ΑΡΙΘΜΟΣ 560/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πολύκαρπο Βούλγαρη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κιτρίδη - Εισηγητή και Ηρακλή Κωνσταντινίδη, Αρεοπαγίτες. Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου. Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Φεβρουαρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ΄ αριθμ. 733/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Μαϊου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 968/2006. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος - Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή με αριθμό 16/5.1.07, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω στο Δικαστήριό σας την προκειμένη ποινική δικογραφία και εκθέτω τα εξής: Ι. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 2915/2005 βούλευμα παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τον κατηγορούμενο Χ1, για να δικαστεί ως υπαίτιος ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ΄εξακολούθηση, κατ΄επάγγελμα και συνήθεια, από την οποία το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ (βλ. βούλευμα). ΙΙ. Κατά του παραπεμπτικού αυτού βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε την 504/2005 έφεση, όμως το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, παρά την αντίθετη πρόταση του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών, με το 733/2006 βούλευμα απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το παραπεμπτικό βούλευμα (βλ. βούλευμα). ΙΙΙ. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε νομοτύπως στον κατηγορούμενο στις 28-4-2006 (βλ. σχετικό αποδεικτικό). Στις 8-5-2006, ημέρα Δευτέρα, εμφανίσθηκε στον αρμόδιο υπάλληλο του Εφετείου Αθηνών ο κατηγορούμενος και δήλωσε ότι ασκεί αναίρεση κατά του 733/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και έτσι συντάχθηκε η με αριθμό 62/8-5-2006 έκθεση αναίρεσης, στην οποία αναφέρονται ως λόγοι αναίρεσης με τρόπο σαφή και ορισμένο η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η απόλυτη ακυρότητα και η αρνητική υπέρβαση εξουσίας (άρθρα 484 παρ. 1δ, α΄ και στ΄ ΚΠΔ). Η αναίρεση αυτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ουσιαστικά γιατί πρόκειται για ένδικο μέσο που ασκήθηκε εμπροθέσμως και νομοτύπως, από διάδικο που είχε το σχετικό δικαίωμα, αφού, παραπέμπεται για κακούργημα (άρθρα 462, 463, 473, 474, 482 παρ. 1α ΚΠΔ). IV. Η κατηγορία για την οποία παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ο αναιρεσείων με το πρωτόδικο βούλευμα συνίσταται στο ότι: "Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 1998 έως Μάρτιο 1999 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος και ενεργώντας με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα ενεργώντας με πειθώ, προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στην Χ2 την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα με συνολικό σκοπούμενο όφελος και συνολικά προξενηθείσα ζημία άνω των 15.000 ΕΥΡΩ σε βάρος της περιουσίας των Ψ1, Ψ2, Ψ3 και Ψ4, στην δε πράξη του αυτή προέβη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια το δε σκοπούμενο από τον ίδιο και την Χ2 περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία των ανωτέρω παθόντων προσώπων υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω αναφερόμενο τόπο; ενεργώντας με πειθώ, παραινέσεις και φορτικότητα προκάλεσε στην Χ2, εκμεταλλευόμενος την ερωτική σχέση που διατηρούσε μαζί της και με την υπόσχεση οικονομικών ανταλλαγμάτων και κατευθύνοντας τις ενέργειες της με οδηγίες και συμβουλές, την απόφαση: 1. Κατά το ειδικότερο χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 1999 έως 19.3.1999 να παραστήσει στον Ψ1 τα παρακάτω ψευδή γεγονότα εν γνώσει της ότι είναι ψευδή, και δη ότι είναι ειδική σύμβουλος του Υπουργού Οικονομικών, ότι ασχολείται με χρηματικές επενδύσεις, σε αγοραπωλησίες ακινήτων και συμμετέχει και υπερθεματίζει σε αναγκαστικούς πλειστηριασμούς ακινήτων, ότι έχει διασυνδέσεις στον πολιτικό και επιχειρηματικό κόσμο και για τους λόγους αυτούς έχει τη δυνατότητα να επενδύσει με ασφάλεια τα χρήματα που θα της έδιδε και με τρόπο που θα του εξασφάλιζε σταθερή απόδοση, ότι έχει τη δυνατότητα να υπερθεματίσει για λογαριασμό του σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ακινήτου (εμπορικού καταστήματος) στην οδό ..... , αντί του ποσού των 30.000.000 δραχμών, του οποίου όμως η πραγματική αξία είναι πολύ μεγαλύτερη ότι τέλος και άλλα άτομα του επιχειρηματικού κόσμου, όπως οι .... ιδιοκτήτης του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών, Ψ3, εφοπλιστής και Ψ2, ναυτικός πράκτορας επένδυσαν με επιτυχία τα χρήματα τους στις πιο πάνω δραστηριότητες της και να πείσει έτσι τον ανωτέρω να της καταβάλει τον Ιανουάριο 1995, 5.000.000 δρχ. προκειμένου δήθεν να τα επενδύσει εκείνη και την 19.3.1999, 9.800.000 δρχ. προκειμένου να υπερθεματίσει εκείνη στο δημόσιο πλειστηριασμό του πιο πάνω ακινήτου, με σκοπό να αποκομίσει η Χ2 και ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη της περιουσίας του ανωτέρω παθόντος, να αποδώσει στον παθόντα μόνο το ποσό των 3.600.000 δρχ. και να κρατήσει το υπόλοιπο των 11.200.000 δραχμών, βλάπτοντας έτσι την περιουσία του παθόντος κατά το ποσό αυτό. 2. Κατά το ειδικότερο χρονικό διάστημα από Ιούνιο 1998 έως Μάρτιο 1999 να παραστήσει εν γνώσει της ψευδώς στον Ψ2 ότι ασχολείται με μεσιτικές και χρηματιστηριακές επενδύσεις, ιδιαίτερα επωφελείς, με τη συνδρομή και του Προέδρου της...... , ο οποίος διαχειρίζεται κεφάλαια γνωστών επιχειρηματιών και κυβερνητικών παραγόντων, προσέτι δε ότι είναι σύμβουλος και προσωπική φίλη του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ....., με πολλές γνωριμίες και προσβάσεις και σε άλλα Υπουργεία, καθώς και στην Πρεσβεία της Ελλάδος στο Ναϊρόμπι Κένυας, ότι ασχολείται με πλειστηριασμούς ακινήτων οφειλετών του Δημοσίου, αντλώντας τις απαιτούμενες γι'αυτά πληροφορίες λόγω των ως άνω διασυνδέσεων της με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και ότι μέσω του θείου της και συμβολαιογράφου Αθηνών Σ1 μπορεί να λάβει μέρος ως πληρεξουσίου του μηνυτή σε πλειστηριασμούς τέτοιων ακινήτων, πλειδοτώντας σε ιδιαίτερα χαμηλές και συμφέρουσες τιμές και με τις παραπάνω παραστάσεις, οι οποίες ήταν ψευδείς καθόσον ούσα ιδιωτική υπάλληλος η Χ2, ουδεμία σχέση είχε με μεσιτικές και χρηματιστηριακές επενδύσεις, ούτε συνεργαζόταν με τον Πρόεδρο της ..... και ουδέποτε υπήρξε σύμβουλος και προσωπική φίλη του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ......, ούτε προσβάσεις είχε στο εν λόγω και άλλα Υπουργεία, καθώς επίσης ουδέποτε ασχολήθηκε με πλειστηριασμούς ακινήτων οφειλετών του Δημοσίου, ούτε ήταν ανηψιά του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ1, να παραπλανήσει τον Ψ3, ο οποίος ενδιαφερόταν για επωφελείς επενδύσεις στο Χρηματιστήριο και για την αγορά ακινήτων σε πλειστηριασμούς με χαμηλές και συμφέρουσες τιμές και να τον πείσει να της καταβάλει το ποσό των 38.850.000 δραχμών για επωφελείς δήθεν επενδύσεις και προκειμένου να κατακυρωθούν δήθεν στο όνομα του σε δήθεν συμφέρουσες τιμές ένα οικόπεδο στο .... , ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία επί της οδού .... ένα διαμέρισμα σε πολυκατοικία επί της οδού ....