Αριθμός 804/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειουσών: 1) Γ. χας Γ. Π., 2) Ό. θυγ. Γ. Π. και 3) Α. θυγ. Γ. Π., κατοίκων ... ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος Γ. Π. του Θ., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπουλούκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και του ήδη αποβιώσαντος Γ. Π. του Θ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2012 μη οριστική και 112/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." με την από 25-9-2017 αίτησή της. Εκδόθηκε η 66/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Εκδόθηκε η 121/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, την διόρθωση της οποίας ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 24-11-2020 αίτησή τους. Εκδόθηκε η 27/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-4-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 21-4-2021 [αριθμ. καταθ. 4/2021] αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 27/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ). Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, απόφαση, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 29-12-2009 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κατά των Ι. Ν. ή Κ., Α. Τ. και κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", νόμιμη διάδοχος της οποίας κατέστη η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "..."), ο ήδη αποβιώσας Γ. Π. και οι λοιπές ενάγουσες-ήδη αναιρεσείουσες (νόμιμες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού), ισχυρίσθηκαν ότι το οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο, Ι. Ν. ή Κ., με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, που ανήκε στην ιδιοκτησία του δεύτερου εναγόμενου, Α. Τ. και ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημιές στην αρχικά τρίτη εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", προκάλεσε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του θανατηφόρο ατύχημα, εξαιτίας του οποίου, προκλήθηκε ο θάνατος του Χ. Π. του Γ., γιου του, αρχικά, πρώτου ενάγοντος και της δεύτερης ενάγουσας και αδερφού της τρίτης και τέταρτης των εναγόντων, ο οποίος οδηγούσε την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής πραγματικά περιστατικά. Ζητούσαν, δε, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν, μεταξύ άλλων, να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 250.000 ευρώ στον καθένα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί αυτής (αγωγής) εκδόθηκε η με αριθμ. 112/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, το οποίο, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, σε καθένα των δύο πρώτων εναγόντων, γονέων του θανόντος, ποσό 100.000 ευρώ και σε καθεμία των τρίτης και τέταρτης των εναγόντων, αδελφών του θανόντος, ποσό 70.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 82/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη και, αφού έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σε καθεμία από τις τρίτη και τέταρτη ενάγουσες ποσό πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, χωρίς να κρίνει διαφορετικά από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφορικά με τα επιδικασθέντα σε καθένα των δύο πρώτων εναγόντων χρηματικά ποσά. Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης, η νόμιμη διάδοχος της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, άσκησε την από 25-9-2017 αίτηση αναίρεσης, το δε Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με τη με αριθ. 66/2019 απόφασή του αναίρεσε εν μέρει την προσβληθείσα απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, κρίνοντας ότι αυτό είχε παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας αναφορικά με το ύψος της επιδικασθείσας σε καθέναν των εναγόντων χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, το οποίο έκρινε ότι είναι υπέρμετρα μεγάλο. Στη συνέχεια η έφεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση στο Μονομελούς Εφετείο Κέρκυρας, προκειμένου να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, μόνον κατά το σχετικό λόγο της που αφορούσε το αιτούμενο από τους ενάγοντες κονδύλιο για την καταδίκη των εναγομένων σε χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το οποίο και βρισκόταν εντός των ορίων που διαγράφονταν με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου. Το Δικαστήριο αυτό, επιληφθέν εκ νέου της εκδίκασης της υπόθεσης εντός των προαναφερθέντων ορίων, εξέδωσε την με αριθμ. 