεξούσιες δικηγόρους του εκκαλούντος-εκζητουμένου, που ζήτησαν να γίνει δεκτή η έφεσή του και να μην εκδοθεί και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: α) να ανακληθεί κατ΄ άρθρ. 548 ΚΠΔ η υπ΄ αριθ. 124/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου και β)να απορριφθεί κατ΄ ουσίαν η υπό κρίση έφεση. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή η υπό κρίση έφεση κατά της υπ' αριθμ. 49/2006 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεσή του, με βάση το υπ' αριθμ. 502 Gs 2935/96 ένταλμα συλλήψεως του Δικαστή του Ειρηνοδικείου της Κολωνίας, εκδοθέντος υπ' αριθμ. 24 AR 38/96 (105 Js 3095)/31.10.2005 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως του Προϊσταμένου της Εισαγγελίας της Κολωνίας, κατά του εκκαλούντος ....., προς άσκηση κατ' αυτού ποινικής διώξεως για παράβαση των άρθρων 1 εδ. 1, 3 εδ. 1 αρ. 1, 29 εδ. 1 αριθμ. 1 και 3 αριθμ. 1, 30Α εδ. 1 του νόμου περί ναρκωτικών και 52 και 53 του ποινικού κώδικα της Γερμανίας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Επειδή από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκκαλών και οι παραστάσες συνήγοροι αυτού προφορικά στο ακροατήριο, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Με την εκκαλούμενη απόφασή του, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αποφάσισε την εκτέλεση του υπ' αριθμ. 24 AR 38/96 (105 Js 3095)/31.10.2005 ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, που εκδόθηκε, με βάση το υπ' αριθμ. 502 Gs 2935/96 ένταλμα του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Κολωνίας, από τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας της Κολωνίας της Γερμανίας, εναντίον του εκκαλούντος...... Αυτός την 13.11.2006 φυλακίσθηκε, προκειμένου να εκδοθεί στις γερμανικές αρχές, με την υπ' αριθμ. ΕΚΔ 2405/ΦΕ 5759/13.11.2006 παραγγελίας του Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών και κρατείται μέχρι και σήμερα στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού. Το εν λόγω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδόθηκε προκειμένου να ασκηθεί κατά του εκκαλούντος ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις α) της κατά μήνα Απρίλιο 1994 οργανώσεως με δύο χωριστά διωκόμενους τούρκους υπηκόους μεταφοράς 112 κιλών ηρωΐνης, που θα επραγματοποιείτο από την Τουρκία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μέσω Ρουμανίας και β) της κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου - Μαΐου 1995 οργανώσεως με άλλους συναυτουργούς μεταφοράς 25 κιλών ηρωΐνης, που θα μεταφερόταν μέσω Ιταλίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Οι πράξεις αυτές, χαρακτηριζόμενες από το Γερμανικό Δίκαιο ως "επαγγελματικό εμπόριο ναρκωτικών σημαντικής ποσότητος, τελούμενο από σπείρα", προβλέπονται και τιμωρούνται από τα άρθρα 1 εδ. 1, 3 εδ. 1 αρ. 1, 29 εδ. 1 αριθμ. 1 και 3 αριθμ. 1, 30Α εδ. 1 του νόμου περί ναρκωτικών ουσιών και 52 και 53 του ποινικού κώδικα της Γερμανίας, με στερητική της ελευθερίας ποινή, η μέγιστη διάρκεια της οποίας ανέρχεται σε δέκα πέντε έτη. Το ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως περιέχει όλα τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ν. 3251/2004 στοιχεία, δεν αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, αφορά πράξεις για τις οποίες έχει εκδοθεί τούτο, που τιμωρούνται στο κράτος εκδόσεως αυτού, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον τριών ετών, οπότε είναι σύμφωνο με το άρθρο 10 παρ. 2 περ. ε΄ του ίδιου νόμου και δεν συντρέχει καμία από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 11 και 12 του ίδιου νόμου περιπτώσεις απαγορεύσεως της εκτελέσεως ή δυνατότητας να απαγορευθεί η εκτέλεσή του, για τις προαναφερόμενες πράξεις, οι οποίες έχουν τελεσθεί στην εκδώσασα αυτό χώρα την Γερμανία, που είναι κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αφού ως τόπος τελέσεως της πράξεως θεωρείται όχι μόνο ο τόπος όπου ο υπαίτιος διέπραξε ολικά ή μερικά την αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη αλλά και εκείνος, όπου επήλθε ή σε περίπτωση απόπειρας έπρεπε κατά την πρόθεση του υπαιτίου να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα και για τις οποίες πράξεις επιτρέπεται η εκτέλεση του επίμαχου εντάλματος και δη χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, εφόσον αυτές περιλαμβάνονται στο άρθρο 10 παρ. 2 στοιχ. ε΄ του παραπάνω νόμου 3251/2004. Και ναι μεν ο νόμος EuHbG της 21.7.2004, με βάση τον οποίο εκδόθηκε από τις γερμανικές αρχές το ως άνω ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως κατά του εκκαλούντος, κηρύχθηκε άκυρος (αντισυνταγματικός) με την υπ' αριθμ. 2BvR 2236/2004 της 18.7.2005 απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, πλην κατά την 13.11.2006, χρόνο υποβολής της σχετικής αιτήσεως για εκτέλεση στην Ελλάδα του εν λόγω εντάλματος, ίσχυε στη Γερμανία (από 2.8.2006) ο νέος νόμος, περί εφαρμογής της αποφάσεως - πλαίσιου, σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως και τη διαδικασία παραδόσεως μεταξύ των κρατών - μελών, ώστε η πιο πάνω εκζητούσα χώρα να μην θεωρείται ότι δεν έχει εναρμονισθεί με την απόφαση - πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και να αποκλείεται η εφαρμογή του ν. 3251/2004 για την εκτέλεση του ως άνω εντάλματος (άρθρο 39 παρ. 2 του ν. 3251/2004). Επομένως ο πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση εφέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων παραπάνω εκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω με τον τρίτο και πέμπτο λόγους της κρινόμενης εφέσεως, όπως αυτοί εκτιμώνται από το Συμβούλιο, παραπονείται ο εκκαλών, ότι το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο έσφαλε με το να αποφασίσει την εκτέλεση του εναντίον του εκδοθέντος ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, αφού οι πράξεις, για τις οποίες εκδόθηκε τούτο, είχαν τελεσθεί εν μέρει σε ελληνικό έδαφος και αυτός είχε παραπεμφθεί στο ακροατήριο του 11ου Κακουργοδικείου Κωνσταντινουπόλεως προκειμένου να δικασθεί για τις πράξεις αυτές κατά τη δικάσιμο της 14.2.2007. Οι ως άνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι δεν αποδεικνύεται, ότι οι πράξεις για τις οποίες έχει εκδοθεί το επίμαχο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως κατά του εκκαλούντος τελέσθηκαν, σύμφωνα με τον ελληνικό ποινικό νόμο, στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, ούτε ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις στην Τουρκία, ώστε να μπορεί να απαγορευθεί από την αιτία αυτή η εκτέλεση του εναντίον του εκδοθέντος ως άνω ευρωπαϊκού εντάλματος. Τέλος ο έκτος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών προβάλλει ότι το Συμβούλιο Εφετών όχι νόμιμα αποφάσισε την εκτέλεση του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, γιατί θα στερηθεί της ελευθερίας του στο έδαφος του εκζητούντος Κράτους, με την εκτέλεση σε βάρος του της επιβληθείσης από το Πρωτοδικείο του Offenburg ποινής για προγενέστερη διαφορετική πράξη, από εκείνες για τις οποίες έχει εκδοθεί κατ' ουσίαν το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν πιθανολογείται, ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν θα τηρήσει τις υποχρεώσεις της, από την ενσωματωθείσα στην έννομη τάξη της υπ' αριθμ. 2002/584/ΔΕΥ της 13.6.2002 απόφαση - πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στην οποία καθιερώνεται η αρχή της ειδικότητας και ότι ενώ ζητάει την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως, που εκδόθηκε σε βάρος του εκκαλούντος για πράξεις εμπορίας ναρκωτικών ουσιών σημαντικής ποσότητας τελούμενης κατ' επάγγελμα από συμμορία, θα του στερήσει την ελευθερία του για διαφορετική πράξη, που τελέσθηκε πριν από τις προαναφερόμενες πράξεις. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως προς έρευνα, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8.12.2006 έφεση του ....κατά της υπ' αριθμ. 49/2006 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