Αριθμός 1301/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Α. Ν. του Γ., κατοίκου Παιανίας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πουλή. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία «Ι.. Ο.. Λ. Ξ. Ε. T. H. Α. Ε. «Ε. και διακριτικό τίτλο «T. H.", που εδρεύει στον Δήμο Μυκόνου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καζαμία. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5790/2014 μη οριστική και 1556/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2029/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-11-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 30-1-2008 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), εξέθετε ότι δυνάμει της από 3.4.1997 έγγραφης συμφωνίας που καταρτίσθηκε μεταξύ της ιδίας και της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης, την οποία εκπροσωπούσε ο Ι. Λ. και η οποία δραστηριοποιείται στην εκμετάλλευση ξενοδοχειακής μονάδας στη νήσο Μύκονο, μεταβίβασε στην τελευταία την κυριότητα του χρηματικού ποσού των 10.000.000 δρχ. ή 29.347,29 ευρώ και αυτή ανέλαβε την υποχρέωση να της αποδώσει ποσότητα χρημάτων που ισούται με ποσοστό 8% επί των ετήσιων καθαρών κερδών επί μια δεκαετία από την έναρξη λειτουργίας αυτού, υπό τον όρο ότι το αποδοτέο αυτό ποσό δεν θα είναι κατώτερο από την ετήσια χαμηλότερη απόδοση ίσης ποσότητας χρημάτων σε καταθετικό λογαριασμό ταμιευτηρίου Ελληνικής Τράπεζας, άλλως θα δύναται να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης και να ζητήσει την απόδοση ολόκληρου του ποσού του δανείσματος, επιπλέον δε συμφωνήθηκε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται οποτεδήποτε να καταγγείλουν τη σύμβαση. Ότι ενώ παρήλθε χρονικό διάστημα άνω των δέκα ετών, η εναγόμενη δεν της απέδωσε κανένα ποσό, παρά τις εκ μέρους της οχλήσεις προς αυτήν, και για τον λόγο αυτό προέβη στην από 5.7.2007 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης (που κοινοποιήθηκε στις 23-7-2007), με την οποία ζήτησε από αυτή να της αποδώσει το ανωτέρω ποσό του δανείσματος των 29.347,29 ευρώ, εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της καταγγελίας, η οποία όμως παρήλθε άπρακτη. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της αποδώσει το ανωτέρω ποσό των 29.347,29 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του μηνός Μαρτίου 1998, άλλως από την 24.8.2007. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν, αντιμωλία των διαδίκων, αρχικά η υπ' αριθ. 5790/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να προσκομισθούν με επιμέλεια της ενάγουσας, ενόψει της αμφισβήτησης από την εναγόμενη της νόμιμης εκπροσώπησης αυτής από τον συμβληθέντα Ι. Λ., σχετικά έγγραφα που να αποδεικνύουν τη νόμιμη εκπροσώπησής από τον τελευταίο και εν συνεχεία η υπ' αριθ.1556/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2029/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η άνω αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης της εναγομένης. Την παραπάνω απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προσβάλλει η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την υπό κρίση, από 25-11-2021, αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.Α.Π.8/2016). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.Α.Π.2/2008, Α.Π.322/2011). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς την σχετική παράλειψη (Α.Π.1454/2017). Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (Α.Π. 1105/2015). Παράλληλα, η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (Α.Π.779/2019, Α.Π.1501/2018, Α.