Αριθμός 592/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Φ. Μ. του Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Οικονομόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Κ., κατοίκου ... και προσωρινά ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κόκκορη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/20104 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9251/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 459/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/9/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την κρινόμενη από 3-9-2021 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 6826/2021, ΕΑΚ 861/2021, Αριθ. Δικ. 2321/2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 459/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 10-10-2018 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 9251/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και, συνακόλουθα, το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί, δεν επιτρέπεται να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης. Η απαγόρευση αυτή λειτουργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως παρεμπίπτον ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 693/2022, ΑΠ 58/2019, ΑΠ 1708/2014). Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή αποσόβησαν τις έννομες συνέπειες. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση (ΑΠ 1327/2019). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 330 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι ενστάσεις, που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν κατ' ουσία, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα τους και τη νομική τους θεμελίωση, δηλαδή είτε είναι ουσιαστικές (γνήσιες ή καταχρηστικές) είτε είναι δικονομικές. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν, αλλά απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους (ως απαράδεκτες) καλύπτονται από το δεδικασμένο: α) Όλες οι ενστάσεις από το δικονομικό δίκαιο (οι δικονομικές), β) Όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες, που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά νόμο δεν θεμελιώνουν αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα, δυνάμενο σαν τέτοιο να αποτελέσει τη βάση ιδιαίτερης αγωγής, αλλά εμποδίζουν τη γένεσή του ασκηθέντος στη δίκη δικαιώματος ή καταργούν τούτο και επομένως χρησιμεύουν μόνο προς απόκρουσή του και γ) Όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες, που όπως και οι καταχρηστικές, στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγόμενου, δυνάμενο να ασκηθεί, όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και με αγωγή, με την οποία όμως ασκείται το ίδιο το δικαίωμα, που προβάλλεται και με την ένσταση. Η ένσταση, που δεν προτάθηκε, καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφόσον ήταν δυνατό να προταθεί κατά τη διάρκεια προηγούμενης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν από τότε όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος το αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 58/2019, ΑΠ 1058/2019ΑΠ 856/2014). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ύστερα από αυτεπάγγελτη ή κατά πρόταση του διαδίκου έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων αυτού. Επομένως, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 55/2022, ΑΠ 591/2017, ΑΠ 542/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 55/2022, ΑΠ 58/2019, ΑΠ 877/2018). Στη συγκεκριμένη υπόθεση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, άσκησε κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, την από 20-12-2010 αγωγή, με την οποία, αφού επικαλέστηκε ότι, τον Αύγουστο του 2004, καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος (αναιρεσείων) ανέλαβε να εκτελέσει με δικά του υλικά και να παραδώσει μέχρι τέλος του έτους 2005, το αναφερόμενο έργο (οικοδομικές εργασίες στην ημιτελή διώροφη κατοικία του ενάγοντος που βρίσκεται στην ……), αντί εργολαβικού ανταλλάγματος, καθοριζόμενου απολογιστικά κατά τιμή μονάδας, ότι ο εναγόμενος κατέστη υπερήμερος ως προς την παράδοση του έργου και ότι το έργο που παρέδωσε έφερε πραγματικά ελαττώματα και ελλείψεις, οφειλόμενες σε υπαιτιότητά του (εναγομένου), ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει: (α) ποσό 25.487,22 ευρώ ως αποζημίωση για τη διόρθωση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, (β) ποσό 44.958,57 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας από υπερχρεώσεις και υπερτιμολογήσεις υλικών και εκτέλεση εικονικών οικοδομικών εργασιών, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και (γ) ποσό 9.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 7022/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την 1278/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η κατά της άνω απόφασης έφεση του εναγομένου (αναιρεσείοντος). Με την ως άνω απόφαση κρίθηκε νόμιμο μόνο το πρώτο αίτημα της αγωγής, ενώ απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα τα υπόλοιπα. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή έγιναν τελεσιδίκως δεκτά τα εξής: (α) η μεταξύ των διαδίκων σύναψη, στην ... το μήνα Αύγουστο του έτους 2004, σύμβασης έργου, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος ανέλαβε να εκτελέσει τις αναφερόμενες οικοδομικές εργασίες στη διώροφη κατοικία του ενάγοντος στην …., (β) η υπερημερία του εναγομένου ως προς την παράδοση του έργου και (γ) η ύπαρξη ουσιωδών πραγματικών ελαττωμάτων και ελλείψεων στο έργο που παραδόθηκε, για την διόρθωση των οποίων υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση το αιτούμενο με το υπό στοιχείο (α) αίτημα ποσό των 25.487,22 ευρώ. Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε κατά του εναγομένου την ένδικη, από 10-6-2014, αγωγή, με την οποία, αφού επικαλέστηκε την ίδια ως άνω σύμβαση έργου που είχε επικαλεστεί και με την προαναφερόμενη αγωγή και επιπλέον την κατά παράβαση της σύμβασης αυτής και των χρηστών και συναλλακτικών ηθών, χρέωση του ενάγοντος με οικοδομικά υλικά περισσότερα από εκείνα που χρησιμοποιήθηκαν στην οικοδομή και σε υψηλότερη τιμή από εκείνη της αγοράς ομοειδών υλικών, την (επιπλέον) αξία των οποίων εκείνος (ενάγων) κατέβαλε, και με εικονικές οικοδομικές εργασίες, τις οποίες δεν εκτέλεσε, αλλά χρέωσε με τα αντίστοιχα ποσά τους τον ενάγοντα, που τα κατέβαλε, ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 44.958,57 ευρώ, ήτοι το ποσό που με την προηγούμενη αγωγή είχε ζητήσει να του επιδικαστεί κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, αλλιώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, απορρίφθηκε ως μη νόμιμο τελεσιδίκως (καθόσον με την ένδικη αγωγή παραιτήθηκε από το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων κατά του μέρους της 7022/2013 απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε το ως άνω αίτημα). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 9251/2018 οριστική του απόφαση, κρίνοντας νόμιμη την αγωγή, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 681 επομ., 690, 297, 298, 346 ΑΚ, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 38.7007,57 ευρώ, νομιμοτόκως. Κατά της οριστικής απόφασης ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) άσκησε την από 10-10-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, με αριθμό 459/2021, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν, στη οποία, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "...Με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσής του, καθώς και με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αυτής, ο εκκαλών παραπονείται, διότι η εκκαλουμένη απόφαση, αντλώντας δεδικασμένο από την, ως άνω υπ' αριθ. 1278/2017 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (και όχι την 7022/2013, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην προσβαλλομένη), απέρριψε τους ισχυρισμούς του: α) ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά επί της κρινόμενης αγωγής, αφού αντισυμβαλλόμενη του εφεσίβλητου ήταν η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και β) ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση πωλήσεως και όχι σύμβαση έργου. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν, αφού η κρίση της, ως άνω, υπ' αριθ. 1278/2017 τελεσίδικης απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (και όχι 7022/2013, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στην προσβαλλομένη), ήταν ότι η επίδικη σύμβαση, που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, ανεξαρτήτως αν στα πλαίσια της πρώτης αγωγής συμπεριλήφθηκε ή όχι στη βάση εκ της σύμβασης έργου, το αιτηθέν με την παρούσα αγωγή κονδύλιο, ήταν μόνο η σύμβαση έργου και όχι πώληση, αυτή, δε, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, χωρίς να συμμετέχει σε αυτήν η ως άνω ΟΕ, η κρίση, δε, αυτή έχουσα αφορμή την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει με το δεδικασμένο της τις κρίσεις επί της παρούσας αγωγής. Επομένως, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και οι σχετικοί λόγοι έφεσης κρίνονται απορριπτέοι...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που, όπως προεκτέθηκε, είχε δεχθεί εν μέρει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου και είχε αναγνωρίσει ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 38.708,57 ευρώ, νομιμοτόκως. Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου που προκύπτει από την 7022/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη, με την 1278/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, της κατ' αυτής έφεσής του. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι από την ως άνω απόφαση δεν απορρέει δεδικασμένο για την παρούσα διαφορά, διότι με την πρώτη αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την επιδίκαση του αιτούμενου και με την ένδικη αγωγή ποσού των 44.958,57 ευρώ, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικά αδικαιολογήτου πλουτισμού, αίτημα που απορρίφθηκε ως μη νόμιμο και συνεπώς το ως άνω δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης για να κρίνει αν η αξίωση αυτή υπάγεται στη σύμβαση έργου. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι για το ζήτημα που προεκτέθηκε, ήτοι, ότι μεταξύ των διαδίκων, στην ... το μήνα Αύγουστο του έτους 2004, καταρτίστηκε σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ο εναγόμενος ανέλαβε να εκτελέσει, μέχρι το τέλος του μηνός Δεκεμβρίου του έτους 2006, τις αναφερόμενες οικοδομικές εργασίες στη διώροφη κατοικία του ενάγοντος στην …. υπάρχει δεδικασμένο, που απορρέει από την ανωτέρω 1278/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δεν παραβίασε τις περί δεδικασμένου διατάξεις, που έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Το γεγονός ότι με την πρώτη αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την επιδίκαση του ποσού των 44.958,57 ευρώ με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και επικουρικά αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενώ με την ένδικη αγωγή το αίτημα τούτο θεμελιώνεται σε διαφορετική νομική βάση, δηλαδή στη σύμβαση έργου, είναι χωρίς νομική επιρροή, διότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, που με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε τελεσίδικα ότι μεταξύ των διαδίκων (και όχι μεταξύ του αναιρεσίβλητου και της εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως πρόβαλε ο αναιρεσείων) καταρτίστηκε σύμβαση έργου (και όχι σύμβαση πώλησης, όπως ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων), η κρίση δε αυτή δέσμευε το Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν μπορούσε να κρίνει αντίθετα επί του ζητήματος αυτού. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημά του, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-9-2021 (ΓΑΚ 6826/2021, ΕΑΚ 861/2021, Αριθ. Δικ. 2321/2021) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 459/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