Αριθμός 295/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ", που εδρεύει στο Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνικό Κτηματολόγιο & Χαρτογράφηση Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Ε.Κ.ΧΑ. Α.Ε.", που εδρεύει στο Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Καϊμάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ........... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γρηγορία Αναστασοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1705/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 3387/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 29-9-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Η διάταξη του άρθρ. 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές,εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ` αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση, είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Πρέπει όμως η εν λόγω παροχή να είναι νόμιμη δηλαδή να έχει χορηγηθεί με νόμιμο τρόπο. Διαφορετικά δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας διότι ισότητα στην παρανομία δε νοείται. (ΑΠ 38/2011). Περαιτέρω, στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 90 Ν.2362/1995 "Δημόσιο Λογιστικό", (ΦΕΚ Α 247) που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και είναι όμοιες με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 140 Ν.4270/2014, ορίζεται ότι η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της. Επίσης στις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 48 του ΝΔ 496/1974 "περί λογιστικού του ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών. Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ' αρ. 81706/6085/1995 απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομιών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ Β 872/1995), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ.1 του άρθρου 14 του ν.2308/1995, ιδρύθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία μετονομάστηκε με το άρθρο 1 παρ.1 εδ.β' του ν.4164/2013 σε "ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ Ανώνυμη Εταιρεία". Η εν λόγω εταιρεία, σύμφωνα με την ανωτέρω κοινή Υπουργική Απόφαση και το άρθρο 5 παρ.11 και 12 του ν.2229/1994, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, είναι επιχείρηση κοινής ωφελείας και ισχύουν σ' αυτήν οι διατάξεις για τις επιχειρήσεις αυτές, λειτουργεί δε σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.2229/1994 και του ν.2190/1920, εκτός από τις διατάξεις εκείνες που αντίκεται στις προαναφεθείσες διατάξεις και δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και δεν εφαρμόζονται σ' αυτήν οι διατάξεις που διέπουν εταιρείες, που άμεσα ή έμμεσα ανήκουν στο Δημόσιο. Η στελέχωσή τους γίνεται με προσωπικό που προσλαμβάνεται είτε με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου είτε με σύμβαση που διαρκεί όσο απαιτείται για την εκτέλεση του έργου που γίνεται η πρόσληψη, για την πρόληψη δε του προσωπικού και τον καθορισμό των αποδοχών του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ.2 και 7 παρ.3 εδ.β' του ν.1955/1991, δυνάμει των οποίων ορίζεται ότι όλες οι προσλήψεις και αναθέσεις, γίνονται με αποφάσεις του Δ.Σ. της εταιρείας και υπογραφή των σχετικών συμβάσεων, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη σχετική διάταξη και χωρίς δέσμευση από τις διατάξεις για αμοιβές μηχανικών ή δικηγόρων ή από άλλες σχετικές γενικές ή ειδικές διατάξεις. Επίσης, κατά τις παραγράφους 15 και 17 του ν.2229/1994, απολαύει όλων των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών τελών, καθώς και όλων των δικονομικών προνομίων του Δημοσίου, εφαρμόζονται σ' αυτήν οι διατάξεις του Κώδικα Δικών Δημοσίου και απαλλάσσεται από κάθε δημόσιο, κοινοτικό, λιμενικό ή δικαστικό τέλος ή άλλο φόρο, άμεσο ή έμμεσο, εισφορά υπέρ τρίτου, δικαίωμα και κράτηση. Εξάλλου με το ν.3899/2010 εντάχθηκε στο πεδίο εφαρμογής του κεφαλαίου Α του ν.3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί ΔΕΚΟ", σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 τούτου, οι ανώνυμες εταιρείες μπορούν να προσλαμβάνουν προσωπικό με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, οι οποίες διέπονται αποκλειστικά από τις διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας που ρυθμίζουν τις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στον ιδιωτικό τομέα. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 4512/2018 καταργήθηκε η εταιρεία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΑΕ", ενώ συγχρόνως συστάθηκε το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ", το οποίο υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος στη θέση της εταιρείας. Τέλος, η εν λόγω εταιρεία, η οποία, κατά τα ανωτέρω, υπάγεται στο ν.3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)", υπόκειται στις ρυθμίσεις των διατάξεων του ν.4024/2011 και της περ.12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ` του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Η ανωτέρω εταιρεία, έως την κατάργησή της και την παράλληλη σύσταση του καθολικού διαδόχου της ν.π.δ.δ. "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ", συνιστούσε αυτοτελής επιχείρηση, που λειτουργούσε με τη μορφή Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, για την επίτευξη ορισμένων, αναφερόμενων στις ανωτέρω διατάξεις, σκοπών, η διαχείρισή της γινόταν σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, η δε ευθύνη του Δημοσίου, που συνιστά ή συμμετέχει στην επιχείρηση, περιοριζόταν στη συμμετοχή του στο κεφάλαιο της επιχείρησης και η εργασιακή σχέση του προσωπικού της διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Συνεπώς, εργοδότης των μισθωτών που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε τέτοιες επιχειρήσεις είναι η τελευταία και εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων των εργαζομένων που γεννώνται σε βάρος της για την πληρωμή των καθυστερούμενων μισθών κλπ. είναι οι διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή. Η τυχόν επέκταση της διετούς παραγραφής που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν.2362/1995, με ανάλογη εφαρμογή και στις αξιώσεις των υπαλλήλων της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.