Αριθμός 1045/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα (όπως μετονομάστηκε το Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΕΦΚΑ)), ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "W. Ε. Ι. Ε..Π..Ε..", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χριστοδούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5751/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3186/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8/11/2021 αίτησή του και τους από 1/12/2022 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 3186/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τη διάταξή της που αφορά την έναρξη της τοκογονίας του επιδικασθέντος στην αναιρεσίβλητη κεφαλαίου από 9-11-2007. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ). Το αναιρεσείον άσκησε παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 1-12-2022 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη στις 5-12-2022, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρα 246, 573 παρ.1ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναιρέσεως (ΑΠ921/2019,ΑΠ507/2017) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών. Ο ν. 3918/2011 "Διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας και άλλες διατάξεις" ( ΦΕΚ Α' 31/2.3.2011) ορίζει στο άρθρο 17 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 72 του ν. 3984/2011, ότι: "1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (εφεξής Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή Οργανισμός), το οποίο αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης... Η έναρξη λειτουργίας του Οργανισμού ορίζεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 2. Στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του Ι.Κ.Α. με το σύνολο του εξοπλισμού του, οι Κλάδοι Υγείας του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και του Οργανισμού Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ), ο Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου (ΟΠΑΔ), όπως διαμορφώθηκε με τις διατάξεις του ν. 3655/2008, ως προς τις παροχές σε είδος. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μπορεί να μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και άλλοι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί παροχής υγείας που λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ...". Σύμφωνα με το άρθρο 18 του ιδίου νόμου "1. Σκοπός του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας είναι α. Η παροχή υπηρεσιών υγείας στους εν ενεργεία ασφαλισμένους, συνταξιούχους και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών του, των μεταφερόμενων φορέων, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 30 Ενιαίο Κανονισμό Παροχών Υγείας του παρόντος νόμου... 2. Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται στους ασφαλισμένους του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ: α) από τις Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, β) από τους συμβεβλημένους με το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τον ΟΑΕΕ και τον ΟΠΑΔ ιατρούς και γ) από τους ιατρούς των Κέντρων Υγείας και των Περιφερειακών Ιατρείων ...". Εξάλλου, με το άρθρο 23 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι: "1. Οι υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. διακρίνονται σε Κεντρική και Περιφερειακές. Α. ... Β. α. Τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ., οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης, καθώς και οι περιφερειακές υπηρεσίες των λοιπών εντασσόμενων φορέων και κλάδων υγείας που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθένειας σε είδος. Από τις περιφερειακές υπηρεσίες υγείας του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. εξαιρούνται οι υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης, οι οποίες μεταφέρονται στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος....". Περαιτέρω, με το άρθρο 29 αυτού ορίστηκε ότι: "Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών ... 3. Οι συμβάσεις των εντασσόμενων φορέων εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", με την μεταβατική δε διάταξη του άρθρου 33 παρ. 9 του ιδίου νόμου ορίστηκε ότι: "Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.". Κατ' εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 23 παρ. 1 Ββ του ν. 3918/2011 εκδόθηκε η ΥΑ Φ.80000/οικ.32115/2009 (Β' 3010/29.12.2011), με την οποία μεταφέρθηκαν, από 1.1.2012, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες που δεν αποτελούσαν οργανικές μονάδες και λειτουργούσαν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος κ.λπ., οι οποίες αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του π.δ. 266/1989 (όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ. 