ΑΡΙΘΜΟΣ 766/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη-Εισηγήτρια και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κομνηνάκη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 1494/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Σ. Ζ. του Σ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Αυγούστου 2012 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1125/2012. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης, ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1α ΠΚ όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 3 ετών, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική του βλάβη (άρθρο 310 παρ. 2), επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Ενόψει της διαζευκτικής διατυπώσεως της δεύτερης από τις διατάξεις αυτές, είναι απαραίτητο στην καταδικαστική για επικίνδυνη σωματική βλάβη απόφαση να καθορίζεται ποία από τις άνω δύο διακινδυνεύσεις δέχεται το δικαστήριο ότι συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, δηλαδή διακινδύνευση για τη ζωή ή για βαριά σωματική βλάβη. Αυτό δε δεν στερείται εννόμων συνεπειών διότι η παραδοχή της μίας ή της άλλης περίπτωσης αν και στις δυο περιπτώσεις η πράξη τιμωρείται με τα αυτά όρια ποινής, πρακτικώς άγει σε διαφοροποίηση της ποινικής μεταχείρισης του δράστη, αφού στην πρώτη πλήττεται έννομο αγαθό υπέρτερο από τη σωματική υγεία και ακεραιτότητα και η ποινή του θα καθοριστεί με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ. Αν υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το είδος της διακινδύνευσης τότε συντρέχει η περίπτωση εκ πλαγίου παραβίασης της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 309 του ΠΚ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης διότι ο Άρειος Πάγος αδυνατεί να ελέγξει ακυρωτικά την απόφαση, για το αν δηλαδή το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά ή μη το νόμο με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης 1494/2012 απόφασης, του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος προσδιορίζονται σε αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι: "Οι νεαράς ηλικίας κατηγορούμενοι την 17-5-2008 μετέβησαν οδικώς με μισθωμένο μικρό λεωφορείο το οποίο οδηγούσε ο δεύτερος κατηγορούμενος, από την Αθήνα εις την Θεσσαλονίκη δια να παρακολουθήσουν ως φίλαθλοι ποδοσφαιρικό αγώνα ο οποίος επρόκειτο να διεξαχθεί με ποδοσφαιρική ομάδα της Θεσσαλονίκης εις το γήπεδο Καυτατζόγλειο. Οι κάτοικο Αθηνών κατηγορούμενοι ακολουθούσαν με το χωρητικότητος δέκα περίπου επιβατών όχημά των άλλα οχήματα με φιλάθλους της ποδοσφαιρικής των ομάδος. Όταν έφθασαν, κινούμενοι επί της περιφερειακής οδού, εις το ύψος της περιοχής του Δήμου Ν. Ευκαρπίας, εστάθμευσαν όπως και τα άλλα οχήματα των οπαδών της ομάδος των, αποβιβάσθηκαν του αυτοκινήτου και δημιούργησαν επεισόδια όχι μόνον επί της οδού. Ο παθών, κάτοικος της περιοχής, εις την προσπάθειά του να μεταβεί εις την οικίαν του, εδέχθη επίθεση από τους κατηγορουμένους οι οποίοι τον ξυλοκόπησαν με αγριότητα, είναι δε χαρακτηριστική η κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας η οποία ανέφερε ότι "όλοι οι κατηγορούμενοι και άλλα δύο (2) άτομα χτύπησαν τον παθόντα ... ο μηνυτής ήταν στο έδαφος και ανέβηκαν επάνω του και τον πατούσαν με τα πόδια τους". Οι κατηγορούμενοι εν συνεχεία μετέβησαν εις τον χώρον του γηπέδου όπου και συνελήφθησαν, ενώ ο παθών-πολιτικώς ενάγων διεκομίσθη λιπόθυμος εις το νοσηλευτήριο όπου διεγνώσθη ότι τα λακτίσματα και η βιαιότητα των κατηγορουμένων του είχαν προκαλέσει κρανιοεγκεφαλική κάκωση, νοσηλευθείς επί 3ήμερον. Εκ πάντων των ανωτέρω απεδείχθη ότι οι κατηγορούμενοι όλοι εγνώριζαν και ήθελαν την πρόκληση της σωματικής βλάβης εις τον παθόντα, την οποία εκτέλεσαν με επικίνδυνον τρόπο καθόσον συνέτρεξε διακινδύνευση της ζωής του. Πρέπει επομένως να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι δια την τέλεση του εγκλήματος της επικίνδυνης σωματικής βλάβης εις βάρος του πολιτικώς ενάγοντος με ενσυνείδητη και ηθελημένη σύμπραξη πάντων (ΠΚ 45, 309, 308§1α). Λόγω της σφοδρότητος των πληγμάτων εις την κεφαλή κυρίως αλλά και εις τον θώρακα, τα οποία, προκάλεσαν οι κατηγορούμενοι εις τον παθόντα, έφερε αυτός επί διάστημα αυχενικό κηδεμόνα, από τον τρόπο δε που αυτού εκτέλεσαν τις πράξεις εις βάρος του, ο οποίος χαρακτηρίζεται επικίνδυνος, ώστε συνέτρεξε διακινδύνευση της ζωής του, η σωματική βλάβη εν προκειμένω φέρει επιβαρυντική μορφή ώστε είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του δευτέρου κατηγορουμένου ότι ετέλεσε το έγκλημα της απλής σωματικής βλάβης με πρόκληση σωματικής κακώσεως εις τον παθόντα (ΠΚ 308§1) και πρέπει εντεύθεν να απορριφθεί το αίτημα του ανωτέρω δια την μεταβολή της κατηγορίας. Απορριπτέος επίσης κρίνεται και ο προταθείς από τους δεύτερον και τρίτον κατηγορουμένους περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς ισχυρισμών καθόσον δεν απεδείχθη ότι επί μακρόν χρόνον εν σχέσει με την βαρύτητα της τελεσθείσης την 17-5-2008 πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, οι κατηγορούμενοι συμπεριφέρθηκαν καλά (ΠΚ 84§2ε). Επίσης πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς αόριστος ο ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου ότι εις την τέλεση της πράξεως ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος (ΠΚ 84§2γ)". Ακολούθως, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης με το ακόλουθο διατακτικό:" Κηρύσσει τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι: Στην περιφερειακή οδό Θεσσαλονίκης στο ύψος της Ευκαρπίας την 17.5.2008 ενεργώντας από κοινού με πρόθεση προξένησαν σε άλλο σωματικές βλάβες με τρόπο που μπορούσαν να προξενήσουν σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη και συγκεκριμένα πριν την έναρξη του ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ των ομάδων ΑΡΗ-ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥ στο Καυτατζόγλιο στάδιο επιτέθηκαν κατά του Σ. Ζ. και τον ξυλοκόπησαν άγρια, με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν κρανιοεγκεφαλική κάκωση, η πράξη τους δε αυτή λόγω της αγριότητας των χτυπημάτων και του πληγέντος μέρους του σώματος του παθόντα μπορούσε να προξενήσει σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή του". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση της για την παράβαση του 309 ΠΚ την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως αλλ' ούτε και εκ πλαγίου. Επίσης, δεν υφίσταται ασάφεια ως προς το είδος της διακινδύνευσης που δέχθηκε, δηλαδή του κινδύνου της ζωής του παθόντος, δεδομένου ότι στο σκεπτικό αναφέρεται "η διακινδύνευση της ζωής του παθόντος" στο δε διατακτικό στην αρχή αναφέρεται η διάταξη του άρθρου και στη συνέχεια η διακινδύνευση εντοπίζεται στον κίνδυνο της ζωής αναφέροντας επί λέξει "η πράξη τους δε αυτή λόγω της αγριότητας των χτυπημάτων και του πληγέντος μέρους του σώματος του παθόντα μπορούσε να προξενήσει σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή του", αναφορά η οποία δεν εγκαταλείπει καμιά αμφιβολία, ούτε δημιουργεί καμία ασάφεια περί του είδους της διακινδύνευσης που δέχθηκε. Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμου βάσεως από το ότι υπάρχει ασάφεια σ' αυτήν ως προς το είδος της διακινδυνεύσεως του παθόντος λόγω της αναφοράς στο σκεπτικό ότι "εγνώριζαν και ήθελαν την πρόκληση της σωματικής βλάβης εις τον παθόντα την οποία εκτέλεσαν με επικίνδυνο τρόπο καθόσον συνέτρεξε διακινδύνευση της ζωής του" ενώ στο διατακτικό γίνεται δεκτό ότι από τις κακώσεις αυτές μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος για τη ζωή ή βαριά σωματική βλάβη είναι απορριπτέες, καθόσον και στο διατακτικό εντοπίζει το είδος της διακινδύνευσης στο ότι "μπορούσε να προξενήσει σ' αυτόν κίνδυνο για τη ζωή του". Κατ' ακολουθίαν οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' και Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και για έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας υπό την έννοια ελλείψεως νομίμου βάσεως λόγω ασαφειών ως προς το είδος της διακινδυνεύσεως που έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι συνέτρεξε, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτό. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι ο ισχυρισμός για αναγνώριση της υπάρξεως στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ιδίου Κώδικα. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ θεωρούνται μεταξύ άλλων, κατά στοιχ. ε' το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του". Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεως του, ήτοι απαιτείται εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του υπέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναγνώρισης στο πρόσωπο του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη κατ' άρθρο 84 παρ.2 περ.ε αναφέροντας επί λέξει τα εξής: "Η καλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου στην προκειμένη περίπτωση συνίσταται στη μη τέλεση από μέρους του κανενός εγκλήματος, έχει δε παρέλθει σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα από τις 17-5-2008 έως σήμερα, τόσο όσο απαιτεί το περί δικαίου αίσθημα για τον καταλογισμό της συμπεριφοράς αυτής κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ήδη υπηρετεί κατά τα προεκτεθέντα στην Ελληνική αστυνομία και δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων του, ενώ όπως προκύπτει και από την από 20-03-2012 βεβαίωση της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής από την κατάταξη του στο σώμα την 19-10-2008 έως και σήμερα δεν έχει απασχολήσει την υπηρεσία με πειθαρχικά και ποινικά παραπτώματα. Τον άνω αυτοτελή ισχυρισμό η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Απορριπτέος επίσης κρίνεται και ο προταθείς από τους δεύτερο (ήδη αναιρεσείοντα) κατηγορούμενο περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περιστάσεως της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς ισχυρισμό, καθόσον δεν απεδείχθη ότι επί μακρόν εν σχέσει με την βαρύτητα της τελεσθείσας την 17-5-2008 πράξεως της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά". Η απορριπτική ως άνω αιτιολογία είναι επαρκής ανεξάρτητα του ότι η προσβαλλομένη δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει αιτιολογία δεδομένου ότι δεν παρατέθηκαν από τον αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά, που να δεικνύουν θετική και επωφελή συμπεριφορά επί μακρό μετά την τέλεση της πράξης. Κατά συνέπεια και σχετικός τρίτος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ', λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και εν όψει του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 29-8-2012 δήλωση-αίτηση του Γ. Π. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1494/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