Αριθμός 208/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μιχαήλ Δέτση, Γρηγόριο Μάμαλη, Αιμιλία Λίτινα και Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέας Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Περσίδου, για αναίρεση της με αριθμό 72.697/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 466/2006. Αφού άκουσε την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και να κηρυχθεί απαράδεκτος η ασκηθείσα ποινική δίωξη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Kατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικαταστάθηκε με το ν.δ. 1325/72), "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. α΄ του ν. 2408/1996, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, προστέθηκε στο άρθρο 79 του ν. 5960/1933, όπως αυτό ισχύει μετά την παραπάνω αντικατάστασή του, παράγραφος 5, κατά την οποία η ποινική δίωξη (του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Σε σχέση με την υποβολή της έγκλησης, καθόσον αφορά την παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/33, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 Κ.Ποιν.Δ., στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα, πρέπει, να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της έγκλησης. ΙΙ. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. 174/1963, ορίζεται ότι "η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίω και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το καταστατικόν δύναται να ορίσει, ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν, εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις". Το άρθρο 22 του ίδιου Νόμου ορίζει στην παρ. 1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν' αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρείας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 2339/95, "το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα, για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Οι διατάξεις αυτές του ν. 2190, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή, καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, το εκπροσωπεί στα δικαστήρια, και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Ως τέτοιο όργανο ορίζεται [18 παρ. 1] το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο [22 παρ. 1] είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Εξάλλου, οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 2 και 22 παρ. 3 του άνω ν. 2190, που αλληλοσυμπληρώνονται, ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ΑΕ, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση μία από αυτές τις διατάξεις. Το άρθρο 18 παρ. 2 αναφέρεται αποκλειστικά στην εξουσία εκπροσώπησης της ΑΕ. Επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρίας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 περιλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής της τόσο τις πράξεις διαχείρισης όσο και την εκπροσώπηση της εταιρείας. Αντίθετα, όμως, προς το άρθρο 18 παρ. 2 το οποίο συνιστά ειδική πρόβλεψη με την οποία το καταστατικό προβαίνει σε συγκεκριμένο καθορισμό προσώπων που κατονομάζονται, στην περίπτωση του άρθρου 22 παρ. 3 το καταστατικό προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το Δ.Σ. μεταβίβαση της εξουσίας του. Η μεταβίβαση αυτή κατά το άνω άρθρο 22 παρ. 3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο, και όχι μόνο προς μέλη του Δ.Σ. ή διευθυντές της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας [ΟλΑΠ 1096/76]. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου αλλά ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ προβλεπόμενης αντίστοιχα πληρεξουσιότητας ή εντολής. Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρείας δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνήσιου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ. όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο Ανώνυμης Εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο πρόσωπο, ως προς το οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παρ. 2 ή 22 παρ. 3 του ν. 2190/20 να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, που περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή, των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ. 1 εδ. γ΄ Κ.Ποιν.Δ. Τα ίδια ισχύουν και για την κατά το άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 2721/1999, δήλωση του δικαιούμενου σε έγκληση, ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, κατά του οποίου, αρχικά, η δίωξη αυτή είχε ασκηθεί αυτεπαγγέλτως, αφού η εν λόγω δήλωση ισοδυναμεί (προσομοιάζει ουσιαστικά) με την υποβολή έγκλησης. (ΟλΑΠ 6/2006 ΠραξΛογΠΔ 2006.232) ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα του βασίμου του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη 72697/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, σε ποινή φυλακίσεως 30 μηνών και χρηματική ποινή 14.000 ευρώ για παράβαση του νόμου "περί επιταγών (άρθρο 79 Ν.5960/33), κατ' εξακολούθηση. Η κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για την πιο πάνω πράξη έκδοση της επίμαχης ακάλυπτης επιταγής ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος μετά από έγκληση που υπέβαλε η κομίστρια των επιταγών ΑΕ με την επωνυμία "ΠΟΥΛΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕΒΕ.". Με το από 28-7-1999 έγγραφο, το οποίο υπέγραψε και εγχείρισε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο δικηγόρος Παναγιώτης Μουντζουρώνης κατόπιν σχετικής αποφάσεως και εντολής του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρίας. Υπογράφει δε την έγκληση αυτή ως "πληρεξούσιος δικηγόρος". Επισυνάπτεται στην έγκληση αυτή απόσπασμα πρακτικού συνεδριάσεως του ΔΣ της πιο πάνω εταιρίας με το οποίο το ΔΣ αποφασίζει "να εξουσιοδοτηθεί ο δικηγόρος Αθηνών Παναγιώτης Κ. Μαντζουρώνης όπως υποβάλλει τις από 28-7-1999 μηνύσεις της εταιρίας", το οποίο υπογράφεται μόνο από τον πρόεδρο του ΔΣ αυτού ....., χωρίς τη βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του, ενώ λείπουν οι υπογραφές των λοιπών μελών του ΔΣ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το καταστατικό της πιο πάνω εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας, που έχει δημοσιευθεί στο 1918/2-7-1987 ΦΕΚ τεύχος Δ', δεν υπάρχει πρόβλεψη σ' αυτό περί μεταβιβάσεως από το Δ.Σ. της εξουσίας εκπροσωπήσεως της εταιρίας (κατ' άρθρο 22 παρ.3 του Ν. 2190/1920, όπως ισχύει), ούτε αναφέρεται ότι συγκεκριμένος δικηγόρος δεσμεύει και εκπροσωπεί την εταιρία .Με τα δεδομένα αυτά, είναι φανερό, σύμφωνα και με όσα έχουν αναπτυχθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος ενήργησε ως απλός εντολοδόχος του ΔΣ της ΑΕ για την εκτέλεση της συγκεκριμένης πράξης που του ανατέθηκε, και όχι ως υποκατάστατος του ΔΣ αυτής (ως όργανο εκπροσώπησης της ΑΕ). Επομένως ήταν αναγκαίο το εξουσιοδοτικό προς αυτόν έγγραφο, που υποβλήθηκε μαζί με την έγκληση να φέρει τις υπογραφές όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας και βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής τους από Αρχή ή δικηγόρο ,κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. Τέτοια βεβαίωση δεν υπάρχει και επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε ελλείπουν οι υπογραφές των μελών του ΔΣ (πλην της υπογραφής του προέδρου). Ενόψει αυτών καθίσταται σαφές ότι η έγκληση δεν υποβλήθηκε νομοτύπως η δε ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για την εν λόγω πράξη ήταν απαράδεκτη. Συνεπώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με το να προχωρήσει στην κατ΄ ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου υπερέβη την εξουσία του και, πρέπει, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ του Κ.Ποιν.Δ. πρόσθετου λόγου αναιρέσεως, που παραδεκτά προτείνεται, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και στη συνέχεια να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα κατά του αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 ν. 5960/1933, σύμφωνα με το άρθρο 517 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. (ΑΠ 628/2005 ΠοινΛογ2005.571) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 72697/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και, Κηρύσσει απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά του ..... ποινική δίωξη, για παράβαση του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 κατ΄ εξακολούθηση, πράξη που φέρεται απ΄ αυτόν τελεσθείσα στην ... στις 25/4/1999 και στην ... στις 25-5-1999 και στις 22-6-1999 , σε βάρος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΠΟΥΛΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕΒΕ" . Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2007. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουάριου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