Π.1461/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 γ ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι, αν και είχε νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Eφετείου την υπ' αριθ. 10.765/10-10-2018 ένορκη βεβαίωση της Έ. Σ. του Λ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Δ., κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της αντιδίκου της, προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί σιωπηρής έγκρισης - συναίνεσης του πρώην συζύγου της Α. Λ. και τότε Αντιπροέδρου του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης στην καταρτισθείσα μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης εκπροσωπούμενης από τον Ι. Λ. σύμβασης δανείου, το Εφετείο δεν την έλαβε υπόψη και δεν την συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις, με αποτέλεσμα να δεχθεί την έφεση της αντιδίκου της και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την αγωγή της, να την απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας και της ανώμοτης εξέτασης της διευθύνουσας συμβούλου της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 5790/2014 μη οριστική απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του που προσκομίζονται μετ' επικλήσεως σε επίσημο αντίγραφο, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις υπ' αριθ. 1776/26.02.2014 και 1777/26.02.2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών των μαρτύρων Ε. Λ. και Ζ. Σ. αντίστοιχα, που λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήση της εναγόμενης..., από την υπ' αριθ. 20756/16.12.2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών της μάρτυρα Δ. Π. που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας προκειμένου να χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ αυτής και του μη διαδίκου Α. Λ., η οποία εκτιμάται προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθόσον κρίνεται ότι δεν λήφθηκε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη, οπότε θα ήταν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο..., από την υπ' αριθ. 4531/24.02.2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Σ. του μάρτυρα Α. Λ., η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της εναγόμενης κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας..., από την υπ' αριθ. 4837/22.03.2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Σ. του μάρτυρα Α. Λ., η οποία λήφθηκε με επιμέλεια της εναγόμενης κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας..., μετά την πρώτη και πριν την επαναλαμβανόμενη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό και η οποία νόμιμα λαμβάνεται υπόψη προσκομιζόμενη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου..., μη λαμβανομένης, ωστόσο, υπόψη της προσκομιζόμενης από την εναγομένη υπ' αριθ. 4532/24.02.2014 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Σ. του Ι. Λ., ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο λήψης της βεβαίωσης ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας και συνεπώς, ως ένορκη βεβαίωση εκπροσώπου του διαδίκου νομικού προσώπου, αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο..., καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚπολΔ...), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του προσκομιζόμενου υπ' αριθ. 3…/24.02.1995 συμβολαιογραφικού εγγράφου του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Γ. Σ. συστήθηκε η εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την αρχική επωνυμία "Ι. - Ο. Κ. Α. Λ. Ξ. Ε. G. H. Α. Ε. «Ε., η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε σε «Ι..Ο. Λ. Ξ. Ε. T. H. Α. Ε. «Ε., με έδρα τη νήσο Μύκονο, θέση Βρύση και σκοπό την ανέγερση και εκμετάλλευση ξενοδοχειακής μονάδας. Το μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης εταιρείας ανήλθε σε 146.000.000 δρχ, αποτελούμενο από 146.000 ονομαστικές μετοχές, αξίας 1.000 δρχ η καθεμία και καλύφθηκε από τον Ι. Λ. του Ν. με ποσοστό 55%, τη σύζυγο του Ό. σύζυγο Ι.. Λ.. το γένος Ι. Π. με ποσοστό 25% και τον αδελφό του Α. Λ. του Ν. με ποσοστό 20%. Κατά τα άρθρα 19 και 20 του καταστατικού, το οποίο περιβλήθηκε τον τύπο του ως άνω συμβολαιογραφικού εγγράφου, εγκρίθηκε από την διοίκηση και καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών την 10.03.1995 και του οποίου περίληψη δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. Φύλλου 1113/13.03.1995 ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ, η εναγόμενη εταιρία διοικείται και εκπροσωπείται από το Διοικητικό