β` του Συντάγματος, διότι δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, εφόσον η κοινωφελής επιχείρηση, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι νομικά ισότιμο με κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δεν είναι λογικό να ισχύει υπέρ αυτού το προνόμιο του Δημοσίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης για διετή παραγραφή των κατ` αυτού μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων του, εφόσον το απλό ταμειακό συμφέρον της εν λόγω κοινωφελούς εταιρείας δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή γενικό συμφέρον, ούτε συνιστά τέτοιο συμφέρον το γεγονός ότι το Δημόσιο που τη συνιστά μπορεί να είναι ο μόνος μέτοχος αυτής και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των μισθωτών αυτής στην περιουσία τους με την παραγραφή των αξιώσεών τους από οφειλόμενους μισθούς και εν γένει αποδοχές με βάση το άρθρο 90 παρ.3 του ν.2362/1995 και ήδη 140 παρ.3 Ν.4270/2014 περί διετούς βραχυχρόνιας παραγραφής, αντί των εφαρμοστέων διατάξεων του άρθρου 250 αρ.6 και 17 (σχετ. ΟλΑΠ 7/2014, ΟλΑΠ 11/2008, ΑΠ 1013/2022, 2628/2015, ΑΠ 1161/2015). Άλλωστε από την γραμματική διατύπωση του άρθρου 5 παρ.15 του ν.2229/1994, προκύπτει σαφώς ότι οι ανωτέρω εταιρείες, απολαμβάνουν των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών (δικονομικών) προνομίων (ατελειών), που έχουν χορηγηθεί στο Δημόσιο, αλλά όχι και των ουσιαστικών προνομίων, όπως είναι και αυτό της διετούς παραγραφής και της καταβολής μειωμένου τόκου υπερημερίας, που ισχύει για το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Κ.Δ/τος της της 26-6/10-7-1944, "περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου" (ΑΠ 1013/2022, ΑΠ 1161/2015, ΑΠ 628/2015). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 381/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "...Εξάλλου, πρέπει, να απορριφθούν, οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως της εναγομένης, δια των οποίων, προβάλλεται, προεχόντως απαραδέκτως κατ' άρθρον 527 Κ.Πολ.Δ. το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η ένσταση της διετούς βραχυχρόνιας παραγραφής, σύμφωνα και με τη μείζονα νομική σκέψη που προηγήθηκε η οποία είναι και αβάσιμη καθόσον η εναγομένη μέχρι τις 17/1/2018 που δυνάμει του Ν.4512/2018, έλαβε τη μορφή του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ" διεπόταν από τις διατάξεις των νόμων 2190/1920, 3429/2005, στη δε ένδικη σύμβαση εφαρμόζονταν αποκλειστικώς οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (άρθρο 17 παρ.1 Ν.3429/2005), και οι συναφείς ουσιαστικές διατάξεις του Α.Κ. (άρθρα 249, 250 επ.) περί πενταετούς (εν προκειμένω) παραγραφής και δεν απολάμβανε ουδενός δικονομικού προνομίου, κατ' αναλογίαν των προνομίων που απολάμβανε το Δημόσιο, καθόσον και οι υπάλληλοί της, μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία (17-1-2018) δεν εχαρακτηρίζοντο, ούτε εξομοιούντο με δημοσίους υπαλλήλους. Συνεπώς, δεν υφίσταται αυτεπάγγελτη υποχρέωση του Δικαστηρίου να ερευνήσει την παραγραφή των αξιώσεων της ενάγουσας, άνευ προβολής, νομοτύπως και από τον πρώτο βαθμό, του σχετικού ισχυρισμού, από την εναγομένη (άρθρο 277 Α.Κ.). Εξάλλου, η ένδικη αγωγή κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 9/12/2014, και συνεπώς δεν έχει παρέλθει ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής (άρθρα 249, 250 επ. Α.Κ.) για τις αξιώσεις από μισθολογικές διαφορές κ.λπ. που προβάλλει με την αγωγή της η ενάγουσα για τα έτη 2009 έως 2014". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την σχετική ένσταση διετούς παραγραφής του αναιρεσείοντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάζεις του άρθρου 90 παρ.3 Ν.2362/1995 και 48 παρ.3 ΝΔ 496/1974, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, διότι οι εν λόγω αξιώσεις της αναιρεσίβλητης από σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από Απρίλιο 2010 έως 31.12.2014, γεννήθηκαν πριν την κατάργηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΧΡΑΦΗΣΗ ΑΕ" και μετά την κατάργησή της μεταφέρθηκαν στο συσταθέν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ", ο δε χρόνος της παραγραφής αυτών, παραμένει ο ίδιος, όπως είχε πριν τη διαδοχή, καθοριζόμενος από την αρχική τους φύση, ως οφειλών γεννημένων πρωτογενώς, όχι από την παροχή εργασίας στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ, αλλά στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΧΡΑΦΗΣΗ ΑΕ", τις οποίες ανέλαβε να πληρώσει, ως καθολικός διάδοχος αυτού, ως είχαν πριν από την υποκατάσταση. Συνεπώς υπόκεινται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστη δυνατή η επιδίωξή τους, την οποία απαράδεκτα, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρόβαλε κατ' ένσταση το πρώτον ενώπιον του Εφετείου και σε κάθε περίπτωση δεν συμπληρώθηκε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (9.12.2014). Εξάλλου, η διετής παραγραφή θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β` του Συντάγματος, διότι δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, εφόσον η εταιρεία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΧΑΡΤΟΧΡΑΦΗΣΗ ΑΕ", ως πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολάμβανε διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, λειτουργούσε με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, ήταν νομικά ισότιμο με κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δεν είναι λογικό να ισχύει υπέρ αυτού το προνόμιο για διετή παραγραφή των κατ` αυτού μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων του, εφόσον το απλό ταμειακό συμφέρον της δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων της εργαζόμενης- αναιρεσίβλητης στην περιουσία της με την παραγραφή των αξιώσεών της από οφειλόμενους μισθούς και εν γένει αποδοχές με βάση το άρθρο 90 παρ. 3 του ν.2362/1995 περί διετούς βραχυχρόνιας παραγραφής, αντί των εφαρμοστέων διατάξεων του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ. Για τον ίδιο λόγο, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση το προβλεπόμενο στα άρθρα 21 του Κ.