121/2020 απόφασή του με την οποία έκρινε, στο αιτιολογικό, ότι η εύλογη, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που δικαιούνται οι ενάγοντες ανέρχεται στα παρακάτω ποσά : α) σε ποσό ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ γιο καθέναν από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, γονείς του θανόντος και β) ποσό τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ γιο καθέναν από τους τρίτη και τετάρτη αυτών, αδελφές του θανόντος. Με βάση τα δεδομένα αυτά, έγινε δεκτή η έφεση, κατά το βάσιμο ανωτέρω λόγο, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, όσον αφορά τα επιδικασθέντα ποσά στους εφεσίβλητους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και, αφού κρατήθηκε και δικάστηκε στην ουσία της η από 29-12-2009 αγωγή, ως προς το αναιρεθέν σκέλος, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά το προαναφερόμενο κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων. Ωστόσο, στο διατακτικό της ιδίας απόφασης και δη στο κρίσιμο σημείο που περιλαμβάνει τη διάταξη για την αναγνώριση της υποχρέωσης των εναγομένων να καταβάλουν στους δύο πρώτους των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αναγράφεται, κατά λέξει, ότι το Δικαστήριο ".....ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σε καθέναν των δύο πρώτων εναγόντων ποσό εβδομήντα χιλιάδων ευρώ (70.000€)....". Ήδη, με την από 24-11-2020 αίτηση, οι αναιρεσείοντες (ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του πρώτου ενάγοντος), ζήτησαν τη διόρθωση της με αριθμ. 121/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, κατά το μέρος που στο διατακτικό της, από προφανή παραδρομή, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι "οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σε καθέναν των δύο πρώτων εναγόντων ποσό εβδομήντα χιλιάδων ευρώ (70.000)", ενώ στο αιτιολογικό της απόφασης αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι "Ενόψει των παραπάνω, η εύλογη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που δικαιούνται οι ενάγοντες... ανέρχεται στα παρακάτω ποσό: α) σε ποσό ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ για καθέναν από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, γονείς του θανόντος.....", συγκεκριμένα δε ζητείται να διορθωθεί το διατακτικό της απόφασης από το εσφαλμένο "ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σε καθέναν των δύο πρώτων εναγόντων ποσό εβδομήντα χιλιάδων ευρώ (70.000€)" στο ορθό "ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, σε καθέναν των δύο πρώτων εναγόντων ποσό ογδόντα χιλιάδων ευρώ (80.000€)". Το ως άνω δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά το άρθρο 315 του ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του. Από τη διάταξη αυτή, η οποία, ως εξαιρετική, υπηρετεί στο πλαίσιο της επιταγής για ασφάλεια δικαίου τον κύριο σκοπό της δίκης, που είναι η δικαιοσύνη, προκύπτει ότι είναι δυνατό να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται στην ασυμφωνία μεταξύ αυτών που προδήλως θέλησε το δικαστήριο, όπως τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της προς διόρθωση απόφασης σε συνδυασμό και με άλλα στοιχεία που ορίζουν το περιεχόμενό της, όπως πρακτικά, προτάσεις ή δικόγραφα των διαδίκων και εκείνων που έχουν διατυπωθεί στο διατακτικό της, έστω και αν από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης του διατακτικού επέρχεται μεταβολή σε αυτό, αφού η μεταβολή αυτή, η οποία δεν ανατρέπει, αλλά ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση του δικαστηρίου, δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου. Αρκεί η μεν παραδρομή στην οποία οφείλονται τα λάθη να προκύπτει προδήλως από την όλη διάρθρωση της απόφασης και των συμβάντων κατά τη σύνταξή της, είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου ή και τα διαδικαστικά έγγραφα, η δε διόρθωση να μην σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλλει ή ανακαλεί το περιεχόμενό της (Ολ.ΑΠ 17/2017, ΑΠ 536/2020). Τούτο σημαίνει ότι, για τη διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου, δεν πρέπει να γίνεται επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς, αλλά να προκύπτει αυτό από την απλή επισκόπηση της απόφασης, των πρακτικών ή και των δικογράφων των διαδίκων, ώστε να γίνεται στη συνέχεια η διόρθωσή της. Κατά συνέπεια, αντικείμενο διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης και μεταβάλλουν ή αλλοιώνουν ηθελημένα το περιεχόμενο της απόφασης. τα οποία αίρονται μόνο με την οδό των ένδικων μέσων, αλλά μόνον ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισφρέουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης (ΑΠ 64/2021, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 529/2020, ΑΠ 1479/2019, ΑΠ 266/2019, ΑΠ 318/2018, ΑΠ 359/2017, ΑΠ 1/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 52/2019). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 872/2020). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ ιδρύονται μόνο σε περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιαζόμενος κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών. Επομένως, δεν ιδρύονται οι ίδιες αυτές πλημμέλειες επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλ. κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 554/2020, ΑΠ 1186/2012). Τέτοιας δε φύσης είναι και η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 315 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 395/2019, ΑΠ 212/2012, ΑΠ 682/2011). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α`) ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν (περ. β`) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης. Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020). Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομαλής εξέλιξης της διαδικασίας, ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης (ΑΠ 1249/2020). Αφορά σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 1/2019, ΑΠ 571/2021, ΑΠ 1249/2020, ΑΠ 1306/2018), πρέπει δε στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται το δικονομικό απαράδεκτο, που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το δικονομικό απαράδεκτο (ή η ακυρότητα) που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο, δηλαδή ο δικονομικός κανόνας που παραβιάστηκε και ο τρόπος με τον οποίον παραβιάστηκε δηλαδή τα συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που τον ιδρύουν (ΑΠ 510/2021, ΑΠ 571/2021, ΑΠ 1249/2020, ΑΠ 449/2012). Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα, ειδικά ως προς την αιτούμενη, κατ' άρθρο 315 του ΚΠολΔ, διόρθωση του διατακτικού της με αριθμ. 121/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας ''...... από τα παραπάνω προκύπτει ευχερώς ότι κατά τη σύνταξη της ανωτέρω απόφασης (121/2020 Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας) παρεισέφρησε σφάλμα, καθόσον το αιτιολογικό αυτής δεν συμφωνεί με το διατακτικό ως προς το ακριβές ποσό για το οποίο αναγνωρίζεται η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν σε καθέναν από τους δύο πρώτους αρχικούς ενάγοντες (γονείς του θανόντος), ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και δη στο μεν αιτιολογικό της απόφασης αναφέρεται ολογράφως και αριθμητικώς ως τέτοιο το ποσό των "ογδόντα χιλιάδων ευρώ (80.000€)", στο δε διατακτικό αναφέρεται ως τέτοιο, επίσης ολογράφως και αριθμητικώς, το ποσό των "εβδομήντα χιλιάδων ευρώ (70.000€)". Ωστόσο, μολονότι, είναι προφανής η παραδρομή, εξαιτίας της οποίας παρεισέφρησε το εν λόγω σφάλμα στην απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ουδόλως προφανής είναι η τελική κρίση αυτού αναφορικά με το ποσό που θεώρησε ότι ήταν εύλογο να επιδικαστεί για την προαναφερθείσα αιτία σε καθέναν από τους δύο πρώτους ενάγοντες, δηλαδή το αν πρόθεση του Δικαστηρίου ήταν να επιδικάσει σε καθέναν από αυτούς ως χρηματική τους ικανοποίηση το ποσό των 80.000 ευρώ, όπως ισχυρίζονται ήδη οι αιτούσες, που ζητούν τη διόρθωση της απόφασης, ή εκείνο των 70.000 ευρώ, όπως ισχυρίζεται ήδη η καθ' ης η αίτηση ασφαλιστική εταιρία. Κριτήριο, προκειμένου να αποτυπωθεί στην προκείμενη περίπτωση το αληθές περιεχόμενο της απόφασης με διόρθωση αυτής, δεν μπορεί να αποτελέσει η αναγραφή των ποσών αριθμητικώς ή ολογράφως, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, αμφότερα τα ποσά αναγράφονται στα δύο μόνο συγκεκριμένα σημεία της απόφασης με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, δηλαδή ολογράφως και αριθμητικώς, ώστε να μην υπερισχύει κάποιο από τα δύο. Εξάλλου, το τελικά επιδικαζόμενο ποσό, όποιο και αν ήταν - κατά τη βούληση του Δικαστηρίου - το ύφος του, δεν ήταν αποτέλεσμα μαθηματικού υπολογισμού, ώστε να είναι δυνατή η αποκατάσταση της αβλεψίας με αναδρομή σε αυτόν (υπολογισμό), αλλά, αντίθετα, προσδιορίστηκε αυτό κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, με βάση τους αναφερόμενους στην απόφαση παράγοντες, πρέπει δε να παρατηρηθεί ότι μεταξύ των τελευταίων ήταν, βέβαια και ο βαθμός υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, πλην όμως αυτός δεν επανακρίθηκε από το Δικαστήριο, ώστε να μπορεί, ενδεχομένως, να συναχθεί κάποιο συμπέρασμα για το πώς θα έπρεπε να διαμορφωθεί το επιδικαζόμενο ποσό με βάση τη νέα κρίση για την υπαιτιότητα. Περαιτέρω, καθόσον, δεν υφίσταται εν προκειμένω "σχέδιο" της απόφασης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 304 ΚΠολΔ, και αυτή παραδόθηκε, όπως επιτάσσει η ανωτέρω διάταξη, σε ηλεκτρονική μορφή και με πλήρες το περιεχόμενο της, δεν υφίσταται ούτε ζήτημα έρευνας του κατά πόσον το σφάλμα εμφιλοχώρησε κατά την "καθαρογραφή" της. Τέλος, όχι μόνο από καμία διάταξη του νόμου δεν προκύπτει ότι σε περίπτωση διάστασης μεταξύ του αιτιολογικού της απόφασης και του διατακτικού αυτής, όπως η ερευνώμενη, υπερισχύουν όσα αναγράφονται στο αιτιολογικό, αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, κατ' άρθρ. 316 ΚΠολΔ, το διατακτικό πάντα υπερισχύει του αιτιολογικού, εκτός αν γίνει διόρθωση του διατακτικού. Υπό το πρίσμα, όμως των ανωτέρω, μολονότι στην υπό κρίση υπόθεση είναι προφανής η ακούσια πλημμέλεια που παρεισέφρησε κατά τη σύνταξη της ανωτέρω απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, είναι - παρά τα αβάσιμα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τις αιτούσες - απολύτως αδύνατο, με βάση το κείμενο αυτής, τα