Αριθμός 1458/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αναιρεσείοντος: Α. Λ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Λεβέντη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ - ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΞΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Πατρίκιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/205 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7279/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 798/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/2/2017 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 99/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 3-2-2017 αίτησης αναιρέσεως, ύστερα από την υπ'αριθ.99/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος λόγω επανασυζήτησης, κατ'εφαρμογή του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής την 1-4-2019, κατέστη αδύνατη η έκδοση αποφάσεως. Με την κρινόμενη από 3-2-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, 798/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε κατ'ουσίαν την από 2-10-2012 έφεση του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της από 28-12-2005 αγωγής του, περί επιδίκασης αποζημίωσης σε βάρος της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης (ΧΑΑ ΑΕ), λόγω έκδοσης ακύρου αποφάσεως του ΔΣ της για αποζημίωσή του ως επενδυτή-πιστωτή της τεθείσας σε έκτακτη εκκαθάριση χρηματιστηριακής εταιρίας ..., απέρριψε την αγωγή αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' εδ.δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη, της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου κατά νόμο της αγωγής. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του ν.δ/τος 3078/1954 και του ν.3632/1928, στην περίπτωση που ο χρηματιστής περιέλθει σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του από χρηματιστηριακές συναλλαγές, είτε προς εντολείς, είτε προς χρηματιστές, διενεργείται η έκτακτη αναγκαστική (υποχρεωτική) διαδικασία εκκαθάρισης, και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 του ν.δ/τος 3078/1954 και 27 του ν.3632/1928, οι πιστωτές του χρηματιστή ακολουθούν τη διαδικασία αναγγελίας των απαιτήσεών τους, και το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, μετά από έλεγχο και επαλήθευση των απαιτήσεων αυτών κατά τον προβλεπόμενο από τις διατάξεις αυτές νόμιμο τρόπο, και θεωρουμένων των εκκρεμών δοσοληψιών από χρηματιστηριακές συναλλαγές κεκλεισμένων, με βάση τις καθοριζόμενες τιμές από την Επιτροπή του Χρηματιστηρίου, τις περιλαμβάνει προς πληρωμή στον οικείο, απρόσβλητο, πίνακα των δικαιούμενων αποζημίωσης πιστωτών, έναντι των οποίων, για την καταβολή της οριζόμενης αποζημίωσης ευθύνεται εγγυητικά, απευθείας με βάση τις εν λόγω διατάξεις, το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο. Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε την αγωγή αόριστη και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης, την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ αυτή ήταν ορισμένη και έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει, ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι κατά της ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "...", είχε απαιτήσεις από χρηματιστηριακές συναλλαγές που αφορούσαν την απόδοση (ή το ισόποσο αυτών σε χρήμα) των: α) 15.950 προνομιούχων και 3.000 κοινών μετοχών της εταιρίας … β) 10.570 μετοχών της εταιρίας "...", γ) 1.500 προνομιούχων μετοχών της εταιρίας "...", καθώς και του πιστωτικού υπολοίπου του τηρούμενου χρηματιστηριακού λογαριασμού του, ποσού 73.148.809 δραχμών, και ότι για τις απαιτήσεις του αυτές υπέβαλε στις 21-11-1997, την από 20-11-1997 αίτησή του προς αποζημίωση, μετά των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων, ενώπιον της Διεύθυνσης Εποπτείας της εναγομένης, "Χ.Α.Α ΑΕ", στα πλαίσια της διαδικασίας του άρθρ. 27 του ν.3632/1928 σε συνδ. με το αρθ.17 του ν.