και μία μονοκατοικία στην .....4. Κατά το ειδικότερο χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο 1998 έως Φεβρουάριο 1999 να παραστήσει, εν γνώσει της, ψευδώς στον Ψ4, ότι είναι σύμβουλος και προσωπική φίλη του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ....., με πολλές γνωριμίες και προσβάσεις και σε άλλα Υπουργεία, ότι ασχολείται με πλειστηριασμούς ακινήτων οφειλετών του Δημοσίου, αντλώντας τις απαιτούμενες γι'αυτά πληροφορίες λόγω των ως άνω διασυνδέσεων της με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και ότι μέσω του θείου της και συμβολαιογράφου Αθηνών Σ1, μπορεί να λάβει μέρος πληρεξούσια του σε πλειστηριασμούς τέτοιων ακινήτων, πλειοδοτώντας σε ιδιαίτερα χαμηλές και συμφέρουσες τιμές και με τις παραπάνω παραστάσεις, οι οποίες ήταν εξ ολοκλήρου ψευδείς, καθόσον αυτή ούσα ιδιωτική υπάλληλος ουδέποτε υπήρξε σύμβουλος και προσωπική φίλη του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ....., ούτε προσβάσεις είχε στο εν λόγω και άλλα Υπουργεία, καθώς επίσης ουδέποτε ασχολήθηκε με πλειστηριασμούς ακινήτων οφειλετών του Δημοσίου, ούτε ήταν ανηψιά του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ1, να παραπλανήσει τον Ψ4, ο οποίος ενδιαφερόταν για την αγορά ακινήτου σε πλειστηριασμό με χαμηλή και συμφέρουσα τιμή και να τον πείσει να της καταβάλει το ποσό των 23.373.000 δραχμών, ως προκαταβολή, προκειμένου να κατακυρωθεί δήθεν στο όνομα του μία μονοκατοικία 350 τμ επί της οδού ..... , πράξεις (ανωτέρω υπ' αρ. 1, 2 3 και 4) τις οποίες αυτή και τελικά ως ανωτέρω επακριβώς περιγράφονται και τελικά τέλεσε. Με την ως άνω απατηλή συμπεριφορά της η Χ2 έβλαψε ως άλλωστε επιδίωκε, τόσο αυτή, όσο και ο κατηγορούμενος που της προκάλεσε την απόφαση να τελέσει τις πράξεις αυτές την περιουσία των Ψ1, Ψ2, Ψ3 και Ψ4, κατά τα αντίστοιχα για καθένα ποσά των 11.200.000 , 13.750.000, 38.850.000 και 23.373.000 δρχ., αποκομίζοντας έτσι η ίδια ως αυτουργός και ο κατηγορούμενος ως ηθικός αυτουργός παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση τα 5.000.000 δρχ. και επιφέροντας αντίστοιχη ζημία στην περιουσία των ανωτέρω προσώπων, ενώ από την επανειλημμένη τέλεση της συγκεκριμένης πράξης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι προβαίνει στην τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος με σκοπό να πορισθεί εισόδημα προς βιοπορισμό και σταθερή ροπή του στη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος της απάτης, ως στοιχείου της προσωπικότητας του. V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του Π.Κ., "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημιά που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Και κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του Κώδικα, όπως έχει αντικατασταθεί (τελευταία) με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 "επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, 1) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) Ευρώ (ή των 5.000.000 δρχ.) ή β') αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) Ευρώ (ή των 25.000.000 δρχ.)". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτείται η πρόκληση και επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου προσώπου, με σκοπό την απόκτηση παράνομου περιουσιακού οφέλους του υπαίτιου ή τρίτου, η οποία επιτυγχάνεται με την παραπλάνηση του άλλου, δια της εν γνώσει παραστάσεως ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή της αθέμιτης απόκρυψης ή παρασιώπησης αληθινών γεγονότων. Η παραπλάνηση δηλαδή του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση) που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς δια παραλείψεως, την παράλειψη δηλαδή ανακοινώσεως αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοινώσεως, από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου. Το πρόσωπο του παραπλανήσαντος, δεν είναι αναγκαίο να ταυτίζεται με εκείνο του ωφεληθέντoς, ούτε το πρόσωπο του παραπλανηθέντος με εκείνο του ζημιωθέντος. Το έγκλημα της απάτης, προσλαμβάνει το χαρακτήρα κακουργήματος, όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και επί πλέον το συνολικό όφελος ή συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη των 5.000 Ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι μεγαλύτερη των 73.000 Ευρώ. Eξάλλου κατά το άρθρο 46 παρ. 1 περ. α' του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται ηθελημένη, με οποιονδήποτε τρόπο, πρόκληση και παραγωγή αποφάσεως από κάποιον σε άλλον για διάπραξη ορισμένης άδικης πράξης και ο άλλος (: αυτουργός) να διαπράξει την άδικη πράξη την οποία αποφάσισε κατά τον ανωτέρω τρόπο. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες κρίθηκε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει το παραπεμπτικό βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτό ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το συμβούλιο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση του.(ΑΠ 1069/2003). VI. Προκειμένου το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών να απορρίψει την έφεση, παρά την αντίθετη Εισαγγελική πρόταση δέχθηκε ότι από τη συνεκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου καθώς, επίσης, και όλα τα υπομνήματα της εγκαλούσης και κατηγορουμένου,προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ'αριθμ. 