363/1992) μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ. Ακολούθως, με το άρθρο 51 του ν.4387/2016 "Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας κλπ" (Α' 85/12.5.2016) ορίσθηκαν τα εξής: "1. Συνιστάται Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", αποκαλούμενο στο εξής "Ε.Φ.Κ.Α.", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχει την έδρα του στην Αθήνα. Από 1.1.2017, οπότε και αρχίζει η λειτουργία του ως φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης, εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. αυτοδίκαια οι υφιστάμενοι φορείς κύριας κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τα άρθρα 53 επ. και ο Ε.Φ.Κ.Α. καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος αυτών... Περαιτέρω, ο ν. 4430/2016 (Α' 205/31.10.2016), στην παρ. 1 του άρθρου 52, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ως καθολικού διαδόχου των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης", όριζε ότι: "1α) Ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) θα χρηματοδοτηθεί από τον Κρατικό Προϋπολογισμό τα οικονομικά έτη 2016 και 2017 για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών του Οργανισμού, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 30.4.2016 προς τα Φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια, φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ. ... β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. νοούνται εκείνες που αφορούν τα πριν τις 31.12.2012 έτη και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση, κατά το χρόνο υποβολής, παραστατικά στοιχεία και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί". Στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου 52 του ως άνω νόμου (4430/2016), οριζόταν ότι: " Η εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Οργανισμού που πραγματοποιείται από Φ.Κ.Α. των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 29 παρ. 10 του Ν. 3918/2011, όπως ισχύει, διενεργείται το αργότερο έως 30.6.2017". Η διάταξη αυτή της παρ. 4 του ιδίου άρθρου 52 του ν. 4430/2016 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017 (Α' 115/7.8.2017) ως ακολούθως: "4. Μετά τις 30.6.2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α.. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν και εκτελούνται σε βάρος του προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α.. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ και οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εξοφλούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο". Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ο Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) χρηματοδοτήθηκε μεν από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, τα οικονομικά έτη 2016 και 2017, για την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του Οργανισμού, που αφορούν τα προ 31.12.2012 έτη, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 30.4.2016, μεταξύ δε αυτών και των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Οργανισμού από προμήθειες υγειονομικού και λοιπού υλικού που αφορούν Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ με το άρθρο 29 παρ. 10 του ν. 3918/2011, η εξόφληση των οποίων έπρεπε να διενεργηθεί το αργότερο έως 30.6.2017, ακολούθως δε, με την διάταξη του άρθρου 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017 που αντικατέστησε την παρ. 4 του άρθρου 52 του ν. 4430/2016 ορίστηκε ότι, μετά τις 30.6.2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν, κατά τα ανωτέρω στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Φ.Κ.Α και οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. Εξαιρούνται, όμως, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ που εξακολουθούν να παρακολουθούνται και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Μεταγενέστερα, ο ν. 4578/2018 (Α' 200/3.12.2018) όρισε στο άρθρο 12, που φέρει τον τίτλο "Εκκαθάριση και πληρωμή ληξιπροθέσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φ.Κ.Α. που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", όπως η περιπτ. α της παρ. 1 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 44 του ν. 4611/2019 (Α' 73/17.5.2019), ότι: "1. α) Ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς τα φαρμακεία, λοιπούς συμβεβλημένους ιδιώτες παρόχους υπηρεσιών υγείας (ιατρούς, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, εργαστήρια κ.λπ.), φαρμακευτικές εταιρείες, προμηθευτές υγειονομικού και λοιπού υλικού κ.λπ., και προς ασφαλισμένους των ΦΚΑ, εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον ΕΦΚΑ μέχρι 31.12.2019. Από τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του πρώην Ο.Π.Α.