Αριθμός 1911/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Χ. Ι. το γένος Σ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χάρη Ιεροδιακόνου. Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ. Γ. του Η., 2. Ε. Γ. συζ. Χ. Γ., 3. Μ. Γ. θυγ. Χ. Γ., 4. Η. Γ. του Χ. και 5. Γ. Γ., θυγ. Χ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Χορταρέα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8-6-2005 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 9-7-2008 αγωγή Χ. Κ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 479/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1916/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2012 αίτησή της και τους από 15-4-2013 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 9-5-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος λόγος και ο πρώτος πρόσθετος λόγος και να απορριφθούν ο δεύτερος λόγος και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής προσβάλλεται η 1916/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 21-6-2010 έφεση της αναιρεσείουσας και τους από 4-4-2011 πρόσθετους λόγους κατά της 479/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή ως προς την αναιρεσείουσα η από 8-6-2005 αγωγή αποζημιώσεως των αναιρεσίβλητων για αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής σε βάρος τους και υποχρεώθηκε να τους καταβάλει το ποσόν των 282.683,62 ευρώ κατά τα αναφερόμενα ποσοστά στον καθένα, αναγνωρίσθηκε δε ότι υποχρεούται να καταβάλει και χρηματική ικανοποίηση 10.000 ευρώ, τα ποσά δε αυτά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 73 ΕισΝ ΚΠολΔ και 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, με αγωγή κακοδικίας μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση, μεταξύ άλλων, από συμβολαιογράφο, λόγω αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, εξαιτίας της οποίας προκαλείται ζημία στον εντολέα ή τρίτο, οφειλόμενη σε δόλο ή βαριά αμέλεια του εναγομένου συμβολαιογράφου. Επομένως, στοιχεία της αγωγής κακοδικίας κατά του ανωτέρω προσώπου είναι: 1) αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, 2) πρόκληση ζημίας στον εντολέα, αν πρόκειται για αντισυμβατική συμπεριφορά, ή και σε τρίτο πρόσωπο, αν πρόκειται για παράνομη συμπεριφορά και 3) δόλος ή βαριά αμέλεια. Για τον προσδιορισμό του στοιχείου του "παρανόμου", σκοπητέες είναι κυρίως οι διατάξεις που προβλέπουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του εν λόγω δημόσιου λειτουργού, και ειδικότερα οι διατάξεις των οργανικών νόμων της υπηρεσίας του. "Βαριά" είναι η αμέλεια, όταν η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη προς τα αγαθά των άλλων. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη βαριάς αμέλειας, που είναι αόριστη νομική έννοια, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το αν με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση η αμέλεια είναι βαριά (ΑΠ 1627/2007). Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 5 παρ. 2 Κώδικα Συμβολαιογράφων, ο συμβολαιογράφος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός και κατά την άσκηση του λειτουργήματός του οφείλει να ασκεί τα καθήκοντά του ευσυνείδητα και αμερόληπτα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 73 παρ. 5 ΕισΝ ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας, πλην των άλλων, και κατά συμβολαιογράφου, όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη, που επικαλείται ο ενάγων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διατάξεως ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς για την άσκηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η δικαστική προστασία. Τέτοιος περιορισμός είναι και η υποχρέωση για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής κακοδικίας κατά συμβολαιογράφου μέσα σε σύντομη αποσβεστική προθεσμία και δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των συμβολαιογράφων, ως άμισθων δημόσιων λειτουργών (άρθρο 1 του Κώδικα Συμβολαιογράφων), προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Έτσι, οι περιορισμοί στην άσκηση της αγωγής και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους πρέπει να αποβλέπουν στο να καταστήσουν προσεκτικό τον ενάγοντα και να περιφρουρήσουν το γενικότερο συμφέρον, που επιβάλλει ασφαλή και ταχεία εκκαθάριση τέτοιων δικών, αλλά να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο, που να καταλύουν το δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας, το οποίο καθιερώνει η πιο πάνω συνταγματική διάταξη. Καθίσταται όμως υπέρμετρος περιορισμός η πιο πάνω εξάμηνη