δ.3078/1954 για εκκαθάριση των χρηματιστηριακών συναλλαγών και την αποζημίωση των επενδυτών-εντολέων της άνω οφειλέτριάς του χρηματιστηριακής εταιρίας, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, με την Κ2-10699/12-12-1997 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης. Ότι μετά την ολοκλήρωση της νόμιμης διαδικασίας της ειδικής εκκαθάρισης της περιουσίας της άνω χρηματιστηριακής εταιρίας, το ΔΣ της εναγομένης, με την από 272/6-10-2000 απόφασή του, καθόρισε την καταβολή των οφειλόμενων αποζημιώσεων προς τους επενδυτές, σύμφωνα με τον περιεχόμενο σε αυτήν πίνακα διανομής που συνέταξε, και με βάση τον τελευταίο, ορίστηκε και του κατεβλήθη, από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο, αποζημίωση, για μέρος των άνω απαιτήσεών του και δη για 1.000 κοινές μετοχές της εταιρίας …, ποσό 373.000 δρχ., για 8.570 μετοχές της εταιρίας ... ΑΕ ποσό 18.636.750 δρχ., για 1.500 προνομιούχες μετοχές της εταιρίας ... ποσό 3.427.500 δραχ., καθώς και για χρηματικό υπόλοιπο, ποσό 5.623.578 δραχ, ήτοι του κατεβλήθη αποζημίωση συνολικού ποσού 28.063.828 δραχμ., ως εγγράφως, κατά το νόμο, αποδειχθείσα, ενώ απερρίφθη το αίτημα αποζημίωσής του για τις λοιπές αναγγελθείσες απαιτήσεις του, ως μη αποδειχθείσες εγγράφως, και δη: α) για 15.950 προνομιούχες μετοχές της … β) για 2.000 κοινές μετοχές της … γ) για 2.000 μετοχές της ... ΑΕ και δ) για το υπόλοιπο πιστωτικό, στον τηρούμενο από την ... λογαριασμό του, ποσό των (73.148.809-5.623.578=) 67.525.231 δραχμών. Ότι με την απόφαση αυτή της εναγομένης ζημιώθηκε η περιουσία του και θίχτηκε η ιδιοκτησία του, διότι α) για τις ανωτέρω μετοχές για τις οποίες έγινε δεκτό το αίτημά του και του καταβλήθηκε αποζημίωση, αυτή υπολογίστηκε εσφαλμένα με βάση την τιμή των μετοχών στις 23-10-1997, ενώ θα έπρεπε να υπολογιστεί, όπως ο ίδιος θεωρεί, με την ανώτερη τιμή τους, στις 6-10-2000 (ημερομηνία έκδοσης της αποφάσεως), και να του καταβληθεί αυτή εντόκως από 17-12-1997, άλλως από 22-11-1997, άλλως από 30-12-2000, β) εσφαλμένα απερρίφθη το αίτημα των λοιπών ανωτέρω αναγγελθεισών απαιτήσεών του και γ) δεν περιελήφθη αποζημίωση για 86.350 προνομιούχες και για 49.050 κοινές μετοχές της …, καθώς και για 25.140 μετοχές της ..., τις οποίες είχε αγοράσει η ... για λογαριασμό του, χρεώνοντας τον με το ποσό της αγοράς τους, χωρίς όμως την εντολή του, και για το λόγο αυτό τις αγνοούσε και παρέλειψε να τις αναγγείλει, την απαίτησή του όμως για τις μετοχές αυτές, ποσού (86.350 Χ 5,46 ευρώ=) 471.471 ευρώ, (49.050Χ5,46 ευρώ=) 267.813 ευρώ και (25.140 Χ 8,60 ευρώ=) 216.204 ευρώ, αντίστοιχα, όφειλε να συμπεριλάβει στον πίνακα διανομής η εναγομένη, με βάση τα στοιχεία που βρέθηκαν στα γραφεία της ... και έπρεπε να εκτιμηθούν. Ότι η αποζημίωση που δικαιούται για τις απαιτήσεις του κατά της ..., χωρίς τις άνω πλημμέλειες και παραλείψεις της άνω απόφασης της εναγομένης, που την καθόρισε σε μικρότερο ποσό και μετά από αφαίρεση του καταβληθέντος αυτού ποσού της, ανέρχεται- κατόπιν αθροίσεως των ιστορούμενων στην αγωγή επιμέρους ποσών- στο συνολικό ποσό των 1.326.700 ευρώ. Ότι η προαναφερόμενη απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, στην οποία είχε ανατεθεί ο έλεγχος και η επαλήθευση των απαιτήσεων των επενδυτών κατά τη διαδικασία αποζημίωσής τους, είναι άκυρη, ως αναιτιολόγητη, αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, και οι διατάξεις των άρθρων 27 παρ.15 του ν.3632/1928 και του άρθρου 17 παρ.4 του ν.