Ν. της 26.6-10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου" και 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", ποσοστό τόκου υπερημερίας 6% ετησίως, και ήδη κατά τα οριζόμενα στο άρθρ. 45 του ν.4607/2019, αφού κατά την αληθή έννοιά τους οι τελευταίες διατάξεις δεν είναι εφαρμοστέες στους εργαζόμενους στην ανωτέρω εταιρεία, καθώς αποτελεί, όπως αναφέρεται παραπάνω στη νομική σκέψη, αυτοτελές νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διαθέτει ίδια έσοδα και δική του αυτόνομη ταμειακή υπηρεσία και το δικό του ταμειακό συμφέρον δεν ταυτίζεται με αυτό του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 90 παρ.3 Ν.2362/1995, 21 του Κ.Δ/κος της 26.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των Νόμων περί δικών του Δημοσίου" (ΦΕΚ Α'139) και 48 παρ.3 ΝΔ 496/1974, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω ο ν.4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο- βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α` 226/27-10-2011), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α` και Β` βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", τα εξής: Στο άρθρο 4, ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), [...]. 2. Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, [...] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17", στο δε άρθρο 6 παρ.1, ότι "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης- Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ)- κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, [...]". Στο άρθρο 12 του νόμου αυτού καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου. Στο άρθρο 29 παρ.2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ.3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 (ΦΕΚ Α` 262/16-12-2011), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)... β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου". Εξάλλου, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζεται στην παρ.1 αυτού ότι: "α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ.1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212), με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του ν. 3864/2010 (Α` 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α` 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. [...]". Στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου, όπως αυτές συμπληρώθηκαν από τις παρ. 3 και 4, αντίστοιχα, του άρθρου 1 της από 31-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α` 268/31-12-2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν.4047/2012 (Α` 31) και έχει ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ορίζεται ότι: "3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ` εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο. [...]. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου καθ` ύλην Υπουργού μπορεί να εξαιρούνται κλάδοι ή ειδικότητες των φορέων της υποπαραγράφου 1α από τα ανώτατα όρια μηνιαίων τακτικών αποδοχών που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου. 4. Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900,00) ευρώ το μήνα. Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31-12-2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%". Ακόμη, στην παρ.7 του άρθρο 31 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζομένους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29", στο δε άρθρο 32 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1-11-2011". Με το νόμο αυτό επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της Χώρας. Περαιτέρω, ο ν.4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016- Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", στην παράγραφο Γ`, υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", περ. 1, 2 και 12, ορίζει, αντίστοιχα, τα εξής: "1. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013. 2. Αναστέλλεται μέχρι 31-12-2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β` του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν.4024/2011 (Α` 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31-10-2012" και "12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν.4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1-1-2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212). [...]. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν.4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν.4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο στο πλαίσιο αυτό για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν.4093/2012, την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί με το ν.4024/2011. Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ` αρχήν τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι και τα αναφερόμενα στην περ.12 της παραγράφου Γ` υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 νομικά πρόσωπα λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. Εξάλλου, με το Ν.4354/2015 άρθρο 34, από την έναρξη ισχύος αυτού (1.1.2016) καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν.4024/2011, η περ.12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ` του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 και στο άρθρο 31 παρ.1 του ν.4354/2015 (ΦΕΚ Α` 176/16-12-2015), ορίζεται ότι "Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ` του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 (Α` 222), προστίθεται νέο εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύουν από 1-1-2013". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι αρχικά, με το ν.4024/2011, θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, το οποίο δεν καταλάμβανε το προσωπικό του ν.π.ι.δ "Ε.Κ.