πρακτικά της συζήτησης, τις προτάσεις των διαδίκων και τα διαδικαστικά έγγραφα, να σχηματιστεί κρίση αναφορικά με το περιεχόμενο της αληθούς βούλησης του Δικαστηρίου, ώστε αυτή, ακολούθως, να αποτυπωθεί με τη διόρθωση της απόφασης, να αποκατασταθεί η ασυμφωνία μεταξύ του δηλωθέντος και του βουληθέντος και να επιτελεστεί με ασφάλεια ο κύριος σκοπός της δίκης, που είναι η απονομή δικαιοσύνης (...). Τούτο δε, καθόσον ο τυχόν σχηματισμός κρίσης από το παρόν Δικαστήριο και η με βάση αυτήν διόρθωση της απόφασης, παρά την έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων, την ύπαρξη των οποίων δεν επικαλούνται ούτε οι αιτούσες και από τα οποία να προκύπτει "εμφανώς" η βούληση του δικάσαντος Δικαστηρίου, θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη υποκατάσταση του τελευταίου από το πρώτο στην ουσιαστική του κρίση αναφορικά με το επιδικαζόμενο ποσό και με απόδοση στο κείμενο αυτής (απόφασης) περιεχομένου που πιθανόν να απείχε από το ηθελημένο. Εξάλλου, ούτε ζήτημα αυτεπάγγελτης διόρθωσης του αιτιολογικού της απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό αυτής, τίθεται, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την καθ' ης η αίτηση - εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, καθόσον, πέραν των όσων ανωτέρω εκτέθηκαν, και για την αυτεπάγγελτη διόρθωση απόφασης απαιτείται προδικασία, που προβλέπεται από τα άρθρ. 317§3 και 318 ΚΠολΔ και η οποία δεν έχει τηρηθεί. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι στην υπό κρίση αίτηση εμπεριέχεται, επικουρικά, αίτημα ερμηνείας της ανωτέρω 121/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, ότι ζήτημα ερμηνείας αυτής δεν τίθεται και ότι το σχετικό αίτημα θα ήταν απορριπτέο ως μη νόμιμο, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, δεδομένου ότι η ερμηνεία κατά τον τρόπο που ζητούν οι αιτούσες θα οδηγούσε σε αλλαγή του διατακτικού της απόφασης, πράγμα που ρητά απαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρ. 316 ΚΠολΔ....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την αίτηση για διόρθωση της απόφασης, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Οι αναιρεσείουσες, με τους διατυπούμενους, επιγραμματικά κατά σειρά, λόγους αναίρεσης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στα άρθρα 559 αριθμ. 1, 8, 14, 16 και 19 του ΚΠολΔ ότι: "...με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ότι αυτή δεν έχει νόμιμη βάση καθόσον δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή αν θεωρηθεί ότι υφίσταται κάποια αιτιολογία αυτή είναι παντελώς ανεπαρκής σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης, ουδέ κήρυξε ακυρότητα παρά το νόμο και κατά παράβαση του νόμου εδέχθη ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο". Από τους ως άνω λόγους, οι στηριζόμενοι σε πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι γιατί η διάταξη του άρθρου 315 του ΚΠολΔ, με την οποία οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες ζητούσαν την διόρθωση της με αριθμ. 121/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας (και την οποία προφανώς υπονοούν, χωρίς να την αναφέρουν, ότι παραβιάστηκε), είναι δικονομική, μη παρέχουσα δυνατότητα ελέγχου από τους ως άνω λόγους και για το λόγο αυτό ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου μέσω των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως εκτίθεται στη νομική σκέψη. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με αριθμητική απλώς μνεία, επικαλούνται την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 235/2019, ΑΠ 1186/2012). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο "ουδέ κήρυξε ακυρότητα παρά το νόμο", πλέον της αοριστίας του καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο σχετικός δικονομικός κανόνας, ο οποίος παραβιάστηκε από το Εφετείο και ο τρόπος με τον οποίο παραβιάστηκε, πρέπει να απορριφθεί και ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού κατά τις ανωτέρω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αίτηση των αιτούντων-αναιρεσειόντων ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού προηγουμένως απορρίφθηκαν οι προβληθέντες με αυτή ισχυρισμοί ως αβάσιμοι και όχι ως απαράδεκτοι. Τέλος, ο λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχεται, θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 1368/2021, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 397/2020). Μετά από αυτά, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε`του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου εταιρίας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει, την, από 21-4-2021 [αριθμ. καταθ. 4/2021], αίτηση, για αναίρεση της με αριθμ. 27/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως, παραβόλου. Επιβάλλει, σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου εταιρίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2023. Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