Συμβούλιο, απαρτιζόμενο από τρία έως επτά μέλη που εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας για τριετή θητεία που παρατείνεται μέχρι την πρώτη τακτική Γενική Συνέλευση μετά τη λήξη της θητείας τους, χωρίς να μπορεί να υπερβεί την τετραετία, το οποίο "μπορεί να αναθέτει την ενάσκηση όλων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, εκτός αυτών που απαιτούν συλλογική ενέργεια, όπως και την εκπροσώπηση της εταιρίας, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή όχι, καθορίζοντας την έκταση της ανάθεσης αυτής". Σύμφωνα δε με το άρθρο 35 του καταστατικού, το πρώτο διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης εταιρείας που θα διοικούσε μέχρι την πρώτη τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων αυτής που έπρεπε να συγκληθεί μέσα στο πρώτο εξάμηνο του έτους 1997, αποτέλεσαν ο Ι. Λ. του Ν.., η Ό. σύζυγος Ι.. Λ.. το γένος Ι. Π. και ο Α. Λ. του Ν... Δυνάμει του προσκομιζόμενου από 28.03.1995 πρακτικού συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας που καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών την 15.05.1995 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. Φύλλου 2083/17.05.1995 ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ, το πρώτο διοικητικό συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα, αποτελούμενο από τον Ι. Λ. ως πρόεδρο, την Ό. σύζυγο Ι. Λ. ως διευθύνουσα σύμβουλο και τον Α. Λ. ως αντιπρόεδρο και επιπλέον ορίσθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία εκπροσωπείται και δεσμεύεται με δύο πάντοτε υπογραφές εκ των οποίων η μία απαραιτήτως του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου Ι. Λ. και η άλλη είτε του αντιπροέδρου Α. Λ., είτε της διευθύνουσας συμβούλου Ό. συζύγου Ι. Λ.. Εξάλλου, από το προσκομιζόμενο από 30.07.1997 πρακτικό συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας, προκύπτει ότι σύμφωνα με την από 30.06.1997 απόφαση της πρώτης τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, τα ανωτέρω άτομα εκλέχθηκαν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα την 30.07.1997 αποτελούμενο από τον Ι. Λ. ως πρόεδρο, την Ό. σύζυγο Ι. Λ. ως διευθύνουσα σύμβουλο και τον Α. Λ. ως αντιπρόεδρο, ορίσθηκε δε εκ νέου ότι η εναγόμενη εταιρεία εκπροσωπείται και δεσμεύεται με δύο πάντοτε υπογραφές εκ των οποίων η μία απαραιτήτως του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου Ι. Λ. και η άλλη είτε του αντιπροέδρου Α. Λ., είτε της διευθύνουσας συμβούλου Ό. συζύγου Ι. Λ.. Τα ανωτέρω άτομα επανεκλέχθηκαν ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας με τις από 30.06.2000 και 30.06.2003 αντίστοιχα αποφάσεις των τακτικών Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων και συγκροτήθηκαν σε σώμα υπό τις ως άνω ιδιότητες, ενώ αναφορικά με την διοίκηση και την εκπροσώπηση της εναγόμενης εταιρείας επαναλήφθηκε η πρόβλεψη ότι αυτή δεσμεύεται με δύο πάντοτε υπογραφές εκ των οποίων η μία απαραιτήτως του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου Ι. Λ. και η άλλη είτε του αντιπροέδρου Α. Λ., είτε της διευθύνουσας συμβούλου Ό. συζύγου Ι. Λ.. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα ήταν σύζυγος του Α. Λ. και η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε το έτος 2002. Με την προσκομιζόμενη σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο από 03.04.1997 επιστολή προς την ενάγουσα του Ι. Λ., η οποία υπογράφεται από αυτόν με την επισήμανση ότι δρα "δια την εταιρεία", χωρίς όμως να φέρει την σφραγίδα της εναγομένης εταιρίας η τελευταία φέρεται να έλαβε από την ενάγουσα το ποσό των 10.000.000 δρχ και ταυτόχρονα ανέλαβε την συμβατική υποχρέωση να της το αποδώσει. Ειδικότερα, στην από 03.04.1997 επιστολή αναγράφεται επί λέξει: "Σε συνέχεια προφορικών συμφωνιών μας με την παρούσα επιστολή μας διατυπώνουμε εγγράφως όσα αφορούν την οικονομική συμβολή σου στην ανέγερση του ξενοδοχείου στη Μύκονο. Έναντι της οικονομικής συμβολής σου ύψους 10.000.000 δρχ το οποίο καταβάλλονταν τμηματικά ήδη από τον Μάρτιο 1997 και μέχρις