ΧΑ. ΑΕ", όμως με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", για το ανωτέρω προσωπικό προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού και θέσπιση ανωτάτου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900 ευρώ, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που από την εφαρμογή αυτού του ορίου θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%, η μείωση θα ήταν σταδιακή, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν.4024/2011, εφαρμοζόμενο αναλογικώς. Κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών, οι υπάλληλοι της "Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφηση ΑΕ- Ε.Κ.ΧΑ ΑΕ", με βάση το προβλεπόμενο ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, υπέστησαν την 1-11-2011 μειώσεις επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών τους, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016. Ακολούθως, με το ν.4093/2012, από 1-1-2013 υπήχθησαν στο μισθολόγιο και βαθμολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρείτο και το προσωπικό της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, με συνέπεια την εφεξής κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, που καταλαμβάνονται πλέον από τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν.4024/2011. Κατά την ένταξη του προσωπικού της εταιρείας "Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφηση ΑΕ", από 1-1-2013, στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν.4024/2011 σύμφωνα με την περ.12 υποπ. Γ1 παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν.4093/2012, διαμορφώθηκαν οι αποδοχές του προσωπικού της με βάση το ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν.4024/2011 και από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών (1-1-2013) έπαυσε η ισχύς των διατάξεων "αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα" του άρθρου 31 του ν.4024/2011, εκτός της παρ. 2 αυτού. Κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών, την 1-1-2013, με βάση τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, επήλθαν, επί το πλείστον, μειώσεις επί των κατά την 31 Δεκεμβρίου 2012 προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών και κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών, η αναιρεσίβλητη υπήχθη σε μειώσεις μέχρι ποσοστού 25% με την ένταξή τους, ετεροχρονιζόμενες μετά την 31 Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσά. Κατά τις ανωτέρω διατάξεις και το, με βάση τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, σκοπό θέσπισής τους, αφενός της άμεσης αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης, της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και της ανταμοιβής της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, συνάγεται ότι τυγχάνουν εφαρμοστέες δύο μειώσεις, ήτοι μια την 1-11-2011 επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, ετεροχρονιζόμενη κατά το υπερβάλλον, και μια την 1η Ιανουαρίου του 2013 κατά ποσοστό πάλιν μέχρι 25% επί των προκυπτουσών την 31-12-2012 από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενη, κατά το τυχόν υπερβάλλον, μετά την 31-12-2016. Οι ρυθμίσεις αυτές εισήχθησαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, η δεύτερη δε ρύθμιση αποτελεί τμήμα ευρύτερου ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι, δηλαδή, τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση επί των κατά την 31η Οκτωβρίου 2011 αποδοχών, δεν συνάγεται 1) από τη ρύθμιση της περ.2 της παρ. Γ` υποπ. Γ1 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, με την οποία ανεστάλη μέχρι 31- 12-2016, μεταξύ άλλων, και η εφαρμογή της περίπτωσης β` του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν.4024/2011, δηλαδή η εφαρμογή της υπερβάλλουσας το 25% μείωσης και τούτο, διότι η αναστολή αυτή, που εισάγεται με το ίδιο πρώτο άρθρο του νόμου 4093/2012, με το οποίο εισάγεται και η ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, αναφέρεται στην τυχόν προκύπτουσα υπερβάλλουσα μείωση του 25% λόγω της εφαρμογής των διατάξεων περί ενιαίου μισθολογίου και εναρμονίζεται με τον επιδιωκόμενο με το μέτρο αυτό σκοπό εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης με την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου ν.4024/2011 και 2) από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του ν.4354/2015, με την οποία ορίστηκε ότι για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύουν από 1-1-2013 και τούτο, διότι αυτή δεν έχει την έννοια αναστολής των διατάξεων περί υπαγωγής του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο- βαθμολόγιο, αλλά αφορά την αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 29 παρ. 2 του ν.4024/2011 και τέθηκε, ενόψει της κατάργησης με τον ίδιο νόμο (4354/2015 άρθρο 34 αυτού) της περ. 12 παρ. Γ` υποπ. Γ1 του ν.4093/2012, ώστε και μετά την κατάργηση της διάταξης αυτής (περ.12) να ισχύει για το προσωπικό του ευρύτερου δημόσιου τομέα η αναστολή της ανωτέρω υπερβάλλουσας μείωσης. (ΟλΑΠ 1/2021). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 14/2015, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων στο ……..την…….2006, προσλήφθηκε η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) από την εναγομένη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα), προκειμένου α εργαστεί ως υπάλληλος γραφείου ΔΕ στο Μεταβατικό Κτηματολογικό Γραφείο ……..έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ανερχομένων στο ποσό των 860 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθμ 268/6/15-1-2007 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας, εξομοιώθηκαν οι αποδοχές των εργαζομένων με εξαρτημένη σχέση εργασίας στα Κτηματολογικά Γραφεία με τους αντίστοιχους εργαζόμενους στις Κεντρικές Υπηρεσίες και στο Περιφερειακό Κέντρο ………και ως εκ τούτου από την ………..η ενάγουσα εντάχθηκε στην μισθολογική βαθμίδα 2Α και οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της ανήλθαν στο ποσό των 1.227 ευρώ.......... Η ενάγουσα από την ημερομηνία πρόσληψης της, ήτοι την………., γνωστοποίησε στην εναγόμενη εταιρεία ότι είναι κάτοχος πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ήτοι της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του Τμήματος Εμπορίας και Διαφήμισης του Τ.