προθεσμία, για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας, στο σημείο, που τοποθετεί την έναρξή της στο χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς του συμβολαιογράφου και όχι στο χρόνο γνώσεως από τον παθόντα, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος, πολύ πριν λάβει γνώση ο παθών, που ζημιώθηκε. Ο περιορισμός αυτός, καθόσον συναρτάται με το χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς, δεν είναι αναγκαίος ούτε πρόσφορος για την απονομή της δικαιοσύνης σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, τις κρατούσες αντιλήψεις και την ιδιαίτερη φύση του προστατευόμενου ουσιαστικού δικαιώματος. Τέλος, η αγωγή κακοδικίας, κατά το άρθρο 73 ΕισΝ ΚΠολΔ, αποτελεί το μοναδικό βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη του συμβολαιογράφου. Αντιθέτως, δεν είναι δυνατή ούτε η αξίωση αποζημιώσεως με βάση τις διατάξεις της συμβατικής (ΑΚ 713) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΚ 914) ούτε η επίκληση του άρθρου 8 ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών από πράξεις ή παραλείψεις προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες (Ολ.ΑΠ 18/1999, 20/2000, ΑΠ 1057/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 8-6-2005 αγωγή των, μεταξύ των άλλων, και εναντίον της έκτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, η οποία τυγχάνει συμβολαιογράφος Αθηνών. Με την αγωγή τους ζητούσαν αποζημίωση για τη ζημία που προξενήθηκε σ' αυτούς από την ακύρωση του συμβολαίου αγοράς ενός ακινήτου, το οποίο κατάρτισαν αυτοί με τον πρώτο εναγόμενο και μη διάδικο στην παρούσα δίκη Κ. Α., ο οποίος συνεβλήθη στη σύμβαση αυτή ως δήθεν πληρεξούσιος της κυρίας του ακινήτου Χ. Π. - Π., δυνάμει του .../28-12-1999 ειδικού πληρεξουσίου, που συνέταξε η αναιρεσείουσα. Με το πληρεξούσιο αυτό η φερομένη ως κυρία του ακινήτου διόριζε τον πρώτο εναγόμενο γενικό και ειδικό πληρεξούσιο, παρέχοντάς του την εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως αντ' αυτής και για λογαριασμό της πωλεί και μεταβιβάζει αυτό στον οποιονδήποτε, με οποιοδήποτε τίμημα, να εισπράττει το τίμημα ή να το πιστώνει στον αγοραστή με οποιαδήποτε ασφάλεια της πωλήτριας. Ωστόσο, το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, με το οποίο ήταν εφοδιασμένη η φερομένη ως κυρία του ακινήτου αυτού, που εμφανίσθηκε ενώπιον της αναιρεσείουσας για τη σύνταξη του ως άνω πληρεξουσίου, ήταν πλαστό, γεγονός το οποίο όφειλε και μπορούσε αυτή να αντιληφθεί λόγω της επαγγελματικής της ιδιότητας, προεχόντως διότι ότι το δελτίο αυτό κατά τρόπο εμφανή έφερε διαγωνίως και στις δύο όψεις του την έντυπη ένδειξη ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, παρότι κατά τη φερομένη ημερομηνία εκδόσεώς του το πολίτευμα της Ελλάδας ήταν βασιλευόμενη δημοκρατία και έπρεπε να αναγράφει ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. Αυτή όμως, επιδεικνύοντας βαριά αμέλεια, δεν έλεγξε τα στοιχεία αυτά, που καθιστούσαν αμέσως αντιληπτή την πλαστότητα τούτου, με αποτέλεσμα να προβεί στη σύνταξη του ως άνω, πλαστού κατά περιεχόμενο, ειδικού πληρεξουσίου, με τη χρήση του οποίου στη συνέχεια ο Κ. Α. διέπραξε απάτη σε βάρος των εναγόντων. Ειδικότερα, κατά την κατάρτιση της σχετικής συμβάσεως αγοραπωλησίας, η οποία ακυρώθηκε μεταγενέστερα με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, εμφανίσθηκε αυτός ενώπιον άλλης συμβολαιογράφου και στους ενάγοντες ως δήθεν πληρεξούσιος της αληθούς κυρίας του ακινήτου Χ. Π. - Π. και έπεισε τη μεν συμβολαιογράφο να προβεί στη σύνταξη του σχετικού συμβολαίου, τους δε ενάγοντες να προβούν σε δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση σ' αυτούς του περιγραφόμενου στην αγωγή και στο συμβόλαιο ακινήτου. Και καταλήγει το Εφετείο, ότι με την αμελή αυτή συμπεριφορά της η έκτη εναγομένη και την εξαιτίας αυτής σύνταξη του πλαστού κατά περιεχόμενο ειδικού πληρεξουσίου συνετέλεσε στο να επέλθει στους ενάγοντες ζημία από την ακύρωση της συμβάσεως αγοραπωλησίας. Συγκεκριμένα, με τη χρήση του πλαστού αυτού πληρεξουσίου κατέστη δυνατή η εμφάνιση του Κ. Α. ως νομίμου πληρεξουσίου της πωλήτριας κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μεταβιβάσεως του βεβαρημένου ακινήτου και η καταβολή μέρους του τιμήματος ποσού 45.000.000 δρχ. από τους ενάγοντες σ' αυτόν και του ισόποσου υπολοίπου στην υπερής το εμπράγματο βάρος πέμπτη εναγομένη Γενική Τράπεζα της Ελλάδος, δήθεν για λογαριασμό της φερόμενης ως πωλήτριας, με αποτέλεσμα να ζημιωθούν οι ενάγοντες κατά το ποσόν αυτό, επιπλέον δε και κατά τα παρατιθέμενα στην απόφαση ποσά