Αριθμός 1189/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: S. S. (Σ.) του E. (Ε.), κάτοικος ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Καλλέ και κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Δοκόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2. Του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου που υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Α.Ζ." της οποίας η άδεια λειτουργίας της ανακλήθηκε, και το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Σύριο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3. Δ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2007 αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 6-12-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή του 3ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5826/2008 οριστική και 1999/2009 διορθωτική του ίδιου Δικαστηρίου και 2826/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-12-2011 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 31-10-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο καθώς και την απόρριψη των λόγων της. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Επειδή κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 αρ.1-3 Κ.Πολ.Δ., αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι με την από 26-3-2012 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ορίστηκε ως αρμόδιο τμήμα για την εκδίκαση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως το Δ' Πολιτικό Τμήμα αυτού και με την υπό ίδια χρονολογία πράξη του Προέδρου του εν λόγω τμήματος ορίστηκε δικάσιμος για την εκδίκαση αυτής η 9-11-2012 κατά την οποία η συζήτηση της αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας. Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, έστω και δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο τρίτος αναιρεσίβλητος Δ. Μ.. Από τα υπάρχοντα όμως στη δικογραφία στοιχεία δεν προκύπτει ότι ο απολειπόμενος ως ανωτέρω αναιρεσίβλητος είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, από το επισπεύδον τη συζήτηση ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", δεύτερο αναιρεσίβλητο, για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο (9-11-2012) κατά την οποία όπως προκύπτει από το οικείο πινάκιο ωσταύτως δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, ενόσω, δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει σχετικό αποδεικτικό επιδόσεως. Ούτ' εξ άλλου, προκύπτει ότι είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως από τη νόμιμα παριστάμενη, πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ομόδικό του ή από τον αναιρεσείοντα. Επομένως, πρέπει, όπως κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., όπως το εδ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον ανωτέρω διάδικο (τρίτο αναιρεσίβλητο) και να διαταχθεί ως προς αυτόν, ο χωρισμός συζήτησης της υπόθεσης. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται n επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' και 19 του Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αν, εκείνος που ζημιώθηκε, συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή στην έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να μην επιδικαστεί από το δικαστήριο αποζημίωση στο ζημιωθέντα η για να μειωθεί το ποσό της απαιτείται συντρέχον πταίσμα του και αιτιώδους συνάφεια μεταξύ του πταίσματος (υπαίτιας πράξης ή παράλειψης) και του επελθόντος αποτελέσματος. Αν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αυτός αιτιώδης σύνδεσμος διατηρείται πλήρης η αξίωση αποζημιώσεως του ζημιωθέντος. Εξ' άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του ΚΟΚ ορίζεται ότι απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου. Τέλος ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 230/2009). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ο λόγος δε αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από το εδάφιο 19 του ίδιου άρθρου και κώδικα, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε αναλέγκτως αναφορικά με την υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 11-1-2007 και περί ώρα 18.20 η ενάγουσα αντεναγομένη Ε. Τ. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, εκινείτο επί της Αττικής Οδού στην μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας του προς Αεροδρόμιο ρεύματος πορείας αυτής. Τη στιγμή κατά την οποία η ανωτέρω κινούμενη κανονικά ευρίσκετο στην χιλιομετρική θέση 44,9 της εν λόγω οδού, ο πρώτος εναγόμενος S. S., οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου Δ. Μ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΑΖ", στην θέση της οποίας υπεισήλθε το ΝΠΙΔ με την επωνυμία Επικουρικό Κεφάλαιο λόγω ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της, και κινούμενος όπισθεν του αυτοκινήτου της ενάγουσας επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος που οδηγούσε στο οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου αυτής, το οποίο ακολούθως εξαιτίας της σφοδρότητας της σύγκρουσης εξετράπη της πορείας του αρχικά προς τα αριστερά, όπου προσέκρουσε στο υπερυψωμένο τσιμεντένιο τοιχείο και συγκρούστηκε με το κινούμενο στην αριστερή λωρίδα υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο και ακολούθως εξετράπη της πορείας του προς τα δεξιά, όπου και προσέκρουσε στα σιδερένια προστατευτικά κιγκλιδώματα (μπάρες) της Αττικής Οδού. Το δε όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος μετά την σύγκρουση εξετράπη της