Ε.Ι. …………από την………. Εν συνεχεία αποδείχτηκε ότι την ……….η ενάγουσα μετακινήθηκε στην Κεντρική Υπηρεσία της εναγόμενης εταιρείας και τοποθετήθηκε στο Τμήμα Εποπτείας Περιφερειακής Δομής της Διεύθυνσης Λειτουργούντος Κτηματολογίου, οπότε της ανατέθηκε η παρακολούθηση της λειτουργίας των εμμίσθων Μεταβατικών Κτηματολογικών Γραφείων. Ειδικότερα στην ενάγουσα ανατέθηκε αφενός μεν ο σχεδιασμός και η εγκατάσταση νέων έμμισθων Κτηματολογικών Γραφείων όπως και το Κτηματολογικό Γραφείο ……..το έτος 2010, αφετέρου δε, η οργάνωση και λειτουργία των υφιστάμενων εμμίσθων Κτηματολογικών Γραφείων, ήτοι η αναδιαμόρφωση χώρων, η τυποποίηση λειτουργιών, η διάγνωση εκπαιδευτικών αναγκών προσωπικού, ο συντονισμός των εργασιών του προσωπικού που η εναγόμενη εταιρεία έχει διαθέσει για την υποστήριξη τους κ.λπ. Για την επιτυχή διεκπεραίωση των ανωτέρω καθηκόντων της, η ενάγουσα προέβη σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες που διασφάλιζαν την εύρυθμη και ομοιόμορφη λειτουργία των Κτηματολογικών Γραφείων και εισηγήθηκε τις αναγκαίες δράσεις. Τα προαναφερόμενα καθήκοντα που ασκούσε η ενάγουσα, αποτελούν μέρος των αρμοδιοτήτων του Τμήματος Εποπτείας Περιφερειακής Δομής της Διεύθυνσης Λειτουργίας Κτηματολογίου....... Μετά την ανωτέρω τοποθέτησή της στο Τμήμα Εποπτείας Περιφερειακής Δομής της Διεύθυνσης Λειτουργούντος Κτηματολογίου και την άσκηση εκ μέρους της των προαναφερόμενων καθηκόντων, αυτή (ενάγουσα) αιτήθηκε την ένταξή της στο μισθολογικό κλιμάκιο 5Α που είχαν ενταχθεί και οι λοιποί συνάδελφοι του ανωτέρω τμήματος, οι οποίοι ασκούσαν όμοια καθήκοντα (βλ. ιδίως το υπ' αριθμ Α.Π. ……..2010 προσκομιζόμενο εσωτερικό σημείωμα της ενάγουσας προς τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγόμενης εταιρείας). Πλην όμως, η εναγόμενη δεν αποδέχτηκε το ανωτέρω αίτημα της ενάγουσας, καθόσον η ενάγουσα δεν είχε συμπληρώσει συνολική έμμισθη προϋπηρεσία στην εναγόμενη εταιρεία επτά (7) ετών και δεν είχε συμπληρωθεί χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών από την απόκτηση του προαναφερόμενου πτυχίου, επικαλούμενη προς τούτο τις προαναφερόμενες υπ' αριθμ 369/10/13-4-2009 και 373/6/11-5-2009 αποφάσεις του Δ.Σ. αυτής. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι την ………η ενάγουσα κοινοποίησε στην εναγόμενη εταιρεία το πιστοποιητικό ολοκλήρωσης του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Δημόσια Διοίκηση με κατεύθυνση "Σύγχρονες Μέθοδοι Δημόσιας Διοίκησης και Διαχείρισης" του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών".......... και αιτήθηκε εκ νέου την ένταξή της στο μισθολογικό κλιμάκιο 5Α της εναγόμενης εταιρείας. Αποδείχτηκε ότι συνεπεία των ανωτέρω εκτεθέντων, καθώς επίσης του άρθρου 14&4 του από 11/5/2012 Κανονισμού Εργασίας της εναγόμενης, στο οποίο ορίζεται ότι: "στην περίπτωση εργαζομένων, που μετά την πρόσληψη τους, αποκτούν τίτλο εκπαίδευσης τυπικά ανώτερο από τον τίτλο που κατείχαν κατά την πρόσληψη τους, η Εταιρεία οφείλει να αναγνωρίσει τον νέο τίτλο με όλα τα επαγγελματικά δικαιώματα που αυτός συνεπάγεται, όταν συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις, ήτοι: α) συνάφεια του υπό αναγνώριση τίτλου με το αντικείμενο και τις δραστηριότητες της εταιρείας και β) συμπλήρωση τεσσάρων (4) τουλάχιστον ετών απασχόλησης του αιτούντος στην Εταιρεία", η εναγόμενη εταιρεία προέβη στην αναδρομική αναγνώριση του προαναφερόμενου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών της ενάγουσας από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Κανονισμού Εργασίας, ήτοι την 11/5/2012........ Πλην όμως, η ενάγουσα εντάχθηκε στο κλιμάκιο 3Α, αφενός μεν ως πτυχίουχος ΤΕΙ και όχι στο κλιμάκιο 5Α που εντάσσονται οι πτυχιούχοι ΑΕΙ, αφετέρου δε, καθόσον δεν είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μείζον των πέντε (5) ετών από την απόκτηση του προαναφερόμενου μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών αυτής (ενάγουσας). Όπως, όμως, αποδείχτηκε η επιστημονική κατάρτιση της ενάγουσας, όπως προκύπτει από τους τίτλους σπουδών της, τόσο του πτυχιακού όσο και του μεταπτυχιακού, είναι συναφής με τις αρμοδιότητες του τμήματος, στο οποίο απασχολούταν ως υπάλληλος. Ειδικότερα, για την λήψη των ανωτέρω τίτλων σπουδών, η ενάγουσα παρακολούθησε τα μαθήματα: 1) Εισαγωγή στην Διοίκηση Επιχειρήσεων, 2) Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων, 3) Διεθνές Μάνατζμεντ, 4) Διεθνές Μάρκετινγκ, 5) Διοίκηση Μάρκετινγκ, 6) Διοίκηση Ολικής Ποιότητας, 7) Σχεδιασμό και Προγραμματισμό Μάρκετινγκ και 8) Οικονομοτεχνικές Μελέτες, τα οποία έχουν συνάφεια με τα ακόλουθα καθήκοντα της ενάγουσας, ήτοι της εποπτείας και υποστήριξης της λειτουργίας των περιφερειακών δομών του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με τις εγκεκριμένες διαδικασίες σε συνεργασία με άλλες οργανικές μονάδες της εναγόμενης, της μέριμνας για την συνεχή επικαιροποίηση του εγχειριδίου λειτουργίας Κτηματολογικών Γραφείων, καθώς και για την έκδοση οδηγιών προς το προσωπικό των Περιφερειακών Μονάδων και της σύνταξης και υποβολής στην Διοίκηση αναφορών για την λειτουργία των Κτηματολογικών Γραφείων. Επίσης η ενάγουσα παρακολούθησε τα μαθήματα: 1) Εισαγωγή στην Στατιστική, 2) Στατιστική Επιχειρήσεων, 3) Εξειδικευμένα Πακέτα Στατιστικής, 4) Έρευνα Μάρκετινγκ, 5) Εφαρμοσμένη Έρευνα Μάρκετινγκ, 6) Χρηματοοικονομική Πολιτική, 7) Χρηματοοικονομική Διοίκηση, 8) Χρηματοοικονομική Λογιστική, 9) Τράπεζες και Χρηματοοικονομική, τα οποία έχουν συνάφεια με τα ακόλουθα καθήκοντα της ενάγουσας, ήτοι: 1) Διενέργεια ελέγχων στα Κτηματολογικά Γραφεία, αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και εφαρμογή βελτιωτικών δράσεων όπου απαιτείται, 2) Υποστήριξη των Κτηματολογικών Γραφείων για θέματα είσπραξης τέλους παλαιών προγραμμάτων. Περαιτέρω, η ενάγουσα για την λήψη των ανωτέρω τίτλων σπουδών, παρακολούθησε τα μαθήματα: 1) Μαθηματικά για Οικονομολόγους, 2) Ποσοτικές