ολοκληρώσεως του ανωτέρω ποσού σου παρέχουμε ποσοστό 8% επί των καθαρών κερδών της εκμετάλλευσης του ξενοδοχείου και των συναφών χρήσεων επί μία δεκαετία από την έναρξη λειτουργίας. Σε περίπτωση που λογιστικά δεν είναι σκόπιμο να εμφανίζεσαι δικαιούχος αυτού του ποσού, θα εισπράττονται και θα φορολογούνται στο όνομα του συζύγου σου Α... Σε κάθε περίπτωση η απόδοση των 10.000.000 δρχ δεν μπορεί να είναι ετήσια χαμηλότερη της απόδοσης που θα είχαν σε ταμιευτήριο Ελληνικής Τράπεζας. Η παρούσα συμφωνία μας μπορεί ελεύθερα οποτεδήποτε να καταγγελθεί οπότε σε περίπτωση λήξης της επιστρέφεται σε σένα η απόδοση κατά τα ανωτέρω όσων χρήσεων έχουν μεσολαβήσει μέχρι την καταγγελία και όσα δέκατα του κεφαλαίου υπολείπονται μέχρι συμπλήρωσης της δεκαετίας που συμφωνήθηκε ανωτέρω. Στην περίπτωση της χαμηλής απόδοσης (τόκοι ταμιευτηρίου) οπότε η οικονομική συμβολή σου μετατρέπεται σε δάνειο, σε περίπτωση καταγγελίας, το κεφάλαιο θα επιστραφεί ολόκληρο. Το ίδιο θα ισχύει όσον αφορά την επιστροφή του κεφαλαίου σε περίπτωση πώλησης ή εκμίσθωσης της επιχείρησης". Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με τις από 25.02.2014 προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αμφισβήτησε ρητά το κύρος της επίδικης σύμβασης λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησής της από τον συμβληθέντα Ι. Λ., ισχυριζόμενη ότι ο τελευταίος ενεργούσε ατομικά και όχι υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης εταιρείας και ότι δεν είχε εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από το αρμόδιο όργανο της, και συνεπώς ότι δεν δεσμεύεται από την επίδικη δικαιοπραξία που καταρτίσθηκε στο όνομά της από τον Ι. Λ. που δεν είχε εξουσία εκπροσώπησης του νομικού προσώπου. Ακολούθως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 5790/2014 μη οριστική απόφασή του ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης προκειμένου να προσκομισθούν με επιμέλεια της ενάγουσας έγγραφα πρόσφορα προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι κατά τον χρόνο σύνταξης της από 03.04.1997 επιστολής προς την ενάγουσα, ο Ι. Λ. είχε την εξουσία εκπροσώπησης της εναγόμενης εταιρείας. Εντούτοις, από τα προσκομισθέντα ως άνω έγγραφα, ήτοι το καταστατικό και τα πρακτικά συγκρότησης σε σώμα των διοικητικών συμβουλίων της εναγόμενης εταιρείας με τις αντίστοιχες δημοσιεύσεις, αποδείχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της από 03.04.1997 επιστολής, η διοίκηση και η εκπροσώπηση της εναγόμενης εταιρείας είχε ανατεθεί σε δύο μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, και συγκεκριμένα απαραιτήτως στον πρόεδρο Ι. Λ. και είτε στον αντιπρόεδρο Α. Λ., είτε στην διευθύνουσα σύμβουλο Ό. σύζυγο Ι. Λ.. Επιπλέον από κανένα άλλο έγγραφο ή άλλο αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης εταιρείας με απόφασή του μεταβίβασε τις εξουσίες του στον Ι. Λ., σε τρόπο ώστε να ενεργεί αυτός ως εκπρόσωπος της εταιρείας και να μπορεί να υπογράφει συμφωνίες δεσμευτικές για την όλη πορεία της εταιρείας ή ότι το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης εταιρείας με απόφασή του ανέθεσε στον Ι. Λ. την εξουσία να την εκπροσωπήσει ως όργανο της εταιρείας για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης. Ακόμη και ο μάρτυρας της ενάγουσας που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν ήταν σε θέση να καταθέσει για τέτοιου είδους οργανική υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας από τον Ι. Λ.. Αντιθέτως, από τα ίδια ως άνω έγγραφα προέκυψε ότι η εναγομένη εταιρεία κατά τον κρίσιμο χρόνο (03.04.1997) εκπροσωπείτο νομίμως μόνο από τα ανωτέρω μέλη του διοικητικού της συμβουλίου που ενεργούσαν από κοινού. Εξάλλου από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας που προβλήθηκε με τις από 23.05.2017 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περί σιωπηρής έγκρισης της επίδικης συμφωνίας από την εναγόμενη εταιρεία, διότι κατά τη σύνταξη της από 03.04.1997 επιστολής προς την ενάγουσα του Ι. Λ. ήταν παρών και ο αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας Α. Λ., ο οποίος σιωπηρώς ενέκρινε την σύμβαση αυτή. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης εταιρείας ενέκρινε σιωπηρώς, με οποιονδήποτε τρόπο, την χορήγηση από την ενάγουσα προς την εναγόμενη του ανωτέρω ποσού των 10.000.000 δρχ που αποτέλεσε αντικείμενο της επίδικης σύμβασης, αφού κατά την κατάρτιση αυτής ήταν μεν παρών ο αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας Α. Λ., όπως συνομολογείται από όλους τους διαδίκους, πλην όμως αυτός αρνήθηκε να υπογράψει την από 03.04.1997 επιστολή, όπως θα έπραττε εάν ενέκρινε τη σύναψη της συμφωνίας. Επιπροσθέτως δεν αποδείχθηκαν άλλες πράξεις εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας, ούτε άλλες περιστάσεις που καθιστούσαν αναντίρρητη την βούληση έγκρισης της επίδικης συμφωνίας από το νομίμως εκπροσωπούν την εναγομένη εταιρεία διοικητικό της συμβούλιο. Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα των δέκα ετών που φέρεται να ήταν σε ισχύ η επίδικη συμφωνία, το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης εταιρείας ουδέποτε παρείχε στην ενάγουσα πληροφορίες και στοιχεία σχετικά με την πορεία των εταιρικών υποθέσεων, ώστε να δύναται αυτή να διεκδικήσει ποσοστό 8% επί των καθαρών κερδών της εταιρείας από την εκμετάλλευση του ως άνω ξενοδοχείου επί μία δεκαετία κατά τα προβλεπόμενα στην από 03.04.1997 επιστολή. Επομένως, το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης εταιρείας ουδέποτε ενέκρινε την επίδικη σύμβαση εκ των υστέρων, για τον λόγο δε αυτό η ενάγουσα κοινοποίησε στην εναγόμενη την 05.06.2007... την προσκομιζόμενη από 30.05.2007 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία την καλούσε να της γνωστοποιήσει εγγράφως και εντός προθεσμίας δέκα ημερών την υλοποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας σχετικά με την απόδοση του ανωτέρω ποσού των 10.000.000 δρχ. Όσον αφορά στον έτερο ισχυρισμό της ενάγουσας περί φαινομένης πληρεξουσιότητας που επίσης προβλήθηκε με τις από 23.05.2017 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κρίνεται νόμω αβάσιμος, αφού για τη νομική θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού της επικαλείται μόνο καλή πίστη στο πρόσωπό της και συγκεκριμένα ότι ο Ι. Λ., ο οποίος είχε τον απόλυτο έλεγχο των εταιρικών υποθέσεων ως βασικός μέτοχος και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας που στην πραγματικότητα αποτελούσε οικογενειακή επιχείρηση, της είχε δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος και για λογαριασμό της εταιρείας. Ειδικότερα, η ενάγουσα δεν επικαλείται διαρκή και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του φερομένου αντιπροσώπου Ι. Λ., ούτε ότι η φερόμενη αντιπροσωπευόμενη εταιρεία δεν είχε παράσχει σε αυτόν πληρεξουσιότητα ή ότι την είχε μεν παράσχει κατά το παρελθόν στη συνέχεια όμως την ανακάλεσε, ούτε ότι γνώριζε και ανέχθηκε την συμπεριφορά του φερομένου αντιπροσώπου της, ούτε ότι θα μπορούσε να την γνωρίζει και να την είχε εμποδίσει αν είχε επιδείξει την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, ούτως ώστε, μολονότι δεν υπήρχε πληρεξουσιότητα, να κρίνεται άξια προστασίας η εμπιστοσύνη στην ύπαρξή της εκ μέρους της ενάγουσας που συναλλάχθηκε ως τρίτη. Ομοίως κρίνεται νόμω αβάσιμος ο ισχυρισμός της ενάγουσας που προβλήθηκε με τις από 23.05.2017 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγόμενης εταιρείας να αμφισβητήσει το κύρος της επίδικης σύμβασης λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησής της από τον Ι. Λ., διότι αντίκειται στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη η επίκληση εκ μέρους της του τυπικού σφάλματος της έλλειψης δεύτερης υπογραφής επί της ένδικης από 03.04.1997 σύμβασης, αφού αφενός μεν η ίδια είχε λάβει και χρησιμοποιήσει για την ανέγερση του ξενοδοχείου της το ποσό των 10.000.000 δρχ που αποτέλεσε αντικείμενο της σύμβασης, αφετέρου δε ήταν παρών κατά τη σύναψή της και ο αντιπρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου Α. Λ., ο οποίος σιωπηρώς ενέκρινε