δ. 3078/ 1954, που ρυθμίζουν τη διαδικασία αποζημίωσης των επενδυτών, αντίκεινται στο άρθρο 8 του Συντάγματος και 6 της Συμβάσεως της Ρώμης, και η διαλαμβανόμενη σε αυτή εσφαλμένη, κατά τα άνω, κρίση του ΔΣ της εναγομένης, με καθυστέρηση, μάλιστα, στην έκδοσή της (επί τρία και πλέον έτη), του στέρησε το ανωτέρω ποσό αποζημίωσης, που επίσης εδικαιούτο να λάβει και δη εντόκως από τις 17-12-1997. Κατόπιν τούτων ο ενάγων ζήτησε, αναγνωριζομένης της ακυρότητας της αποφάσεως του ΔΣ της εναγομένης, να υποχρεωθεί η εναγομένη, από το άνω ποσό της αποζημίωσης, να του καταβάλει το ποσό των 54.600 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οφείλει να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό αυτής, των (1.326.700-54.600=) 1.272.100 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τις 17-12-1997 (ημερομηνία ανάκλησης της άδειας της ...), άλλως από 22-11-1997 (υποβολή αιτήσεώς του στην εναγομένη για αποζημίωση), άλλως από 30-12-2000 (υποβολή αίτησης ακύρωσης στο ΣτΕ της άνω αποφάσεως του ΔΣ της εναγομένης). Με το ανωτέρω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, καθόσον στο δικόγραφό της δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της κατά της εναγομένης για την επιδίκαση του αιτούμενου χρηματικού ποσού, όπως απαιτείται κατά τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ. Τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο περιστατικά δεν αρκούν προς τούτο, καθόσον με αυτά γίνεται μόνο εν σπέρματι αναφορά πραγματικών περιστατικών, επιχειρούμενης θεμελιώσεώς της, στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, των άρθρων 914 επ.ΑΚ, τα οποία όμως δεν αρκούν προς τούτο, διότι δεν γίνεται επίκληση υπαιτιότητας και συγκεκριμένης παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων της εναγομένης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, και δη κατά την έκδοση της άνω αποφάσεως, ούτε αναφέρονται περιστατικά αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και ζημίας του ενάγοντος, ισόποσης με το αιτούμενο χρηματικό ποσό, ώστε να αξιώνεται η επιδίκασή του προς ανόρθωσή της. Ειδικότερα, ο ενάγων επικαλείται συμπεριφορά του ΔΣ της εναγομένης κατά την διαδικασία έκτακτης εκκαθάρισης χρηματιστηριακών συναλλαγών και αποζημίωσης των επενδυτών της χρηματιστηριακής εταιρίας ..., όπως και ο ίδιος, και δη κατά την κατάρτιση του πίνακα διανομής με την άνω απόφαση, με καθυστέρηση (επί τρία και πλέον έτη), έλλειψη αιτιολογίας των απορριπτικών της διατάξεων, πλημμέλειες και σφάλματα κατά τον υπολογισμό της αξίας των μετοχών, παραλείψεις αξιώσεών του και κακή εκτίμηση των στοιχείων για την απόδειξή τους, θίγοντας έτσι την ιδιοκτησία του, με τον περιορισμό της αποζημίωσης που εδικαιούτο ως επενδυτής στα πλαίσια της διαδικασίας αποζημίωσης, και μετά ταύτα, μετά την ιστορούμενη ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής και την καταβολή των αποζημιώσεων των πιστωτών, βάσει του πίνακα διανομής που συνέταξε η εναγομένη, ζητεί την επιδίκαση του αιτούμενου χρηματικού ποσού, στο οποίο ανέρχονταν οι απαιτήσεις του κατά της αντισυμβαλλομένης του ... και η οφειλόμενη, με βάση αυτές, αποζημίωσή του, χωρίς όμως να συνδέει το αίτημα αυτό της αγωγής του με πρόκληση ισόποσης ζημίας του από υπαιτιότητα και από συγκεκριμένη παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης κατά την άσκηση των άνω καθηκόντων τους. Σημειώνεται ότι με το άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις του ν. 3632/1928, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων-ενάγων, ισχυριζόμενος το πρώτον με το αναιρετήριο ότι από τις διατάξεις του ν.3632/1928-και όχι των αδικοπραξιών- πηγάζει ευθέως κατά της εναγομένης "Χ.Α.Α. Α.Ε", λόγω της άνω άκυρης, για τους ιστορούμενους λόγους, απόφασής της, η ένδικη αξίωσή του για επιδίκαση του αιτούμενου χρηματικού ποσού αποζημίωσης και ότι με βάση τις άνω διατάξεις (του ν. 3632/1928) είναι ορισμένη η αγωγή του. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε επίσης αόριστη την αγωγή και την απέρριψε ως απαράδεκτη για το λόγο αυτό, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και συνεπώς ο αντίθετος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη νοηματική του εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 (και όχι και τους αρ. 1 και 20) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3Β εδ.δ' του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 3-2-2017 αίτηση του Α. Λ. του Ε. για αναίρεση της 798/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2023. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