Μέθοδοι στο Μάρκετινγκ, 3) Μικροοικονομική Ανάλυση και 4) Μακροοικονομική Ανάλυση, τα οποία έχουν συνάφεια με τα ακόλουθα καθήκοντα της ενάγουσας, ήτοι της παροχής στην εργαζόμενη επαρκής κατάρτισης επεξεργασίας δεδομένων με ποσοτικές μεθόδους. Επίσης, η ενάγουσα για την λήψη των ανωτέρω τίτλων σπουδών παρακολούθησε τα μαθήματα: 1) Εισαγωγή στους Η/Υ, 2) Προγραμματισμός Η/Υ, 3) Ηλεκτρονική Επεξεργασία Δεδομένων, 4) Δυναμικές Βάσεις Δεδομένων, 5) Εφαρμογές Μάρκετιγκ με Η/Υ, τα οποία έχουν συνάφεια με τα ακόλουθα καθήκοντα της ενάγουσας, ήτοι της επαρκούς κατάρτισης της εναγόμενης στην χρήση τεχνολογιών πληροφορικής, που είναι απαραίτητο στην οργάνωση και λειτουργία των Κτηματολογικών Γραφείων. Εξάλλου, η ενάγουσα για την λήψη των ανωτέρω τίτλων σπουδών παρακολούθησε τα μαθήματα: 1) Εισαγωγή στο Αστικό Δίκαιο, 2) Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 3) Στοιχεία Εμπορικού Δικαίου και 4) Εξειδικευμένα θέματα δικαίου στο ΜΚΤ, τα οποία έχουν συνάφεια με τα ακόλουθα καθήκοντα της ενάγουσας, ήτοι της συνεργασίας με την Νομική Υπηρεσία για την σύνταξη και διακίνηση εγκυκλίων και οδηγιών σε Δημόσιες Υπηρεσίες και Οργανισμούς σχετικά με την εφαρμογή του νέου θεσμού και της παροχής στην εργαζόμενη επαρκούς κατάρτισης για την κατανόηση βασικών νομικών εννοιών που απαιτούνται σε συναλλαγές με δημόσιες υπηρεσίες και διαχείρισης των δικαιωμάτων των πολιτών στα Κτηματολογικά Γραφεία. Επιπλέον για την λήψη των ανωτέρω τίτλων σπουδών παρακολούθησε τα μαθήματα: 1) Επιχειρησιακή επικοινωνία, 2) Δημόσιες σχέσεις, 3) Μάρκετινγκ μη κερδοσκοπικών οργανισμών 4) Πολιτική διαφήμισης και 5) Λοιπά Μαθήματα Μάρκετινγκ, τα οποία έχουν συνάφεια με τα ακόλουθα καθήκοντα της ενάγουσας, ήτοι της συνεργασίας με το τμήμα Επικοινωνίας & Δημοσίων Σχέσεων για την σύνταξη και υλοποίηση σχεδίου επικοινωνίας με τις αρμόδιες υπηρεσίες και φορείς για θέματα που αφορούν στην λειτουργία των υπηρεσιών του Εθνικού Κτηματολογίου σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και της οργάνωσής εκδηλώσεων για την προώθηση του θεσμού του Κτηματολογίου και την ενημέρωση επαγγελματικών φορέων και χρηστών του συστήματος για την λειτουργία του.........., πέραν του γεγονότος ότι εξαιτίας των εξειδικευμένων γνώσεων και της εμπειρίας που διαθέτει σχετικά με την λειτουργία των Κτηματολογικών Γραφείων και της ικανότητάς της να διαχειρίζεται σύνθετες καταστάσεις, η ενάγουσα ανταποκρίθηκε με ζήλο και αποτελεσματικότητα στο σύνολο των εργασιών που ανέλαβε.......... Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία προέβη στην ένταξη του μισθολογικού κλιμακίου 5Α άλλων εργαζομένων της, οι οποίοι είχαν προσληφθεί με τις ίδιες προϋποθέσεις με τις οποίες προσλήφθηκε η ενάγουσα, ασκούσαν τα ίδια με αυτήν καθήκοντα (υπάλληλος γραφείου) και το πτυχίο που διέθεταν δεν είχε καμία συνάφεια με τα καθήκοντα που ασκούσαν. Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία προέβη στην ένταξη του μισθολογικού κλιμακίου 5Α του εργαζόμενου Μ. Τ., ο οποίος είχε προσληφθεί με τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που είχε προσληφθεί η ενάγουσα, ήτοι ως υπάλληλος γραφείου κατηγορίας Δ.Ε, μετατέθηκε από το Κτηματολογικό Γραφείο………, όπου υπηρετούσε, στην Κεντρική Υπηρεσία, ήτοι στην Διεύθυνση Λειτουργούντος Κτηματολογίου και στο Τμήμα Εποπτείας Περιφερειακής Δομής, όπως και η ενάγουσα, επιπλέον δε, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις της υπ' αριθμ 369/10/13-4-2009 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης εταιρείας, ήτοι δεν είχε συμπληρώσει ο ανωτέρω συνάδελφος της ενάγουσας έμμισθη προϋπηρεσία επτά (7) ετών στην εναγόμενη και πέντε (5) ετών συμπληρωμένα από την απόκτηση του πτυχίου από αυτόν, περαιτέρω δε, το πτυχίο ΑΕΙ που διέθετε, ήταν της Σχολής …….., ήτοι δεν είχε συνάφεια με το αντικείμενο της εργασίας του. Πλην όμως η εναγόμενη εταιρεία προέβη στην ένταξη του ανωτέρω εργαζομένου στο μισθολογικό κλιμάκιο 5Α, κατ' εφαρμογή της εξαίρεσης που ορίζεται στην υπ' αριθμ 373/6/11-5-2009 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της και στο άρθρο 14&4 του από 11-5-2012 Κανονισμού Εργασίας αυτής, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι η αναγνώριση του πτυχίου του ανωτέρω εργαζομένου εδράζεται αφενός στην κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, αφετέρου δε, στην κατ' αναλογία αναγνώριση του πτυχίου του, εφόσον προηγήθηκαν άλλες παρόμοιες περιπτώσεις εργαζομένων, οι περισσότεροι εκ των οποίων υπηρετούν στην ίδια Διεύθυνση. Η ανωτέρω αιτιολογία σαφώς και δεν πληροί τις προϋποθέσεις της προαναφερόμενης απόφασης και του Κανονισμού Εργασίας της εναγόμενης, ως προς τα κριτήρια ένταξης του ανωτέρω εργαζόμενου στο μισθολογικό κλιμάκιο 5Α, περαιτέρω δε, η μη ένταξη της ενάγουσας στο μισθολογικό κλιμάκιο 5Α, παραβιάζει την αρχή της ισότητας σε σχέση με τον προαναφερόμενο συνάδελφο της ενάγουσας και δημιουργεί δυσμενή διάκριση σε βάρος της, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην ως άνω μείζονα σκέψη. Επομένως, η ενάγουσα εδικαιούτο να ενταχθεί στο μισθολογικό κλιμάκιο 5Α και να λαμβάνει τις αποδοχές του ανωτέρω μισθολογικού κλιμακίου. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας, η οποία εσφαλμένα και καταχρηστικά είχε ενταχθεί από την εναγόμενη εταιρεία στο μισθολογικό κλιμάκιο 2Α, ανέρχονταν στο ποσό των 1.447,59 ευρώ. Ενόψει του γεγονότος ότι οι μηνιαίες αποδοχές των εργαζομένων στο μισθολογικό κλιμάκιο 5Α ανέρχονται στο ποσό των 2.804,34 ευρώ, η διαφορά, την οποία δεν έλαβε η ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των (2.804,34- 1.447,59)= 1356,75 ευρώ μηνιαίως, δεδομένου ότι κατά το έτος 2009 δεν υπήρξαν μειώσεις στη μισθοδοσία των υπαλλήλων της εναγομένης που επήλθαν όμως για τα επόμενα έτη, σε εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 3833/2010, 3834/2010, 3899/2010, 4024/2011 και 4093/2012, πλην όμως η υποχρέωση καταβολής μισθολογικών διαφορών από την εναγομένη υφίσταται από την ημερομηνία που αιτήθηκε ταύτην η ενάγουσα ήτοι, από τις ……2010. ....... Περαιτέρω, όπως συνομολογεί και με την ένδικη αγωγή της η ενάγουσα το 5° μισθολογικό κλιμάκιο της εναγομένης, έχει 6 μισθολογικές βαθμίδες από 5Α που είναι η εισαγωγική βαθμίδα μέχρι τη βαθμίδα 5ΣΤ και κάθε υπάλληλος ανέρχεται στην επόμενη βαθμίδα, κλείνοντας τρία έτη υπηρεσίας στην προηγούμενη βαθμίδα. Κατά συνέπεια, η ενάγουσα από τον Μάιο του 2009 που έπρεπε να καταταγεί στην μισθολογική βαθμίδα 5Α, έπρεπε να κλείσει τρία έτη μέχρι τον Μάιο του 2012 για να ανέλθει στην επόμενη βαθμίδα 5Β. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και συνυπολογιζομένων των μειώσεων που επήλθαν και στη μισθοδοσία της ενάγουσας, κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των νόμων 3833/2010, 3834/2010, 3899/2010, 4024/2011 και 4093/2012 οι οφειλόμενες μισθολογικές διαφορές στην ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2010 έως τις 31/12/2014 διαμορφώνονται ως εξής: Τον Απρίλιο του 2010 (δεν υπήρχαν μειώσεις) ο μεικτός μηνιαίος μισθός της για το κλιμάκιο 2Β που έλαβε ήταν 1.527,74 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει για το κλιμάκιο 5Α, 2.804,34 ευρώ και συνεπώς η οφειλόμενη διαφορά είναι 1.276,60 ευρώ. Τον Μάιο του 2010, μεικτός μηνιαίος μισθός της που έλαβε, μετά τις μειώσεις ήταν 1.435,0-2 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει για το κλιμάκιο 5Α, υπολογιζομένων των μειώσεων 2.608,04 ευρώ και συνεπώς η οφειλόμενη διαφορά είναι 1.173,02 ευρώ. Για έκαστο των μηνών, 6°, 7°, 8°, 9°, 10°, 11° και 12° του 2010, έλαβε 1.400,85 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 2.529,80 ευρώ (συνυπολογιζόμενων των μειώσεων), με συνέπεια η οφειλόμενη διαφορά να ανέρχεται στο ποσό των 1.128,95 ευρώ προς 7 μήνες και συνολικά 7.902,65 ευρώ. Για έκαστο των μηνών, 1°, 2° , 3°, 4° , 5°, 6°, 7° ,8°, 9° και 10° του 2011, έλαβε 1.402,36 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 2.276,82 ευρώ, με συνέπεια η οφειλόμενη διαφορά να ανέρχεται στο ποσό των 874,46 ευρώ και συνολικά επί 10 μήνες, 8.744,60 ευρώ. Για έκαστο των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2011, έλαβε 1.183,06 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 1.707,62 ευρώ και επομένως η οφειλόμενη διαφορά ανέρχεται στο ποσό των 1.049,12 ευρώ, (524,56 χ 2 μήνες). Για έκαστο των μηνών, 1°, 2° , 3° και 4° του 2012 έλαβε 1.198 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 2.039,72 ευρώ και επομένως οφείλεται διαφορά συνολικού ποσού 3.366,88 ευρώ (841,72 χ 4 μήνες). Περαιτέρω, τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο του 2012, ο μεικτός μηνιαίος μισθός που έλαβε η ενάγουσα, καταταχθείσα στο κλιμάκιο 3Α από την εναγομένη, υπολογιζομένων των μειώσεων ήταν 1.303,20 ευρώ, ενώ έπρεπε να καταταγεί στο μισθολογικό κλιμάκιο 5Β και να λάβει, αφαιρουμένων των μειώσεων, 2.492,26 ευρώ για έκαστο μήνα και συνεπώς η οφειλόμενη διαφορά για τους ως άνω τέσσερις μήνες είναι 4.756,24 ευρώ (1.189,06 χ 4). Για τον μήνα Σεπτέμβριο του 2012 έλαβε 1.120,59 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 2.492,26 ευρώ και επομένως οφείλεται διαφορά 1.371,67 ευρώ. Για ένα έκαστο των μηνών, 10°, 11°, και 12° του 2012, έλαβε 1.183,06 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 2.492,26 ευρώ με συνέπεια να οφείλεται διαφορά 1.309,20 ευρώ, προς 3 μήνες, δηλαδή, συνολικά 3.927,60 ευρώ. Για τον μήνα Ιανουάριο του 2013 έλαβε 1.333 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 2.492,26 ευρώ και συνεπώς οφείλεται η διαφορά εκ. 1.159,14 ευρώ. Για τους μήνες, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του 2013, δεν οφείλεται καμία διαφορά, καθόσον, όπως συνομολογεί και η ενάγουσα ελάμβανε τα ποσά που έπρεπε να λαμβάνει. Για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2013, η ενάγουσα ελάμβανε κάθε μήνα 1.359 ευρώ ενώ έπρεπε να λαμβάνει 2.492,26 ευρώ και επομένως οφείλεται διαφορά 1.133,14 ευρώ προς έξι μήνες, ήτοι, συνολικά 6.798,84 ευρώ. Για τους μήνες 1°, 2° , 3°, 4° και 5° του 2014, η ενάγουσα έλαβε για έκαστο μήνα 1.388 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 2.492,26 ευρώ και επομένως οφείλεται διαφορά 1.104 ευρώ προς 5 μήνες, δηλαδή συνολικά 5.520 ευρώ. Για τον Ιούνιο του 2014, έλαβε 1.108,62 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 2.492,26 ευρώ και συνεπώς οφείλεται διαφορά 1.384 ευρώ. Για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 2014, έλαβε για έκαστο μήνα 1.388 ευρώ ενώ έπρεπε να λάβει 2.492,26 ευρώ και επομένως οφείλεται διαφορά, 1.104 ευρώ προς 2 μήνες, 2.208 ευρώ. Για το μήνα Σεπτέμβριο του 2014, η ενάγουσα έλαβε 1.454,67 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 2.492,26 ευρώ και επομένως της οφείλεται διαφορά 1.037,59 ευρώ. Για τον μήνα Οκτώβριο του 2014 έλαβε 1.611,30 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 2.492,26 ευρώ και συνεπώς οφείλεται διαφορά 880,96 ευρώ. Για τον μήνα Νοέμβριο του 2014 έλαβε 1.638,01 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 2.492,26 ευρώ και επομένως της οφείλεται διαφορά 854,25 ευρώ. Για τον μήνα Δεκέμβριο του 2014 έλαβε 1.652,35 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 2.492,26 ευρώ και συνεπώς οφείλεται διαφορά 839,91 ευρώ. Συνολικώς δε η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στην ενάγουσα για διαφορές μισθών, κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 2010 έως και τον Δεκέμβριο του 2014 το ποσό των 54.251,07 ευρώ νομιμοτόκως από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, ήτοι από το τέλος εκάστου μηνός για τον οποίο οφείλεται κάθε μισθολογική διαφορά. Περαιτέρω, όσον αφορά τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας για το ως άνω χρονικό διάστημα αποδείχθηκαν τα εξής: Η ενάγουσα έλαβε για δώρο Πάσχα 2010, 554,43 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 1.402 (2804:2) ευρώ και συνεπώς η εναγομένη οφείλει να της καταβάλλει τη διαφορά 847,57 ευρώ. Για επίδομα αδείας 2010 έλαβε 210 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 1.402 ευρώ και συνεπώς οφείλεται η διαφορά 1.192 