την σύμβαση αυτή, κατά τα προαναφερθέντα, και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα προστασίας των μετόχων της εναγόμενης εταιρείας από τυχόν υπέρβαση της εξουσίας εκπροσώπησής της από τον πρόεδρο του διοικητικού της συμβουλίου Ι. Λ.. Ειδικότερα, η ενάγουσα δεν επικαλείται για τη νομική θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγόμενης, ούτε μακροχρόνια αδράνεια της δικαιούχου, ούτε ότι αυτή της δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, ούτε τη συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, προερχόμενων κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά της δικαιούχου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας αυτής, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος της, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης, υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες, και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των ορίων...του άρθρου 281 του ΑΚ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω εφόσον η ενάγουσα - εφεσίβλητη δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης του θέματος της υπ' αριθ. 5790/2014 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δεν απέδειξε ότι κατά τη σύναψη της επίδικης από 03.04.1997 σύμβασης ο Ι. Λ. είχε την εξουσία εκπροσώπησης της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, η τελευταία δεν δεσμεύθηκε από την σύμβαση αυτή, κατά παραδοχή και ως βάσιμου κατ' ουσίαν του προβληθέντος πρωτοδίκως από την εναγόμενη - εκκαλούσα ισχυρισμού περί ακυρότητας της ένδικης σύμβασης λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησής της...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο είχε δεχθεί την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, κρίνοντας ότι ο Ι. Λ. είχε τη σιωπηρή εξουσιοδότηση και των λοιπών ως άνω μελών του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας για τη σύναψη της επίδικης σύμβασης, έσφαλε και, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Από την παραδεκτή επισκόπηση των από 11-10-2018 προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Eφετείου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, η αναιρεσείουσα είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, με τις ως άνω προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, την υπ' αριθ. 10.765/10-10-2018 ένορκη βεβαίωση της Έ. Σ. του Λ., ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Δ., που λήφθηκε κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της αντιδίκου της δυνάμει της υπ' αριθ.8684Δ'/5-10-2018 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Γ. Μ.. Όμως, ούτε από την ως άνω γενική διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ειδικά αναφερόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα, ούτε από το υπόλοιπο σκεπτικό αυτής, προκύπτει, λαμβάνοντας υπόψη και την προαναφερόμενη δικονομική φύση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του απορριπτικού αποδεικτικού του πορίσματος, δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι κατά τη σύναψη της επίδικης από 03.04.1997 σύμβασης ο Ι. Λ. είχε την εξουσία εκπροσώπησης της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τη συναγωγή του απορριπτικού αποδεικτικού του πορίσματος και την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, αφού δεν μνημονεύεται, ειδικά, στην απόφαση ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενό της ούτε εκτίθεται ότι αποκρούσθηκε η προσκόμισή της κατ' άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα δε με το αποδεικτικό της περιεχόμενο, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, θα μπορούσε να έχει επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας, το Εφετείο, αφού δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσία της υπόθεσης, έλαβε υπόψη την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η εν λόγω πλημμέλεια, είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί την με αριθ. 2029/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