56512001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμπονται ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών οι 1) Χ2 (εγκαλούσα στην υπό κρίση υπόθεση) και β) Χ3 για να δικασθούν ως υπαίτιες του ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιανουάριο 1999 μέχρι την 19-3-1999 παρέστησαν από κοινού στον εκεί εγκαλούντα Ψ1 τα εξής ψευδή γεγονότα τελούσες εν γνώσει της αναληθείας με σκοπό να αποκομίσουν περιουσιακό όφελος και ειδικότερα : ότι η πρώτη τούτων Χ2 είναι ειδική σύμβουλος του Υπουργού Οικονομικών, ότι ασχολείται με χρηματιστηριακές επενδύσεις σε αγοραπωλησίες ακινήτων, ότι συμμετέχει και υπερθεματίζει σε αναγκαστικούς πλειστηριασμούς ακινήτων, ότι έχει διασυνδέσεις στον πολιτικό και επιχειρηματικό κόσμο και για τους λόγους αυτούς έχει τη δυνατότητα να επενδύσει με ασφάλεια τα χρήματα, που θα της έδιδε και ότι έχει τη δυνατότητα να υπερθεματίζει, για λογαριασμό του, σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ακινήτου (εμπορικού καταστήματος), στην οδό .... αντί του ποσού των 30.000.000 δραχμών, του οποίου, όμως, η πραγματική αξία είναι πολύ μεγαλύτερη. Έτσι έπεισαν τον ανωτέρω εγκαλούντα, να τους καταβάλει τελικώς το ποσό των 11.200.000 δραχμών, το οποίο ιδιοποιήθηκαν αμφότερες παρανόμως. Οι κατηγορούμενες δε είναι πρόσωπα που διαπράττουν απάτες κατ΄ επάγγελμα και το συνολικό ποσό οφέλους ζημίας υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ. Εξάλλου, με το υπ΄ αριθμ. 5077|2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμπονται οι ίδιες κατηγορούμενες Χ3 και Χ2 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για να δικασθούν ως υπαίτιες του, ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Ιουνίου 1998 έως του μηνός Μαρτίου 1999, εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς αμφότερες στους εγκαλούντες Ψ2 και Ψ3, ότι συνεργάζονται και ασχολούνται με μεσιτικές εργασίες και χρηματιστηριακές επενδύσεις, ιδιαίτερα επωφελείς με τη συνδρομή και του Προέδρου της ..... ο οποίος διαχειρίζεται κεφάλαια γνωστών επιχειρηματιών και κυβερνητικών παραγόντων, προσέτι δε ότι η δεύτερη τούτων Χ2 είναι σύμβουλος και προσωπική φίλη του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ..... με πολλές γνωριμίες και προσβάσεις και σε άλλα Υπουργεία καθώς και στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Ναϊρόμπι Κέννυας. Ότι ασχολείται με πλειστηριασμούς ακινήτων οφειλετών του Δημοσίου, αντλώντας στις απαιτούμενες γι΄ αυτά πληροφορίες, λόγω των ως άνω διασυνδέσεων της, με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και ότι, μέσω του θείου της και συμβολαιογράφου Αθηνών Σ1, μπορεί να λάβει μέρος ως πληρεξούσια των μηνυτών σε πλειστηριασμούς τέτοιων ακινήτων, πλειοδοτώντας σε ιδιαίτερα χαμηλές και συμφέρουσες τιμές. Πεισθέντες οι ανωτέρω παθόντες κατέβαλαν στις κατηγορούμενες, ο μεν Ψ2 το ποσό των 3.750.000 δραχμών προκειμένου να κατακυρωθεί δήθεν στο όνομα του ένα ακίνητο (διαμέρισμα) επί της οδού ..... κειμένης πολυκατοικίας, ο δε Ψ3 το ποσό των 38.850.000 δραχμών, για επωφελείς δήθεν επενδύσεις, δηλαδή προκειμένου να κατακυρωθούν δήθεν στο όνομα του και σε συμφέρουσες τιμές οικόπεδα και διαμερίσματα στο ...., στη ....στη .... και στην .... Ωσαύτως κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Δεκεμβρίου 1998 μέχρι του Φεβρουαρίου 1999, η δευτέρα τούτων (Χ2) τα ίδια σχεδόν ως άνω ψευδή παρέστησε εν γνώση της στον εγκαλούντα Ψ4, ο οποίος ενδιαφερόταν για την αγορά ακινήτου σε πλειστηριασμό με χαμηλή και συμφέρουσα τιμή, όπως του διαβεβαίωνε η ανωτέρω κατηγορουμένη. Πεισθείς ο εν λόγω παθών της κατέβαλε το ποσόν των 23.373.000 δρχ., ως προκαταβολή. Έτσι οι ανωτέρω κατηγορούμενες ενθυλάκωσαν τα ως άνω ποσά παρανόμως με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των εν λόγω παθόντων. Είναι δε πρόσωπα που διαπράττουν απάτες κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελος - αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Η παραπομπή των ανωτέρω κατηγορουμένων έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, εκκρεμεί δε η εκδίκαση των υποθέσεων αυτών, ενώπιον του Α' Τριμελούς Εφετείου για τα κακουργήματα (βλ. υπ'αριθμ. 861 (2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του υπ'αριθμ. 5077|2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διατάσσοντας συγχρόνως την εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης της εκ των κατηγορουμένων Χ2 από 20-3-2002 μέχρι 20-9-2002, δεν ασκήθηκε δε αναίρεση κατά του προαναφερθέντος εφετειακού βουλεύματος, όπως προκύπτει από το υπ΄ αριθμ. 1842/6-6-02 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Αρείου Πάγου). Η δυνάμει των ανωτέρω βουλευμάτων παραπεμφθείσα στο ακροατήριο για τις ανωτέρω κακουργηματικές πράξεις απάτης μηνύτρια, Χ2, καταγγέλλει στην εγχειρισθείσα την 8-1-2004 μήνυση της, τον κατηγορούμενο, ως ηθικό αυτουργό των ανωτέρω πράξεων, για τις οποίες έχει ως άνω ήδη παραπεμφθεί να δικασθεί και, ειδικότερα, ότι ο κατηγορούμενος με τον οποίο είχε συνδεθεί ερωτικά, της υποσχέθηκε τη σιγουριά μιας καλύτερης ζωής, εκμεταλλευόμενος την ανασφάλεια της για το μέλλον και την ευάλωτη συναισθηματική της κατάσταση, καθ΄ ότι ήταν μητέρα ενός ανηλίκου τέκνου που είχε πρόσφατα χωρίσει, χωρίς σύντροφο και σιγουριά για το μέλλον τόσο το δικό της, όσο και του τέκνου της, ότι η προσέλκυση θυμάτων για επενδυτικές δραστηριότητες ήσαν δικής του έμπνευσης, για την υλοποίηση της οποίας ακολουθούσε τις εντολές και οδηγίες του ως πειθήνιο όργανο του, τελούσα σε πλήρη εξάρτηση από αυτόν. Στις ίδιες ως άνω καταγγελίες είχε προβεί η μηνύτρια και την 3-12-2002, ως και την 6-12-2002 καθώς και την 4-3-2003, απολογούμενη συμπληρωματικά στο πλαίσιο άλλης κατηγορίας που αντιμετώπιζε επίσης για κακουργηματική απάτη, φερόμενη ως τελεσθείσα σε βάρος της Χ3, για την οποία έχει σχηματισθεί άλλη αυτοτελής δικογραφία, εξ αφορμής σχετικής εγκλήσεως, που υπέβαλε η τελευταία. Μάλιστα στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης απαγγέλθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορία για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη της μηνύτριας και συμπαραπέμφθηκε να δικαστεί μαζί της στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών δυνάμει του 3970/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά του οποίου άσκησε έφεση ο κατηγορούμενος, η οποία απορρίφθηκε δυνάμει του υπ'αριθμ. 586/2004 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε αίτηση αναιρέσεως, οποία έγινε δεκτή και με το υπ'αριθμ. 