Δ./Τομέας Ασφαλισμένων Δημοσίου, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., οι οποίες εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του και εξοφλούνται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 52 του ν. 4430/2016 (Α` 205). β) Ως ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, νοούνται εκείνες που αφορούν τα έτη από 1.1.2006 και εντεύθεν, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση, παραστατικά ή αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών ή η παραλαβή των προϊόντων και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος" και στο άρθρο 13, με τον τίτλο "Νομική παράσταση ΕΦΚΑ υπέρ Ε.Ο.Π.Υ.Υ." ότι: "1. Σε δίκες που αφορούν αξιώσεις ή υποχρεώσεις των κλάδων υγείας που μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, την παρ. 17 του άρθρου 13 του ν. 4052/2012 και το εδάφιο 1β της υποπαραγράφου ΙΒ.1 της παρ. ΙΒ` του άρθρου μόνου του ν. 4093/2012, στις οποίες διάδικος είναι το πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, νυν ΕΦΚΑ, ή/και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο ΕΦΚΑ εξακολουθεί να νομιμοποιείται στη διεξαγωγή των δικών αυτών και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ένδικων μέσων, μέχρι και την αμετάκλητη περάτωσή τους. Η νομική θέση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στις δίκες αυτές δεν θίγεται. Οι αποφάσεις δεσμεύουν τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του. 2. Οι διατάξεις του παρόντος καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δίκες". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, αφενός μεν ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (Φ.Κ.Α.), των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν, με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3918/2011, στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., ο οποίος και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών, αφετέρου δε ότι, μετά τις 30.6.2017, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 4 του ν. 4430/2016, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 97 παρ. 1α του ν. 4486/2017, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. που προέρχονται από Φ.Κ.Α., των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (πλην εκείνων του πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ), "μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφαλίσεως (Ε.Φ.Κ.Α.)" και οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις ως άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Εξάλλου, ο νομοθέτης αποβλέποντας στην εξόφληση όλων των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του κλάδου υγείας των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), που εντάχθηκαν στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., από 1.1.2006 και εντεύθεν, όρισε με το άρθρο 12 του ν. 4578/2018, ότι οι υποχρεώσεις αυτές (πλην εκείνων του πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκου Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ) "εκκαθαρίζονται και πληρώνονται από τον Ε.Φ.Κ.Α." μέχρι 31.12.2019 (και ήδη μέχρι 31-12-2022 με βάση την ΥΑ 60855/2022), νομιμοποιούμενος δε παθητικά, σε κάθε περίπτωση, στις σχετικές δίκες, ακόμη και για εκείνες τις υποχρεώσεις που αφορούν τα προ της 1-1-2006 έτη, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα, κατά περίπτωση, παραστατικά ή αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών ή η παραλαβή των προϊόντων και οι οποίες δεν έχουν εξοφληθεί έως την έναρξη ισχύος του Ν 4578/2018, είναι ο ΕΦΚΑ και η νομιμοποίηση αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση ενδίκων μέσων, μέχρι την αμετάκλητη περάτωσή τους, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 13 παρ.1 εδ.α του εν λόγω νόμου, ανεξάρτητα της προβλεπόμενης ρυθμίσεως του επόμενου εδαφίου γ' της ίδιας παραγράφου του αυτού άρθρου για την ισχύ του δεδικασμένου των αποφάσεων που θα εκδοθούν επί των υποθέσεων αυτών, σύμφωνα με την οποία οι αποφάσεις αυτές δεσμεύουν τον ΕΟΠΥΥ και εκτελούνται υπέρ και εις βάρος του ( ΑΠ 520/2023, ΣτΕ 759/2020). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 24/2015). Η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας. Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ25/2008). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση. Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης. Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεώς του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως (ΑΠ 55/2022, ΑΠ 915/2021, AΠ 46/2020,ΑΠ 649/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο και τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 9, 14 και 19), συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 97 παρ.1Α Ν 4486/2017, 12 και 13 του Ν 4578/2018, δεχόμενο ότι το ΝΠΔΔ ΕΦΚΑ ως οιονεί καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ νομιμοποιείται να εναχθεί για την επίδικη αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και όχι το εναγόμενο ΝΠΔΔ ΕΟΠΥΥ, μολονότι πρόκειται για προμήθειες ετών προγενέστερων της 1-1-2006. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ένδικη αξίωση προέρχεται από πώληση και παράδοση υλικών από την ενάγουσα εταιρεία στο ΝΠΔΔ ΙΚΑ-ΕΤΑΜ κατά το χρονικό διάστημα από 29-4-2004 έως 16-12-2005 ήτοι πριν την ένταξη του τελευταίου στον ΕΟΠΥΥ. Ο ΕΟΠΥΥ δυνάμει του Ν 3918/2011 αρχικά κατέστη καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για την επίδικη αξίωση..... Στη συνέχεια, δυνάμει του άρθρου 97 Ν 4486/2017, με το οποίο αντικαταστάθηκε η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 52 του Ν 4430/2016, μετά τις 30-6-2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ που προέρχονται από ΦΚΑ, των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ, ενώ εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές από τις άνω ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις συνεχίζονται από τον ΕΦΚΑ χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Επομένως, το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία ΕΦΚΑ ως οιονεί καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ νομιμοποιείται να εναχθεί για την επίδικη αξίωση και όχι το δεύτερο εναγόμενο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία ΕΟΠΥΥ. Επομένως, ορθώς η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του ΕΟΠΥΥ και την έκανε δεκτή για το εκκαλούν νομικό πρόσωπο ΕΦΚΑ. Συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι έφεσης που αφορούν την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του εκκαλούντος και τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της αγωγής λόγω ασκήσεώς της κατά ανυπάρκτου προσώπου, πρέπει να απορριφθούν ως νομικά αβάσιμοι..... Με το ίδιο αιτιολογικό πρέπει να απορριφθεί και ο πέμπτος λόγος έφεσης κατά το σκέλος με το οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ήδη ΕΦΚΑ, ενόψει του ότι ο πρώην κλάδος υγείας του έχει αποσχισθεί από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και έχει ενταχθεί στον ΕΟΠΥΥ, καθώς και ο έκτος λόγος έφεσης, διότι το εκκαλούν ΕΦΚΑ αποτελεί οιονεί καθολικό διάδοχο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ για τις επίδικες αξιώσεις". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 97 παρ.1Α Ν 4486/2017, 12 και 13 Ν 4578/2018, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η ένδικη αξίωση προέρχεται από την πώληση και παράδοση ιατρικών υλικών από την ενάγουσα εταιρεία στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, κατά το χρονικό διάστημα από 29-4-2004 έως 16-12-2005, ήτοι πριν την ένταξη του τελευταίου στον ΕΟΠΥΥ. Στη συνέχεια ο ΕΟΠΥΥ κατέστη καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού, συμπεριλαμβανομένης και της επίδικης ληξιπρόθεσμης υποχρεώσεως, ενώ μετά τις 30-6-2017 οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του ΕΟΠΥΥ που προέρχονται από ΦΚΑ, των οποίων οι κλάδοι υγείας εντάχθηκαν στον ΕΟΠΥΥ, όπως και η ένδικη, μεταφέρονται, παρακολουθούνται και βαρύνουν τον προϋπολογισμό του ΕΦΚΑ από τον οποίο εκκαθαρίζονται και πληρώνονται και ο οποίος ως οιονεί καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ νομιμοποιείται παθητικά και για την επίδικη υποχρέωση που αφορά τα προ της 1-1-2006 έτη, για την οποία έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα παραστατικά και έχει γίνει παραλαβή των πωληθέντων προϊόντων, ενώ ο ΕΟΠΥΥ δεν νομιμοποιείται παθητικά, καθόσον στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται για ληξιπρόθεσμη υποχρέωση που προέρχεται από τον πρώην ΟΠΑΔ, πρώην Οίκο Ναύτου και πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ, οι οποίοι εντάχθηκαν μεν στον ΕΟΠΥΥ, αλλά οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους δεν μεταφέρθηκαν μετά τις 30-6-2017 προς εξόφληση στον ΕΦΚΑ, διότι εξαιρέθηκαν ρητά (άρθρο 52 παρ.4 Ν 4430/2016 και 12 Ν 4578/2018) και εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τον ΕΟΠΥΥ, να βαρύνουν τον προϋπολογισμό του και να εξοφλούνται απ'αυτόν. Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986 ορίζεται, ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 1406/1983, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως εκείνου που απορρίφθηκε. Ακολούθως, το ζήτημα αυτό ρυθμίσθηκε με το άρθρο 41 Ν 3659/2008, το οποίο ορίζει ότι "αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμόδιου δικαστηρίου εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο ή αφότου καταστεί τελεσίδικη η επιδοθείσα πρωτόδικη απόφαση, λογίζεται, ως προς όλες τις έννομες συνέπειες, ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο της άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε". Σύμφωνα λοιπόν με τη νεότερη αυτή διάταξη, η ανωτέρω δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία αφετηριάζεται, αν η απορριπτική απόφαση είναι από την έκδοσή της τελεσίδικη ή εκδόθηκε κατ' έφεση από δικαστήριο του δεύτερου βαθμού, από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, όχι μόνον όταν εκδίδεται επί της ασκηθείσης αγωγής απορριπτική απόφαση λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, αλλά και όταν ο ενάγων, αντιλαμβανόμενος ότι άσκησε την αγωγή του ενώπιον δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, ασκήσει νέα αγωγή ενώπιον του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου, χωρίς να αναμείνει την έκδοση αποφάσεως, αφού και με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται ο σκοπός της παραπάνω διατάξεως, που συνίσταται στη σε σύντομο διάστημα επίλυση των εκκρεμών υποθέσεων και στην προστασία των ενδιαφερομένων, οι οποίοι με την εσφαλμένη άσκηση βοηθήματος ενώπιον Δικαστηρίου στερουμένου δικαιοδοσίας, κινδυνεύουν να παραγραφεί η αξίωσή τους (ΑΠ 234/2022, ΑΠ1399/2017, ΑΠ1039/2017, ΑΠ 53/2012,ΑΠ1028/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η νέα αγωγή για να έχει το ανωτέρω αποτέλεσμα πρέπει να έχει την ίδια ιστορική και νομική αιτία ( ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1372/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1(και όχι από τους αριθ. 9,14,19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ.4 του Ν 1649/1986, 41 του Ν 3659/2008 και 40 παρ.6 του ΑΝ 1846/1951, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η πρώτη αγωγή της αναιρεσίβλητης που ασκήθηκε το έτος 2007 στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία είχε διαφορετική νομική και ιστορική βάση, στηριζόμενη στη διοικητική σύμβαση και όχι στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διέκοψε την παραγραφή της επίδικης αξιώσεως, ενώ αν είχε εφαρμόσει ορθά τις ως άνω διατάξεις θα είχε αχθεί στην κρίση ότι κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής το έτος 2017 η επίδικη αξίωση είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα αρχικά άσκησε κατά του ΙΚΑ την από 2-11-2007 αγωγή της ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, μεταξύ άλλων και, για την επίδικη αξίωση με την ίδια πραγματική και νομική αιτία και τα ίδια ακριβώς αιτήματα με την ένδικη αγωγή καθώς εκτός από τη βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης η αγωγή της περιείχε και τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η αγωγή αυτή επιδόθηκε στο ΙΚΑ στις 8-11-2007 και έτσι διεκόπη η παραγραφή των απαιτήσεών της και άρχισε να διαδράμει νέος χρόνος πενταετούς παραγραφής. Επί της ανωτέρω αγωγής εξεδόθη η υπ'αριθ. 12544/2009 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου και κατόπιν εφέσεως του ΙΚΑ η υπ'αριθ. 1440/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών η οποία την απέρριψε τελεσιδίκως ελλείψει δικαιοδοσίας κρίνοντας ότι η διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 22-3-2012. Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε κατά του ΙΚΑ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-3-2012 αγωγή της η οποία επιδόθηκε στο ΙΚΑ στις 10-4-2012, ήτοι εντός του διμήνου που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 9 παρ.4 Ν 1649/1986 και του άρθρου 41 Ν 3659/2008. Δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η 25-1-2015 κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω εκλογών. Την αγωγή αυτή επανέφερε η ενάγουσα με την από 4-12-2015 κλήση της την οποία επέδωσε στο ΙΚΑ και ορίστηκε δικάσιμος η 22-3-2017. Επίσης η ενάγουσα άσκησε κατά του ΕΟΠΥΥ, ο οποίος είχε καταστεί στο μεταξύ καθολικός διάδοχος ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κλάδου υγείας του ΙΚΑ, την από 2-5-2012 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 2-5-2012, ήτοι εντός του διμήνου από την επίδοση της τελεσίδικης αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Δικάσιμος για την αγωγή αυτή ορίστηκε η 10-10-2012 και μετά από αναβολή η 25-2-2015 οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση λόγω εκλογών. Η ενάγουσα επανέφερε τη συζήτησή της με την από 25-2-2015 κλήση, η οποία έλαβε δικάσιμο την 22-3-2017 και επιδόθηκε στον ΕΟΠΥΥ. Επομένως, αφού η ενάγουσα άσκησε την ανωτέρω αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων εντός διμήνου από την κοινοποίηση της 1440/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που απέρριψε τελεσίδικα την από 2-11-2007 αγωγή της για έλλειψη δικαιοδοσίας, λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειές της (και για τη διακοπή της παραγραφής) ότι ασκήθηκε κατά το χρόνο ασκήσεως της από 2-11-2007 αγωγής που απορρίφθηκε. Στη συνέχεια η ενάγουσα παραιτήθηκε από τις ανωτέρω αγωγές και κλήσεις. Με το από 1-3-2017 δικόγραφο παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 30-3-2012 αγωγής κατά του ΙΚΑ το οποίο επιδόθηκε στις 7-3-2017. Με το από 1-3-2017 δικόγραφο παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 4-12-2015 κλήσεως κατά του ΙΚΑ το οποίο επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 7-3-2017. Με το από 1-3-2017 δικόγραφο παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από 24-4-2012 αγωγής κατά του ΕΟΠΥΥ το οποίο δικόγραφο επιδόθηκε στο εναγόμενο την 7-3-2017. Με το από 1-3-2017 δικόγραφο παραιτήθηκε από το δικόγραφο της από25-2-2015 κλήσεως κατά του ΙΚΑ το οποίο επιδόθηκε στο εναγόμενο την 7-3-2017. Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε την ένδικη από 9-3-2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 30-3-2017, ήτοι εντός εξαμήνου από την παραίτηση από το δικόγραφο των ανωτέρω αγωγών, οπότε κατ' άρθρο 263 παρ.2 ΑΚ οι συνέπειες της διακοπής της παραγραφής με την αρχικώς ασκηθείσα ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αγωγή να διατηρούνται. Συνεπώς ο τρίτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, εφόσον η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-3-2012 αγωγή της κατά του ΙΚΑ και την από 24-4-2012 αγωγή της κατά του ΕΟΠΥΥ εντός διμήνου από τις 22-3-2012 που επιδόθηκε σ' αυτήν η υπ'αριθ. 1440/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως, ελλείψει δικαιοδοσίας, η αρχική από 2-11-2007 αγωγή της για την επίδικη αξίωση, στηριζόμενη στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, έχουσα βάση από την ενδοσυμβατική ευθύνη και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι ως άνω αγωγές λογίζονται ως προς όλες τις έννομες συνέπειές τους και για τη διακοπή της παραγραφής, ότι ασκήθηκαν κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αρχικής από 2-11-2007 αγωγής που απορρίφθηκε. Επίσης οι από 7-3-2017 νομότυπες παραιτήσεις της αναιρεσίβλητης από τα δικόγραφα των παραπάνω από 30-3-2012 και 24-4-2012 αγωγών της,έχουν ως αποτέλεσμα ότι οι αγωγές αυτές θεωρούνται ως μη ασκηθείσες. Όμως, με την άσκηση της ένδικης αγωγής στις 30-3-2017, ήτοι εντός έξι μηνών από τις ως άνω παραιτήσεις, η παραγραφή της επίδικης αξιώσεως θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη από 2-11-2007 αγωγή κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτό, ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επί πλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 119/2017, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 9/2014). Η παράλειψη του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου να αποφανθεί επί του αγωγικού αιτήματος για την κήρυξη της εκδοθησόμενης απόφασης ως προσωρινώς εκτελεστής, δεν θεμελιώνει παραδεκτό λόγο αναίρεσης, αφού με την έκδοση της οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, δημιουργείται τελεσιδικία και εκτελεστός τίτλος (άρθρα 321,904 παρ.2 στοιχ. α' ΚΠολΔ). Εξάλλου, και η παρά το νόμο κήρυξη της προσωρινής εκτέλεσης δεν στηρίζει παραδεκτό λόγο έφεσης, γιατί με την τελεσιδικία της απόφασης που επέρχεται με την εκδίκαση της έφεσης δεν υφίσταται προς τούτο έννομο συμφέρον του εναγομένου, αφού εξέλιπε το αντικείμενο (ΑΠ 1371/2022). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1,9,14,19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί της νομικής βασιμότητας του παρεπομένου αγωγικού αιτήματος, που έγινε δεκτό πρωτοδίκως, περί κηρύξεως της εκδοθησόμενης αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής. Ο εν λόγω, όμως, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, δεν θεμελιώνει κανένα παραδεκτό λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, ούτε παραδεκτό λόγο εφέσεως μπορούσε αυτός να στηρίξει, δοθέντος ότι, όπως ορθώς, άλλωστε, δέχθηκε και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, η εκδοθησόμενη απόφασή του, κατά το καταψηφιστικό σκέλος της, που αφορούσε επιδικασθείσα απαίτηση της αναιρεσίβλητης, συνολικού ποσού 66.172,68 ευρώ, ήταν τελεσίδικη και μπορούσε να εκτελεστεί κατά τα άρθρα 321 και 904 παρ.2 εδ. α' ΚΠολΔ. Με το άρθρο 21 του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου που είχε διατηρηθεί σε ισχύ με το άρθρο 109 του ΕισΝΑΚ, οριζόταν ότι: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Ομοίως οριζόταν στο άρθρο 7 παρ. 2 του ΠΔ 496/1974 ότι "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Νομικού Προσώπου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής". Ωστόσο, από την 1-5-2019, δυνάμει του άρθρου 45 του Ν 4607/2019 "Τοκοφορία οφειλών του Δημοσίου", ισχύει το μειωμένο επιτόκιο του Δημοσίου κατά τις ειδικότερες στο άρθρο προβλέψεις, στο οποίο ορίζονται τα εξής: "1. Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α' 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου. Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. 2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων. Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος". Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε με τη μη εφαρμογή της την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 45 παρ.1 του Ν 4607/2019, επικυρώνοντας εσφαλμένα την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό της οφειλής του των 66.172,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, χωρίς να καθορίσει από 1-5-2019 το προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη μειωμένο επιτόκιο του Δημοσίου. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την από 9-3-2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει σ' αυτή το ποσό των 66.172,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και μέχρι την εξόφληση, υπολογιζόμενο με επιτόκιο 6% ετησίως. Όμως, με τον μη καθορισμό από 1-5-2019 του προβλεπόμενου από τη διάταξη του άρθρου 45 παρ.1 Ν 4607/2019 μειωμένου επιτοκίου του Δημοσίου, το Εφετείο παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη με τη μη εφαρμογή της, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, αφού κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη η ρύθμισή της καταλαμβάνει και όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, όπως είναι και η κρινομένη. Επομένως, ο ως άνω πρώτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο ( ΟλΑΠ 42/2005, ΑΠ 1305/2018, ΑΠ 1402/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 66.172,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως από τις 9-11-2007 που επιδόθηκε η πρώτη αγωγή της αναιρεσίβλητης, κατά τα προεκτεθέντα, μέχρι τις 30-4-2019, ενώ έκτοτε, δηλαδή από την 1-5-2019 και έως την εξόφληση, το ως άνω ποσό επιβαρύνεται με το μειωμένο επιτόκιο του Δημοσίου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ.1 Ν 4607/2019. Επομένως, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση αλλά υπολείπεται μόνον η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, βάσει της εκτάσεως της αναιρέσεως, πρέπει μετά την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα κατά το μέρος που καθόρισε για την καταβολή του επιδικασθέντος στην αναιρεσίβλητη ποσού των 66.172,68 ευρώ, νόμιμο τόκο 6% από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, να γίνει δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ'αριθμ. 5751/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που υποχρέωσε το αναιρεσείον, ως οιονεί καθολικό διάδοχο του ΙΚΑ, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 66.172,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% από 9-11-2007 έως την εξόφληση και να ορισθεί ότι το αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ως άνω ποσό με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% από τις 9-11-2007 που επιδόθηκε η πρώτη αγωγή της αναιρεσίβλητης, όπως κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μέχρι τις 30-4-2019, ενώ έκτοτε, από την 1-5-2019 και μέχρι την εξόφληση, το κεφάλαιο της οφειλής επιβαρύνεται με το μειωμένο επιτόκιο του Δημοσίου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ.1 του Ν 4607/2019. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και της παρούσης αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψησιστούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των νομικών κανόνων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ). Τέλος δεν γίνεται λόγος περί του κατ' άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, κατ' άρθρο 28 παρ.4 εδ.β του Ν 2579/1998 απαλλάσσεται από την καταβολή του. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 8-11-2021 αίτηση και τους από 1-12-2022 πρόσθετους λόγους αυτής για την αναίρεση της υπ'αριθμό 3186/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αναιρεί εν μέρει την ως άνω απόφαση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται την από 18-9-2019 έφεση του αναιρεσείοντος. Εξαφανίζει την υπ'αριθμό 5751/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διάταξή της, με την οποία υποχρέωσε το αναιρεσείον, ως οιονεί καθολικό διάδοχο του ΙΚΑ, να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 66.172,68 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% από τις 9-11-2007 έως την εξόφληση. Υποχρεώνει το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των εξήντα έξι χιλιάδων εκατόν εβδομήντα δύο ευρώ και εξήντα οκτώ λεπτών (66.172,68), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% ετησίως από τις 9-11-2007 και μέχρι τις 30-4-2019, έκτοτε δε από την 1-5-2019 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ορίζει ότι το κεφάλαιο της οφειλής θα επιβαρύνεται με το μειωμένο επιτόκιο του Δημοσίου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ.1 Ν 4607/2019. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την παρούσα αναιρετική δίκη. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