πορείας του ευθεία και δεξιά και ανατράπηκε. Υπό τα αποδεικνυόμενα αυτά περιστατικά η ένδικη σύγκρουση και οι συνέπειές της οφείλονται στην προαναφερθείσα οδική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οποία συνιστά αμέλεια, ήτοι μη καταβολή της επιμέλειας που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία τηρεί υπό τις ίδιες περιστάσεις ο συνετός και προσεκτικός οδηγός. Συνίσταται δε ειδικότερα η αμέλεια αυτή στο ότι ο ανωτέρω οδηγός κατά παράβαση των οικείων διατάξεων του ΚΟΚ, ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,37 και 0,27 mg/1 αίματος κατά τον πρώτο και δεύτερο έλεγχο αντίστοιχα που του έγιναν με αλκοτέστ, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους ενδεδειγμένους χειρισμούς, δεν τηρούσε αρκετή απόσταση από το προ αυτού κινούμενο όχημα προς αποφυγή συγκρούσεως, δεν ρύθμισε την ταχύτητά του λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κυκλοφορίας της οδού, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο μέρος του αυτοκινήτου της ενάγουσας. Στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα της τελευταίας στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα η τελευταία εκινείτο κανονικά στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και δεν είχε τη δυνατότητα να πράξει οτιδήποτε προς αποφυγή της συγκρούσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όσον αφορά την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αρ. ... ΙΧΕ περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και τον επελθόντα συνεπεία αυτού τραυματισμό της οδηγού του υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου (πρώτης των αναιρεσιβλήτων) που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσης. Ειδικότερα, προσδιορίζονταν οι συνθήκες της Αττικής οδού στη ΧΘ 44,9 όπου συνέβη το ένδικο τροχαίο ατύχημα, οι επικρατούσες καιρικές συνθήκες, το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, η ταχύτης του ζημιογόνου υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, η απόσταση που τηρούσε από το εμπροσθέν του κινούμενο υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο με οδηγό την πρώτη αναιρεσίβλητη, ενώ, σαφής αναφορά γίνεται περί της παράβασης από τον ανωτέρω οδηγό του ζημιογόνου οχήματος των οικείων διατάξεων του ΚΟΚ ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,37 και 0,27 mg/l αίματος κατά τον πρώτο και δεύτερο έλεγχο αντίστοιχα. Ο πρώτος, επομένως λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την υπαιτιότητα περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και την ύπαρξη σχέσης αιτίας-αιτιατού μεταξύ της κατανάλωσης οινοπνεύματος από τον οδηγό του υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και της πρόκλησης του ατυχήματος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά τα λοιπά δε και ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας αυτής, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, δηλ. πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος εξ αυτών και σαφώς διατυπουμένου αποδεικτικού πορίσματος, ενώ εξ άλλου με συνοπτική πλην με πλήρη αιτιολογία αναφέρεται στο ουσιώδες ζήτημα της αιτιώδους συναφείας της παράβασης του άρθρου 42 του ΚΟΚ από τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος, και του επελθόντος αποτελέσματος της σύγκρουσης των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και του τραυματισμού της πρώτης αναιρεσίβλητης. Επειδή πράγματα κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά του καθώς και οι λόγοι εφέσεως με τους οποίους προβάλλονται παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως ή αυτοτελείς ισχυρισμοί. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δέχθηκε την από 6-12-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α.Ε.Α.Ζ" στη θέση της οποίας λόγω ανακλήσεως της αδείας της υπεισήλθε το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, ως προς τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα καίτοι ως προς αυτόν είχε πρωτοβαθμίως απορριφθεί η αγωγή αυτή, για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως χωρίς τη διατύπωση οιουδήποτε αναφορικά με την απόρριψη του λόγου εφέσεως. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της από 23-9-2009 και με αρ. κατ. 8945/2009 εφέσεως του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤ/ΤΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ, ζητείται, όπως, κατά παραδοχή του σχετικού, κατ' εκτίμηση λόγου έφεσης, γίνει δεκτή η από 6-12-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή του ως ανωτέρω Ν.Π.Ι.Δ. και ως προς τον δεύτερο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα S. S., ο οποίος οδηγούσε το ζημιογόνο υπ' αρ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου τούτων Δ. Μ., ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης. Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 13/12/2011 αίτηση αναίρεσης της 2826/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς στη δικαστική δαπάνη των ως ανωτέρω αναιρεσιβλήτων κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 13-12-2011 αίτησης αναίρεσης της 2826/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τον τρίτο αναιρεσίβλητο Δ. Μ.. Διατάσσει το χωρισμό της συζήτησης της υπόθεσης ως προς τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο. Απορρίπτει την από 13-12-2011 αίτηση αναίρεσης της 2826/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη καθενός των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