2035|2005 βούλευμα του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε εν μέρει το 5 8612004 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου, ως προς το κεφάλαιο αυτού περί ηθικής αυτουργίας του κατηγορουμένου στην άδικη πράξη της απάτης που τελέσθηκε από την Χ2 σε βάρος της τότε εγκαλούσας Χ3. Τελικώς, μετ΄αναίρεση, εκδόθηκε το 28712006 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου,με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 822|13-11-2003 έφεση του κατηγορουμένου Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 3970/6-10-2003 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (βλ. συνημμένα αντίγραφα των ανωτέρω βουλευμάτων). Τις ανωτέρω καταγγελίες της μηνύτριας επιβεβαιώνει και η μητέρα της Φ1 (βλ. κατάθεση αυτής ενώπιον της 11ης Τακτικής Ανακρίτριας). Μάλιστα, την συμμετοχή του κατηγορουμένου, τουλάχιστον σε ότι αφορά την σε βάρος της τελεσθείσα πράξη της απάτης, αλλά και, γενικότερα, φαίνεται να επιβεβαιώνει και η Χ3. Η τελευταία στην από 14-1-03 κατάθεση της ενώπιον του 3ου τακτικού Ανακριτή Αθηνών, καταθέτει : "...όσον αφορά τα συμπληρωματικά υπομνήματα, που κατέθεσαν οι κατηγορούμενες Χ2 και Φ1 σε σχέση με τον Χ1 πιστεύω ότι είναι αληθή. Και αυτό, διότι ήταν εμφανές ότι υπήρχε προσωπική σχέση μεταξύ Χ2 και Χ1 καθώς, επίσης, και ο τρόπος, με τον οποίο προσπαθούσε να τον προωθήσει και γνωρίσει σε τρίτους η Χ2. "΄Οταν αποκαλύφθηκαν οι απάτες της Χ2 όλοι καταφέρθηκαν εναντίον της και κανείς δεν βρέθηκε υπέρ της παρά , μόνο ο Χ1 , που μάλιστα κατέθεσε και σαν μάρτυρας υπερασπίσεως της...είχαν έλθει ο Χ1 με τη Χ2 δύο φορές στην Κένυα, για να κάνουν γνωριμίες και συνεργασίες..."). Ο κατηγορούμενος απολογούμενος δέχεται ότι διατηρούσε ερωτική σχέση με τη μηνύτρια από τον Αύγουστο του 1996, σπεύδει δε αβασίμως, και για λόγους προφανείς, να συντμήσει το χρόνο λήξης της τοποθετώντας τον την 18-1-1998, ενώ, προφανώς, η σχέση αυτή διεκόπη κατά το έτος 2001 με την εμπλοκή της μηνύτριας στις εν λόγω ποινικές υποθέσεις οπότε αυτή και συνελήφθη και κρατήθηκε προσωρινά (βλ. άλλωστε, συνημμένες σε αντίγραφο από του έτους 2002 προσωπικές της μηνύτριας επιστολές προς τον κατηγορούμενο, το ύψος των οποίων κάθε άλλο παρά σχέση που έχει λήξει από τετραετίας προδίδει), αρνείται όμως την κατηγορία ισχυριζόμενος κατ'αρχήν ότι υπήρξε και ο ίδιος θύμα της μηνύτριας η οποία του απέσπασε συνολικά περίπου 100.000.000 δραχμές για δήθεν επωφελή αγορά διαφόρων ακινήτων. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου έρχεται σε αντίθεση με την λογική αφού αν υποτεθεί ότι υπήρξε θύμα της μηνύτριας έχοντας χάσει εκατομμύρια από αυτήν, την ίδια στιγμή, όχι μόνον δεν αναζητεί δικαστικά τα χρήματα του, αλλά σπεύδει να καταβάλει (γεγονός που ουδόλως αμφισβητεί ο κατηγορούμενος) σ΄ αυτήν περί τα 15.000.000 δρχ. για να καλύψει μέρος των εξόδων της δικαστικής της περιπέτειας (αμοιβές δικηγόρων -εγγυήσεως κ.λ.π.). Ο κατηγορούμενος, βέβαια, ισχυρίζεται, ότι αναγκάσθηκε να προβεί στις ως άνω καταβολές, άλλοτε υπό το κράτος απειλών και εκβιασμού της μηνύτριας, για αποκάλυψη της ερωτικής τους σχέσης στην οικογένεια του και άλλοτε από οίκτο, ισχυρισμός που κρίνεται κατ΄ αρχήν απορριπτέος , ως αντιφατικός (δεν μπορεί δηλαδή το κίνητρο της καταβολής να είναι ταυτόχρονα δύο αντίθετα συναισθήματα δηλαδή και ο οίκτος και ο φόβος) αλλά και αυτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εκβιασμού ειδικότερα κρίνεται αβάσιμος και εκ του λόγου ότι η εξωσυζυγική του σχέση φαίνεται να ήταν γνωστή στην σύζυγο του ήδη από το έτος 1998 (βλ. αντίγραφο της από 28-1-2003 ένορκης κατάθεσης της συζύγου του ..... ενώπιον του 3ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών). Επομένως, οι ως άνω καταβολές δεν έγιναν υπό το κράτος εκβιασμού του κατηγορουμένου, αλλά προκειμένου, προφανώς, να μην αποκαλυφθεί ο συμμετοχικός του ρόλος στις ποινικές υποθέσεις που αντιμετώπιζε η μηνύτρια. Περαιτέρω, και όσον αφορά τη συμμετοχική δράση του εκκαλούντος κατηγορουμένου, με την μορφή της ηθικής αυτουργίας, πρέπει να σημειωθούν και τα εξής: Η συνεργασία της μηνύτριας και του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ1 με την προαναφερθείσα συμμετοχική μορφή (ηθικού αυτουργού σε κακουργηματική απάτη) είναι προφανής διότι: α)Τι είδους επαγγελματική συνεργασία μπορούσε να υπάρχει μεταξύ Χ2 και Χ1 Γιατί ο κατηγορούμενος επεσκέφθη τον πρέσβυ ..... στο Ναϊρόμπυ της Κένυας κατά μήνα Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του έτους 1997, συνοδευόμενος από την εγκαλούσα Χ2, τους οποίους φιλοξένησε, μάλιστα, ο ίδιος ο πρέσβυς στην κατοικία του επί αρκετές ημέρες. Η απάντηση είναι απλή. Η παρουσία της Χ2 στο Ναϊρόμπυ της Κένυας ήταν απαραίτητη, διότι ως ιδιαιτέρα του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας ..... όπως εμφανιζόταν τότε ότι ήταν, και ως φίλη της Χ3, με την οποία την περίοδο εκείνη διατηρούσε στενές σχέσεις και την οποία φυσικά εμπιστευόταν ο εν λόγω πρέσβυς, επείθετο ο τελευταίος από τις διαβεβαιώσεις της Χ2, ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 ήταν μεγαλοεπιχειρηματίας - εφοπλιστής και έτσι δεν είχε δισταγμούς στο να τον βοηθήσει μέσω των γνωριμιών του με Κυβερνητικούς παράγοντες της Κέννυα στην επίτευξη του φιλόδοξου σχεδίου του, για τη δημιουργία εταιρείας ανεφοδιασμού, με πετρέλαιο, των διερχομένων από την Μομπάσα πλοίων, η οποία συστήθηκε, ανεξαρτήτως εάν τελικώς το ως άνω σχέδιο ναυάγησε, εξ άλλων λόγων. Περαιτέρω για το περιεχόμενο της από18-4-2002 χειρόγραφης επιστολής της εγκαλούσης που την απευθύνει στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο, με την οποία επιχειρεί να τον εμφανίσει ως μη έχοντα οποιαδήποτε ανάμειξη στην κατ΄ εξακολούθηση κακουργηματική απάτη, για την οποία κατηγορείται η ίδια (Χ2) λεκτέα τα εξής: Προφανώς ο εκκαλών - κατηγορούμενος δίδοντας 45.000 Ευρώ περίπου κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου -Νοεμβρίου του έτους 2002, στην εγκαλούσα Χ2, προκειμένου να αντιμετωπίσει ένα μέρος της οφειλόμενης στους δικηγόρους της αμοιβής, την καταβολή της χρηματικής εγγυήσεως, που της είχε επιβληθεί, για να αφεθεί προσωρινά ελεύθερη και για να εξοφλήσει ένα μέρος από την ζημία των 13.800.000 δραχμών, που είχε προκαλέσει με την δράση της σε βάρος της οικογενείας ..... απαίτησε να συνταχθεί η προαναφερθείσα επιστολή "συγχωροχάρτι", προκειμένου να μην εμπλακεί ο ίδιος τόσο στην κρινόμενη υπόθεση όσο και στις λοιπές υποθέσεις. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει επαρκώς ότι ο κατηγορούμενος ενεργώντας με πρόθεση προκάλεσε στην μηνύτρια την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη, που διέπραξε, και, ειδικότερα, ενεργώντας με πειθώ, προτροπές και παραινέσεις, καθώς και με την υπόσχεση ανταλλαγμάτων, εκμεταλλευόμενος την ερωτική του σχέση με την μηνύτρια προκάλεσε στην τελευταία την απόφαση, να τελέσει την ηθική πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα με συνολικό σκοπούμενο όφελος και συνολικά προξενηθείσα ζημία άνω των 15.000 ευρώ. Συνεπώς, προκύπτουν. κατά την κρίση του Συμβουλίου, επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ'εξακολούθηση κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία, αντίστοιχα, που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ. Το ότι συντρέχουν και στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατά επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του ανωτέρω αδικήματος, προκύπτει σαφώς από την επανειλημμένη (εξακολουθητική) τέλεση αυτού, από την οποία συνάγεται σαφώς μεν σκοπός πορισμού σταθερού εισοδήματος (διένειμαν προφανώς μεταξύ τους η μηνύτρια και ο κατηγορούμενος το παράνομο περιουσιακό όφελος που προέκυψε από την παράνομη αυτή δραστηριότητα), αφετέρου δε σταθερή ροπή του κατηγορουμένου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Με αυτές τις σκέψεις και με όσα ήδη αναπτύχθηκαν και προέκυψαν πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που, με το εκκαλούμενο βούλευμα δέχθηκε τα ίδια και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για ηθική αυτουργία σε απάτη κατ εξακολούθηση κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, δεν έσφαλε, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και η έφεση που αυτός άσκησε και υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη καν ουσία, να επικυρωθεί το πρωτόδικο βούλευμα VII. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Συμβούλιο, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση κατά την ανέλεγκτη κρίση του και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική απάτη κατ΄εξακολούθηση, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 13 εδ. γ' και στ', 26 παρ. 1 α' και 27 παρ. 1, 46 παρ. 1, 98 παρ. 1 και 2, 386 παρ. 1 και 3 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές ή με άλλον τρόπο. Κατά συνέπεια δεν είναι βάσιμος ο περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγος αναίρεσης, με τον οποίον κατά μεγάλο μέρος άλλωστε αμφισβητείται η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο, τόσο κατά το μέρος που υποστηρίζει ότι δεν προσδιορίζονται ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε στην φυσική αυτουργό της πράξης να τελέσει αυτά, αφού αυτά αναπτύσσονται στο παραπάνω σκεπτικό με διεξοδικό τρόπο, όσον και κατά το μέρος, σύμφωνα με το οποίο, δεν προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά από αυτά, αφού από το παραπάνω σκεπτικό προκύπτει το αντίθετο, ενώ περαιτέρω δεν ήταν αναγκαία η αναφορά των περιστατικών που προέκυψε από το καθένα αποδεικτικό μέσο, από δε το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον από αυτά, δεν υποδηλώνεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Αβάσιμος επίσης είναι ο περί απολύτου ακυρότητας λόγος αναίρεσης, λόγω παραβίασης του άρθρου 211 Α΄ ΚΠΔ, δεδομένου ότι η αποδεικτική απαγόρευση που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, ισχύει μόνον κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και δεν έχει εφαρμογή στο ενδιάμεσο στάδιο κατά την εκτίμηση των στοιχείων περί παραπομπής του κατηγορουμένου σε δίκη. Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση ορθώς το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και τα όσα κατέθεσαν η Χ2, Χ3 και Φ1 τα οποία συνεκτιμήθηκαν με τα αναφερόμενα λοιπά στοιχεία της προδικασίας (βλ. ΑΠ 1302/2004). Τέλος είναι αβάσιμος ο περί αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το Συμβούλιο περιορίσθηκε στον έλεγχο και αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία που ενίσχυαν τις σε βάρος του ενδείξεις, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο κατά την έρευνα και αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ως αληθινά τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αποδιδομένου στον αναιρεσείοντα εγκλήματος και οι σχετικές παραδοχές στηρίζουν την κρίση του για την ύπαρξη σοβαρών ενδείξεων (βλ. Ολ. ΑΠ 9/2001). VIII. Πρέπει συνεπώς η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 583 ΚΠΔ). Για τους λόγους αυτούς Π ρ ο τ ε ί ν ω Ι. Να απορριφθεί η με αριθμό 62/8-5-2006 αίτηση αναίρεσης που άσκησε αυτοπροσώπως ο κατηγορούμενος Χ1 , κατά του 733/2006 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και ΙΙ. Να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 30-11-2006 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 και έγινε ευμενέστερη, ώστε να εφαρμόζεται κατά το άρθρο 2 του Π.Κ. και επί πράξεων απάτης, που είχαν τελεσθεί και πριν από την έναρξη της ισχύος του παραπάνω νόμου (3.6.1999), προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται η προς το σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από το δράστη ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας ως άμεσο αποτέλεσμα επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή του τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ ή όταν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και χωρίς να συντρέχουν στο πρόσωπο του δράστη οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. α' του Π.Κ. προκύπτει ότι η πρόκληση και παραγωγή σε άλλον της αποφάσεως για την εκτέλεση της άδικης πράξεως που εκείνος διέπραξε, μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο, πρέπει όμως ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε την απόφαση, να αναφέρονται σαφώς και με πληρότητα, καθώς επίσης και ο δόλος του ηθικού αυτουργού, που συνίσταται στη συνείδηση ότι παράγει της άδικης πράξεως. Ετσι η πρόκληση και παραγωγή στον άλλον της αποφάσεως για εκτέλεση της άδικης πράξεως, μπορεί να γίνει από τον ηθικό αυτουργό με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και ανταλλάγματα, διαβλέποντας αυτός τη ροπή του γρήγορου και εύκολου πλουτισμού του φυσικού αυτουργού. Για να έχει όμως η πράξη της ηθικής αυτουργίας κακουργηματικό χαρακτήρα πρέπει οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τελέσεως της άδικης πράξεως, να συντρέχουν ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, μη αρκούσης της συνδρομής τους στο πρόσωπο μόνο του αυτουργού. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Συμβουλίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, με δικές του σκέψεις δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις συνεχής σε βάρος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για την πράξη της κατ' εξακολούθηση ηθικής αυτουργίας σε βαθμό κακουργήματος, στην κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση που τέλεσε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια η Χ2, από την οποία το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Συγκεκριμένα δέχθηκε τα ακόλουθα: Με το υπ'αριθμ. 56512001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμπονται ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών οι 1) Χ2 (εγκαλούσα στην υπό κρίση υπόθεση) και β) Χ3 για να δικασθούν ως υπαίτιες του ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιανουάριο 1999 μέχρι την 19-3-1999 παρέστησαν από κοινού στον εκεί εγκαλούντα Ψ1 τα εξής ψευδή γεγονότα τελούσες εν γνώσει της αναληθείας με σκοπό να αποκομίσουν περιουσιακό όφελος και ειδικότερα : ότι η πρώτη τούτων Χ2 είναι ειδική σύμβουλος του Υπουργού Οικονομικών, ότι ασχολείται με χρηματιστηριακές επενδύσεις σε αγοραπωλησίες ακινήτων, ότι συμμετέχει και υπερθεματίζει σε αναγκαστικούς πλειστηριασμούς ακινήτων, ότι έχει διασυνδέσεις στον πολιτικό και επιχειρηματικό κόσμο και για τους λόγους αυτούς έχει τη δυνατότητα να επενδύσει με ασφάλεια τα χρήματα, που θα της έδιδε και ότι έχει τη δυνατότητα να υπερθεματίζει, για λογαριασμό του, σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ακινήτου (εμπορικού καταστήματος), στην οδό ..... αντί του ποσού των 30.000.000 δραχμών, του οποίου, όμως, η πραγματική αξία είναι πολύ μεγαλύτερη. Έτσι έπεισαν τον ανωτέρω εγκαλούντα, να τους καταβάλει τελικώς το ποσό των 11.200.000 δραχμών, το οποίο ιδιοποιήθηκαν αμφότερες παρανόμως. Οι κατηγορούμενες δε είναι πρόσωπα που διαπράττουν απάτες κατ΄ επάγγελμα και το συνολικό ποσό οφέλους ζημίας υπερβαίνει τα 5.000.000 δρχ. Εξάλλου, με το υπ΄ αριθμ. 5077|2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμπονται οι ίδιες κατηγορούμενες Χ3 και Χ2 στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για να δικασθούν ως υπαίτιες του, ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Ιουνίου 1998 έως του μηνός Μαρτίου 1999, εν γνώσει τους παρέστησαν ψευδώς αμφότερες στους εγκαλούντες Ψ2 και Ψ3, ότι συνεργάζονται και ασχολούνται με μεσιτικές εργασίες και χρηματιστηριακές επενδύσεις, ιδιαίτερα επωφελείς με τη συνδρομή και του Προέδρου της ....., ο οποίος διαχειρίζεται κεφάλαια γνωστών επιχειρηματιών και κυβερνητικών παραγόντων, προσέτι δε ότι η δεύτερη τούτων Χ2 είναι σύμβουλος και προσωπική φίλη του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ..... , με πολλές γνωριμίες και προσβάσεις και σε άλλα Υπουργεία καθώς και στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Ναϊρόμπι Κέννυας. Ότι ασχολείται με πλειστηριασμούς ακινήτων οφειλετών του Δημοσίου, αντλώντας στις απαιτούμενες γι΄ αυτά πληροφορίες, λόγω των ως άνω διασυνδέσεων της, με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και ότι, μέσω του θείου της και συμβολαιογράφου Αθηνών Σ1, μπορεί να λάβει μέρος ως πληρεξούσια των μηνυτών σε πλειστηριασμούς τέτοιων ακινήτων, πλειοδοτώντας σε ιδιαίτερα χαμηλές και συμφέρουσες τιμές. Πεισθέντες οι ανωτέρω παθόντες κατέβαλαν στις κατηγορούμενες, ο μεν Ψ2 το ποσό των 3.750.000 δραχμών προκειμένου να κατακυρωθεί δήθεν στο όνομα του ένα ακίνητο (διαμέρισμα) επί της οδού ..... κειμένης πολυκατοικίας, ο δε Ψ3 το ποσό των 38.850.000 δραχμών, για επωφελείς δήθεν επενδύσεις, δηλαδή προκειμένου να κατακυρωθούν δήθεν στο όνομα του και σε συμφέρουσες τιμές οικόπεδα και διαμερίσματα στο ...., στη ...., στη .... και στην ..... Ωσαύτως κατά το χρονικό διάστημα από μηνός Δεκεμβρίου 1998 μέχρι του Φεβρουαρίου 1999, η δευτέρα τούτων (Χ2) τα ίδια σχεδόν ως άνω ψευδή παρέστησε εν γνώση της στον εγκαλούντα Ψ4, ο οποίος ενδιαφερόταν για την αγορά ακινήτου σε πλειστηριασμό με χαμηλή και συμφέρουσα τιμή, όπως του διαβεβαίωνε η ανωτέρω κατηγορουμένη. Πεισθείς ο εν λόγω παθών της κατέβαλε το ποσόν των 23.373.000 δρχ., ως προκαταβολή. Έτσι οι ανωτέρω κατηγορούμενες ενθυλάκωσαν τα ως άνω ποσά παρανόμως με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη των εν λόγω παθόντων. Είναι δε πρόσωπα που διαπράττουν απάτες κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια, το δε συνολικό όφελος - αντίστοιχη ζημία υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών. Η παραπομπή των ανωτέρω κατηγορουμένων έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, εκκρεμεί δε η εκδίκαση των υποθέσεων αυτών, ενώπιον του Α' Τριμελούς Εφετείου για τα κακουργήματα (βλ. υπ'αριθμ. 861 (2002 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του υπ'αριθμ. 5077|2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, διατάσσοντας συγχρόνως την εξακολούθηση της προσωρινής κράτησης της εκ των κατηγορουμένων Χ2 από 20-3-2002 μέχρι 20-9-2002, δεν ασκήθηκε δε αναίρεση κατά του προαναφερθέντος εφετειακού βουλεύματος, όπως προκύπτει από το υπ΄ αριθμ. 1842/6-6-02 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Αρείου Πάγου). Η δυνάμει των ανωτέρω βουλευμάτων παραπεμφθείσα στο ακροατήριο για τις ανωτέρω κακουργηματικές πράξεις απάτης μηνύτρια, Χ2, καταγγέλλει στην εγχειρισθείσα την 8-1-2004 μήνυση της, τον κατηγορούμενο, ως ηθικό αυτουργό των ανωτέρω πράξεων, για τις οποίες έχει ως άνω ήδη παραπεμφθεί να δικασθεί και, ειδικότερα, ότι ο κατηγορούμενος με τον οποίο είχε συνδεθεί ερωτικά, της υποσχέθηκε τη σιγουριά μιας καλύτερης ζωής, εκμεταλλευόμενος την ανασφάλεια της για το μέλλον και την ευάλωτη συναισθηματική της κατάσταση, καθ΄ ότι ήταν μητέρα ενός ανηλίκου τέκνου που είχε πρόσφατα χωρίσει, χωρίς σύντροφο και σιγουριά για το μέλλον τόσο το δικό της, όσο και του τέκνου της, ότι η προσέλκυση θυμάτων για επενδυτικές δραστηριότητες ήσαν δικής του έμπνευσης, για την υλοποίηση της οποίας ακολουθούσε τις εντολές και οδηγίες του ως πειθήνιο όργανο του, τελούσα σε πλήρη εξάρτηση από αυτόν. Στις ίδιες ως άνω καταγγελίες είχε προβεί η μηνύτρια και την 3-12-2002, ως και την 6-12-2002 καθώς και την 4-3-2003, απολογούμενη συμπληρωματικά στο πλαίσιο άλλης κατηγορίας που αντιμετώπιζε επίσης για κακουργηματική απάτη, φερόμενη ως τελεσθείσα σε βάρος της Χ3, για την οποία έχει σχηματισθεί άλλη αυτοτελής δικογραφία, εξ αφορμής σχετικής εγκλήσεως, που υπέβαλε η τελευταία. Μάλιστα στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης απαγγέλθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου κατηγορία για ηθική αυτουργία στην ανωτέρω πράξη της μηνύτριας και συμπαραπέμφθηκε να δικαστεί μαζί της στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών δυνάμει του 3970/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατά του οποίου άσκησε έφεση ο κατηγορούμενος, η οποία απορρίφθηκε δυνάμει του υπ'αριθμ. 