εξόδων για την κατάρτιση της συμβάσεως αγοραπωλησίας του ακινήτου, η οποία, όπως αναφέρθηκε ήδη, ακυρώθηκε στη συνέχεια με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι η αληθής κυρία του ένδικου ακινήτου Χ. Π. - Π. ενημερώθηκε τον Μάιο του έτους 2000 πως το ακίνητό της είχε πωληθεί στους ενάγοντες και αμέσως διαμαρτυρήθηκε σ' αυτούς με την από 12-6-2000 εξώδικη δήλωσή της, η οποία τους επιδόθηκε στις 21-6-2000, όπως τούτο προκύπτει από τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ..., και με την οποία διαμαρτυρία η ως άνω κυρία του ένδικου ακινήτου τους δήλωνε, πλην των άλλων, ότι ουδέποτε είχε παρουσιασθεί αυτή και υπογράψει το ως άνω υπ' αριθμ. .../28-12-1999 ειδικό πληρεξούσιο ενώπιον της ήδη αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Ι. - Β. και ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε τον αναφερόμενο στο πληρεξούσιο αυτό Κ. Α. να προβεί στην πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου. Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητά διαλαμβάνεται ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι έλαβαν γνώση του φερομένου ως πλαστού ειδικού πληρεξουσίου, συντάκτης του οποίου είναι η αναιρεσείουσα συμβολαιογράφος, στις 21-6-2000 και στην κατάθεση της αγωγής προέβησαν στις 10-6-2005, επέδωσαν δε αυτή στην αναιρεσείουσα στις 13-6-2005, δηλαδή πολύ μετά την πάροδο της ως άνω εξάμηνης προθεσμίας (του άρθρου 73 παρ. 5 ΕΙσΝ ΚΠολΔ), από της γνώσεως το εκ μέρους των εναγόντων του εις βάρους των αδικήματος και της προς αποζημίωσή τους υποχρέου. Κατά συνέπεια, η σχετική αγωγή αποζημιώσεως ήταν ως προς αυτήν παραγεγραμμένη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ωστόσο απέρριψε ως μη νόμιμη τη σχετική ένσταση που πρότεινε η έκτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, την αυτή δε κρίση εξέφερε και η προσβαλλόμενη απόφαση, (απορρίπτοντας σχετικό λόγο εφέσεώς της, με τον οποίο είχε επαναφέρει αυτή την ως άνω ένσταση παραγραφής), με το αιτιολογικό ότι η αγωγή κακοδικίας προϋποθέτει ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά προέρχεται και συντελέσθηκε από την ανωτέρω έναντι προσώπου με το οποίο συνδεόταν αυτή με υπηρεσιακή σχέση παροχής συμβολαιογραφικών υπηρεσιών, που προβλέπονται και ρυθμίζονται από τον Κώδικα των Συμβολαιογράφων, γεγονός που δεν συνέβαινε στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά την οποία ουδεμία εντολή και σχέση υφίστατο μεταξύ των εναγόντων και της έκτης εναγομένης, αλλά απεναντίας η τελευταία ενεργούσε κατόπιν φερομένης εντολής της κυρίας του ακινήτου, και κατόπιν τούτου απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως ως αβάσιμο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η εξάμηνη παραγραφή έχει εφαρμογή μόνο έναντι του προσώπου, με το οποίο ο συμβολαιογράφος συνδέεται με σχέση παροχής συμβολαιογραφικών υπηρεσιών, και όχι έναντι του τρίτου, που υφίσταται ζημία εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς του, που οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια, και του οποίου η αξίωση για αποζημίωση θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις περί αδικοπραξιών, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ειδικότερα την ως άνω διάταξη του άρθρου 73 παρ. 5 ν. ΕΙσΝ ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η αγωγή κακοδικίας αποτελεί το μοναδικό βοήθημα τόσο του εντολέα όσο και του τρίτου, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη του συμβολαιογράφου. Πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος και ο αντίστοιχος πρώτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί ως προς την αναιρεσείουσα η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ Ολομ. 25/2001, ΑΠ 448/2005). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την 1916/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς την αναιρεσείουσα. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της εφέσεως. Δέχεται την από 21-6-2010 έφεση και τους από 4-4-2011 πρόσθετους λόγους της εναγομένης - αναιρεσείουσας Ε. συζ. Χ. Ι. κατά της 479/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εξαφανίζει την ως άνω απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα. Απορρίπτει την από 8-6-2005 αγωγή των εναγόντων - αναιρεσίβλητων ως προς την έκτη εναγομένη - αναιρεσείουσα. Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας και την ορίζει στις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 1 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Οκτωβρίου 2013. O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