ευρώ. Για δώρο Χριστουγέννων 2010, έλαβε 1.520,74 ευρώ, ενώ έπρεπε να λάβει 2.804 ευρώ και επομένως οφείλονται 1.283,26 ευρώ. Για δώρο Πάσχα 2011, έλαβε 222,92 ευρώ, ενώ έπρεπε να καταβληθεί το ποσό των 250 ευρώ και συνεπώς οφείλονται 27,08 ευρώ. Για επίδομα αδείας 2011, η ενάγουσα έλαβε το δικαιούμενο ποσό των 250 ευρώ και επομένως δεν της οφείλεται κάποια διαφορά. Για δώρο Χριστουγέννων, η ενάγουσα πρέπει να λάβει 500 ευρώ, αφού δεν της καταβλήθηκε κανένα ποσό. Για δώρο Πάσχα 2012 και για επίδομα αδείας 2012, η ενάγουσα δεν δικαιούται κάποια διαφορά αφού της καταβλήθηκαν τα ποσά 250 € και 250 € αντιστοίχως, τα οποία εδικαιούτο κατά το νόμο. Για δώρο Χριστουγέννων 2012, δεν έλαβε κανένα ποσό και επομένως πρέπει να της καταβληθεί ολόκληρο το ποσό των 500 ευρώ. Για δώρο Πάσχα 2013 της καταβλήθηκε το ποσό των 586 ευρώ και ουδέν της οφείλεται. Για επίδομα αδείας 2013, δεν έλαβε κανένα ποσό και συνεπώς οφείλεται το ποσό των 250 ευρώ. Για δώρο Χριστουγέννων 2013, δεν έλαβε κανένα ποσό και της οφείλεται το ποσό των 500 ευρώ. Για δώρο Πάσχα 2014 της οφείλεται το ποσό των 250 ευρώ, αφού, δεν της καταβλήθηκε κάποιο ποσό. Για επίδομα αδείας 2014, της οφείλεται για τον ίδιο ως άνω λόγο το ποσό των 250 ευρώ και για δώρο Χριστουγέννων 2014 500 ευρώ, αφού δεν έλαβε κάποιο ποσό. Συνολικώς δε, για το ως άνω χρονικό διάστημα, η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στην ενάγουσα, για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 6.099,91 ευρώ, νομιμοτόκως, για τα δώρα Πάσχα, από τις 30 Απριλίου του αντίστοιχου έτους και για τα δώρα Χριστουγέννων και τα επιδόματα αδείας από τις 31 Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχτηκε κατ' ουσία, τις από 1.2.2017 και από 31.1.2017 αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και απέρριψε κατ' ουσία τους από 6.5.2019 πρόσθετους λόγους του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την 1705/2016 οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, δέχτηκε εν μέρει την από 5.12.2014 αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε το αναιρεσείον να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 63.350,98 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και ποσό 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, εσφαλμένα δεν εφήρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις μεταξύ των οποίων και αυτές των άρθρων 29 παρ.2 και 31 του ν.4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπ.Γ1 της παρ.Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για την εφαρμογή τους. Τούτο, διότι, κατ` ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, οι οποίες, κατά τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη, είναι συνταγματικά ανεκτές, με την ένταξη του προσωπικού της εταιρείας "Εθνικό Κτηματολόγιο και Χαρτογράφηση ΑΕ" και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου του ν.4024/2011 (Κεφάλαιο δεύτερο αυτού άρθρο 4 επ.), οι αποδοχές της αναιρεσίβλητης θα έπρεπε να προσδιοριστούν την 1-1-2013 με βάση τις διατάξεις αυτές (ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου) και σε σχέση με τις προκύπτουσες αποδοχές της 31-12-2012, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από την εφαρμογή την 1.11.2011 της πρώτης μείωσης μέχρι ποσοστού 25%, με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, την 1-1-2013 υπήχθησαν περαιτέρω σε μειώσεις, με βάση την εφαρμοστέα μείωση κατά ποσοστό μέχρι 25%, ετεροχρονιζόμενη κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31-12-2016. Ειδικότερα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αν και δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε, από τον Μάιο 2012, να ενταχθεί στο κλιμάκιο 5Β και να λαμβάνει, αφαιρουμένων των μειώσεων, το ποσό των 2.492,26 ευρώ για έκαστο μήνα, επιδικάζοντας τη διαφορά μεταξύ αυτών που εσφαλμένα λάμβανε ως ενταχθείσα στο κλιμάκιο 3Α και αυτών που έπρεπε να λαμβάνει, στη συνέχεια και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως και Δεκέμβριο 2014, αφενός δεν υπολόγισε στις αποδοχές που έπρεπε να λαμβάνει η αναιρεσίβλητη, ως ενταγμένη στο κλιμάκιο 5Β, τις περαιτέρω μειώσεις που επήλθαν, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αλλά συνέχισε και για το χρονικό αυτό διάστημα να υπολογίζει τις αποδοχές της αναιρεσίβλητης που έπρεπε να λαμβάνει στο ίδιο ποσό με αυτό που έκρινε ότι έπρεπε να λαμβάνει για το χρονικό διάστημα από Μάιο 2012 έως 31.12.2012, δηλαδή στο ποσό των 2.492,26 ευρώ για κάθε μήνα, αφετέρου δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ.1 της υποπ.Γ της παρ.Γ του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας, με συνέπεια εσφαλμένα να επιδικάσει δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας για τα έτη 2013 και 2014. Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για παράβαση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου είναι βάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για υπολογισμό των μηνιαίων αποδοχών της αναιρεσίβλητης, που έπρεπε να λαμβάνει από Μάιο 2012 έως Δεκέμβριο 2012, στο ποσό των 2.109,39 ευρώ και περί εσφαλμένου προσδιορισμού των διαφορών, κατά την περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον καταβαλλόμενο μισθό, είναι αόριστες, καθόσον αφενός ουδόλως προσδιορίζεται ο τρόπος με τον οποίο εξάγεται ότι το ποσό που έπρεπε να καταβληθεί στην αναιρεσίβλητη, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ανέρχεται στις 2.109,39 ευρώ και αφετέρου ουδόλως προσδιορίζει σε τι συνίσταται ο επικαλούμενος εσφαλμένος προσδιορισμός των διαφορών στον οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, γενομένου δεκτού ως βασίμου του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον δικαστή, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης στο σύνολό τους. λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την 3387/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση. Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Δεκεμβρίου 2022. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