586/2004 βουλεύματος του συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος ο κατηγορούμενος άσκησε αίτηση αναιρέσεως, οποία έγινε δεκτή και με το υπ'αριθμ. 2035|2005 βούλευμα του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε εν μέρει το 5 8612004 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου, ως προς το κεφάλαιο αυτού περί ηθικής αυτουργίας του κατηγορουμένου στην άδικη πράξη της απάτης που τελέσθηκε από την Χ2 σε βάρος της τότε εγκαλούσας Χ3 Τελικώς, μετ΄αναίρεση, εκδόθηκε το 28712006 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου,με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 822|13-11-2003 έφεση του κατηγορουμένου Χ1 κατά του υπ'αριθμ. 3970/6-10-2003 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (βλ. συνημμένα αντίγραφα των ανωτέρω βουλευμάτων). Τις ανωτέρω καταγγελίες της μηνύτριας επιβεβαιώνει και η μητέρα της Φ1 (βλ. κατάθεση αυτής ενώπιον της 11ης Τακτικής Ανακρίτριας). Μάλιστα, την συμμετοχή του κατηγορουμένου, τουλάχιστον σε ότι αφορά την σε βάρος της τελεσθείσα πράξη της απάτης, αλλά και, γενικότερα, φαίνεται να επιβεβαιώνει και η Χ3. Η τελευταία στην από 14-1-03 κατάθεση της ενώπιον του 3ου τακτικού Ανακριτή Αθηνών, καταθέτει : "...όσον αφορά τα συμπληρωματικά υπομνήματα, που κατέθεσαν οι κατηγορούμενες Χ2 και Φ1 σε σχέση με τον Χ1 πιστεύω ότι είναι αληθή. Και αυτό, διότι ήταν εμφανές ότι υπήρχε προσωπική σχέση μεταξύ Χ2 και Χ1 καθώς, επίσης, και ο τρόπος, με τον οποίο προσπαθούσε να τον προωθήσει και γνωρίσει σε τρίτους η Χ2. "΄Οταν αποκαλύφθηκαν οι απάτες της Χ2 όλοι καταφέρθηκαν εναντίον της και κανείς δεν βρέθηκε υπέρ της παρά , μόνο ο κ. Χ1 , που μάλιστα κατέθεσε και σαν μάρτυρας υπερασπίσεως της...είχαν έλθει ο Χ1 με τη Χ2δύο φορές στην Κένυα, για να κάνουν γνωριμίες και συνεργασίες..."). Ο κατηγορούμενος απολογούμενος δέχεται ότι διατηρούσε ερωτική σχέση με τη μηνύτρια από τον Αύγουστο του 1996, σπεύδει δε αβασίμως, και για λόγους προφανείς, να συντμήσει το χρόνο λήξης της τοποθετώντας τον την 18-1-1998, ενώ, προφανώς, η σχέση αυτή διεκόπη κατά το έτος 2001 με την εμπλοκή της μηνύτριας στις εν λόγω ποινικές υποθέσεις οπότε αυτή και συνελήφθη και κρατήθηκε προσωρινά (βλ. άλλωστε, συνημμένες σε αντίγραφο από του έτους 2002 προσωπικές της μηνύτριας επιστολές προς τον κατηγορούμενο, το ύψος των οποίων κάθε άλλο παρά σχέση που έχει λήξει από τετραετίας προδίδει), αρνείται όμως την κατηγορία ισχυριζόμενος κατ'αρχήν ότι υπήρξε και ο ίδιος θύμα της μηνύτριας η οποία του απέσπασε συνολικά περίπου 100.000.000 δραχμές για δήθεν επωφελή αγορά διαφόρων ακινήτων. Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου έρχεται σε αντίθεση με την λογική αφού αν υποτεθεί ότι υπήρξε θύμα της μηνύτριας έχοντας χάσει εκατομμύρια από αυτήν, την ίδια στιγμή, όχι μόνον δεν αναζητεί δικαστικά τα χρήματα του, αλλά σπεύδει να καταβάλει (γεγονός που ουδόλως αμφισβητεί ο κατηγορούμενος) σ΄ αυτήν περί τα 15.000.000 δρχ. για να καλύψει μέρος των εξόδων της δικαστικής της περιπέτειας (αμοιβές δικηγόρων -εγγυήσεως κ.λ.π.). Ο κατηγορούμενος, βέβαια, ισχυρίζεται, ότι αναγκάσθηκε να προβεί στις ως άνω καταβολές, άλλοτε υπό το κράτος απειλών και εκβιασμού της μηνύτριας, για αποκάλυψη της ερωτικής τους σχέσης στην οικογένεια του και άλλοτε από οίκτο, ισχυρισμός που κρίνεται κατ΄ αρχήν απορριπτέος , ως αντιφατικός (δεν μπορεί δηλαδή το κίνητρο της καταβολής να είναι ταυτόχρονα δύο αντίθετα συναισθήματα δηλαδή και ο οίκτος και ο φόβος) αλλά και αυτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εκβιασμού ειδικότερα κρίνεται αβάσιμος και εκ του λόγου ότι η εξωσυζυγική του σχέση φαίνεται να ήταν γνωστή στην σύζυγο του ήδη από το έτος 1998 (βλ. αντίγραφο της από 28-1-2003 ένορκης κατάθεσης της συζύγου του .... ενώπιον του 3ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών). Επομένως, οι ως άνω καταβολές δεν έγιναν υπό το κράτος εκβιασμού του κατηγορουμένου, αλλά προκειμένου, προφανώς, να μην αποκαλυφθεί ο συμμετοχικός του ρόλος στις ποινικές υποθέσεις που αντιμετώπιζε η μηνύτρια. Περαιτέρω, και όσον αφορά τη συμμετοχική δράση του εκκαλούντος κατηγορουμένου, με την μορφή της ηθικής αυτουργίας, πρέπει να σημειωθούν και τα εξής: Η συνεργασία της μηνύτριας και του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ1 με την προαναφερθείσα συμμετοχική μορφή (ηθικού αυτουργού σε κακουργηματική απάτη) είναι προφανής διότι: α)Τι είδους επαγγελματική συνεργασία μπορούσε να υπάρχει μεταξύ Χ2 και Χ1 Γιατί ο κατηγορούμενος επεσκέφθη τον πρέσβυ .... στο Ναϊρόμπυ της Κένυας κατά μήνα Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του έτους 1997, συνοδευόμενος από την εγκαλούσα Χ2, τους οποίους φιλοξένησε, μάλιστα, ο ίδιος ο πρέσβυς στην κατοικία του επί αρκετές ημέρες. Η απάντηση είναι απλή. Η παρουσία της Χ2 στο Ναϊρόμπυ της Κένυας ήταν απαραίτητη, διότι ως ιδιαιτέρα του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας ..... , όπως εμφανιζόταν τότε ότι ήταν, και ως φίλη της Χ3, με την οποία την περίοδο εκείνη διατηρούσε στενές σχέσεις και την οποία φυσικά εμπιστευόταν ο εν λόγω πρέσβυς, επείθετο ο τελευταίος από τις διαβεβαιώσεις της Χ2, ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ1 ήταν μεγαλοεπιχειρηματίας - εφοπλιστής και έτσι δεν είχε δισταγμούς στο να τον βοηθήσει μέσω των γνωριμιών του με Κυβερνητικούς παράγοντες της Κέννυα στην επίτευξη του φιλόδοξου σχεδίου του, για τη δημιουργία εταιρείας ανεφοδιασμού, με πετρέλαιο, των διερχομένων από την Μομπάσα πλοίων, η οποία συστήθηκε, ανεξαρτήτως εάν τελικώς το ως άνω σχέδιο ναυάγησε, εξ άλλων λόγων. Περαιτέρω για το περιεχόμενο της από18-4-2002 χειρόγραφης επιστολής της εγκαλούσης που την απευθύνει στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο, με την οποία επιχειρεί να τον εμφανίσει ως μη έχοντα οποιαδήποτε ανάμειξη στην κατ΄ εξακολούθηση κακουργηματική απάτη, για την οποία κατηγορείται η ίδια (Χ2) λεκτέα τα εξής: Προφανώς ο εκκαλών - κατηγορούμενος δίδοντας 45.000 Ευρώ περίπου κατά το χρονικό διάστημα Φεβρουαρίου -Νοεμβρίου του έτους 2002, στην εγκαλούσα Χ2, προκειμένου να αντιμετωπίσει ένα μέρος της οφειλόμενης στους δικηγόρους της αμοιβής, την καταβολή της χρηματικής εγγυήσεως, που της είχε επιβληθεί, για να αφεθεί προσωρινά ελεύθερη και για να εξοφλήσει ένα μέρος από την ζημία των 13.800.000 δραχμών, που είχε προκαλέσει με την δράση της σε βάρος της οικογενείας ..... απαίτησε να συνταχθεί η προαναφερθείσα επιστολή "συγχωροχάρτι", προκειμένου να μην εμπλακεί ο ίδιος τόσο στην κρινόμενη υπόθεση όσο και στις λοιπές υποθέσεις. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτει επαρκώς ότι ο κατηγορούμενος ενεργώντας με πρόθεση προκάλεσε στην μηνύτρια την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη, που διέπραξε, και, ειδικότερα, ενεργώντας με πειθώ, προτροπές και παραινέσεις, καθώς και με την υπόσχεση ανταλλαγμάτων, εκμεταλλευόμενος την ερωτική του σχέση με την μηνύτρια προκάλεσε στην τελευταία την απόφαση, να τελέσει την ηθική πράξη της απάτης κατ'εξακολούθηση και κατ'επάγγελμα με συνολικό σκοπούμενο όφελος και συνολικά προξενηθείσα ζημία άνω των 15.000 ευρώ. Συνεπώς, προκύπτουν. κατά την κρίση του Συμβουλίου, επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν δημόσια κατηγορία σε βάρος του κατηγορουμένου, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε απάτη κατ'εξακολούθηση κατ΄ επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και συνολική ζημία, αντίστοιχα, που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 Ευρώ. Το ότι συντρέχουν και στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι επιβαρυντικές περιστάσεις της κατά επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του ανωτέρω αδικήματος, προκύπτει σαφώς από την επανειλημμένη (εξακολουθητική) τέλεση αυτού, από την οποία συνάγεται σαφώς μεν σκοπός πορισμού σταθερού εισοδήματος (διένειμαν προφανώς μεταξύ τους η μηνύτρια και ο κατηγορούμενος το παράνομο περιουσιακό όφελος που προέκυψε από την παράνομη αυτή δραστηριότητα), αφετέρου δε σταθερή ροπή του κατηγορουμένου προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. Με αυτές τις σκέψεις και με όσα ήδη αναπτύχθηκαν και προέκυψαν πραγματικά περιστατικά, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, που, με το εκκαλούμενο βούλευμα δέχθηκε τα ίδια και παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για ηθική αυτουργία σε απάτη κατ εξακολούθηση κατ επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ, δεν έσφαλε, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και η έφεση που αυτός άσκησε και υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη καν ουσία, να επικυρωθεί το πρωτόδικο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, ως προς την πράξη της κατ' εξακολούθηση ηθικής αυτουργίας σε βαθμό κακουργήματος στην κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, της αυτουργού Χ2, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό του με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά στις διατάξεις που εφάρμοσε, καθώς και τις σκέψεις στις οποίες θεμελίωσε την κρίση του, περί υπάρξεως σοβαρών ενδείξεων ενοχής για την παραπομπή του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο για την ανωτέρω πράξη. Ειδικότερα δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να εκτίθεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα ή προέκυψε από το κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε να γίνεται συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά αρκεί ότι αναφέρονται αυτά γενικώς κατά το είδος τους και ότι όλα λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του. Από το γεγονός ότι στο βούλευμα εξαίρονται ορισμένες αποδείξεις δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αγνοήθηκαν οι λοιπές, αφού βεβαιώνεται σ' αυτό, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για τη διαπίστωση της υπάρξεως ή ανυπαρξίας επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου. Τέλος με τις παραδοχές του Συμβουλίου, ότι ο αναιρεσείων με πειθώ, προτροπές, παραινέσεις και υπόσχεση ανταλλαγμάτων, εκμεταλλευόμενος την ερωτική του σχέση με την μηνύτρια, έπεισε την τελευταία να διαπράξη την κατ' εξακολούθηση κακουργηματική απάτη, επαρκώς αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα με οποία ο αναιρεσείων προκάλεσε κατ' εξακολούθηση στη φυσική αυτουργό ..... την απόφαση να εκτελέση την ως άνω πράξη, την οποία εκείνη διέπραξε, καθώς και ο δόλος αυτού ως ηθικού αυτουργού. Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και ζ' του Κ.Π.Δ. πρώτος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των προεκτιθέντων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή ναι μεν το άρθρο 211 Α του Κ.Π.Δ. όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν.2408/1996 προβλέπει ότι μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, πλην η απαγόρευση αυτή ισχύει μόνο κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και δη οσάκις το δικαστήριο οδηγείται σε καταδικαστική κρίση, λαμβάνοντας υπόψη του ως αποκλειστικό μέσο αποδείξεως την κατάθεση ή την απολογία συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, και δεν έχει εφαρμογή κατά το στάδιο της ενδιάμεσης διαδικασίας, κατά την εκτίμηση από το Συμβούλιο των στοιχείων για την παραπομπή του κατηγορουμένου. Επομένως ο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοχ. α' του Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, με την αιτίαση ότι η παραπεμπτική κρίση του Συμβουλίου Εφετών στηρίχθηκε μόνο στην απολογία της Χ2, συγκατηγορούμενης με τον αναιρεσείοντα για την ίδια πράξη και έτσι παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 211 Α του Κ.Π.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 8.5.2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του υπ' αριθμ. 733/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007. Και, Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