Αριθμός 1960/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: της υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής Ν. Μ., ο οποίος στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Παναγιωτόπουλο. Των αναιρεσίβλητων: 1.της ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΑΛΙΕΥΤΙΚΗ Ν.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Σ. χας Π. Α., το γένος Ε. Α., κατοίκου ..., 3. Ε. συζ. Θ. Π., το γένος Π. Α., κατοίκου ..., 4. Ε. συζ. Κ. Α., το γένος Π. Α., κατοίκου ..., 5. Κ. συζ. Ν. Κ. το γένος Π. Α., κατοίκου ..., 6. Ε. χας Β. Α., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., 7. Χ. Β. Α., κατοίκου ..., 8. Δ. Β. Α., κατοίκου ..., 9. Δ. θυγ. Π. Κ., τέως συζ. Ι. Π., ήδη συζ. Γ. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Σιούφα, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 10. Ι. Ε. Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιανουαρίου 2008 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1406/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 208/2011 του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό Τμήμα). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Ιουνίου 2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29-6-2011 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 208/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του. ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94, 96, 97, 142 και 143 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι η επίδοση προς διάδικο μπορεί να γίνεται και προς τον νόμιμα διορισμένο αντίκλητο του, εφόσον εξακολουθεί να έχει αυτή την ιδιότητα. Ο διορισμός αντικλήτου γίνεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 142 §§ 1 και 4, είτε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του πρωτοδικείου της κατοικίας του διαδίκου είτε με ρήτρα σε σύμβαση (που καλύπτει μόνο τις σχετικές με τη σύμβαση αυτή πράξεις). Εξάλλου, κατά το άρθρ. 576 § 2 του ίδιου Κώδικα, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, αν δε η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β και γ του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δε χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, η αναβολή της υποθέσεως από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νόμιμης παραστάσεώς του κατ' αυτήν. Στην προκειμένη περίπτωση, η από 29-6-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 208/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, προσδιορίστηκε για συζήτηση με επίσπευση της αναιρεσείουσας για τη δικάσιμο της 17ης -9-2012. Στη δικάσιμο αυτή εμφανίστηκε μόνο η αναιρεσείουσα, που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κανένας των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίστηκε. Κατόπιν υποβολής αιτήματος εκ μέρους του πληρεξουσίου της αναιρεσείουσας, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης (16-9-2013). Η αναίρεση στρέφεται και κατά του Ι. Ε. Π., απλού ομοδίκου των λοιπών αναιρεσίβλητων, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε σύμφωνα με το άρθρο 242 ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεώς του κατά τη δικάσιμο αυτή, ενώ όπως αναφέρθηκε δεν είχε εμφανισθεί ούτε στην αρχική δικάσιμο. Προέχει, επομένως, να ερευνηθεί, αν ο απολιπόμενος αναιρεσίβλητος αυτός, είχε κλητευθεί νομίμως και προσηκόντως κατά την αρχική δικάσιμο (17-9-2013), που είχε ορισθεί για συζήτηση ης υπόθεσης. Προς τούτο επικαλείται η αναιρεσείουσα την 10138β'/ 18-10-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών. 2. Από το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί στη δικάσιμο της 17-7-2012 (που είχε ορισθεί αρχικά για συζήτηση της υπόθεσης), επιδόθηκε για τον απολιπόμενο αναιρεσίβλητο στο φερόμενο ως πληρεξούσιο και αντίκλητο αυτού Θεόδωρο Σιούφα, δικηγόρο Πειραιώς. Όμως, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά στοιχεία δεν βεβαιώνεται ο διορισμός του πιο πάνω αναφερόμενου δικηγόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 142 παρ. 1 και 4 ΚΠολΔ, ως πληρεξουσίου και αντικλήτου του απολιπόμενου αναιρεσίβλητου, ούτε προκύπτει ότι ο τελευταίος ενέκρινε με οποιοδήποτε τρόπο την προς προαναφερθέντα Δικηγόρο επίδοση, με άμεση δικονομική συνέπεια την έλλειψη νομότυπης κλήτευσης του τελευταίου. Συνεπώς, εφόσον ο αναιρεσίβλητος αυτός θεωρείται δικονομικά απών, κατά την αρχική δικάσιμο και παράλληλα δεν προκύπτει έγκυρη για τη δικάσιμο αυτή, επίδοση κλήσης για να λάβει μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο δεν μπορεί να ισχύσει ως κλήτευση αυτού και συνακόλουθα έπρεπε αυτός να κλητευθεί για τη νέα δικάσιμο, ενέργεια όμως που δεν αποδεικνύεται ούτε άλλωστε επικαλείται ότι προέβη η αναιρεσείουσα. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, όσον αφορά τον απολιπόμενο αναιρεσίβλητο και στη συνέχεια, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωρισθεί η υπόθεση και να συζητηθεί η αίτηση για λοιπούς, νομίμως, παριστάμενους διαδίκους. 2. Με το άρθρο 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2312/2001, ορίζεται: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31/12/2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Με το άρθρο 39 παρ.1, 2 και 12 του νεότερου ν. 3259/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 4-8¬2004, ορίζεται : "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1). Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου ... (παρ. 2α) ... Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ. 12) μετά την αντικατάσταση του, με το άρθρο 42 του ν. 2912/2000. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, και όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε τόσο με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000 (αρχική μορφή) καθώς επίσης διατηρήθηκε όμοιο, μετά την αντικατάσταση αυτού, με το άρθρο 42 ν. 2912/2001, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του εδαφ. 12 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, κατά την οποία "κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν.2789/2000 όπως ισχύει", προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001 και περιορίσθηκε μόνο το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείσθηκαν από τη ρύθμιση εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (Α.Π. 912/2011, 26/2010). Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 ν. 2789/2000 και ακολούθως με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 και 2 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το Ν. 3259/2004, με τον οποίο δεν προβλέπεται κάποιος διαφορετικός τρόπος υπολογισμού της οφειλής από εκείνον που προβλέπεται από το άρθρο 30 ν. 2789/2000 και 42 Ν. 2912/2001, ενώ ο προσδιορισμός των ειδικότερων όρων της συμφωνίας (χρόνος αποπληρωμής, τρόπος αποπληρωμής κ.λπ) προϋποθέτει την ύπαρξη απάντησης του πιστωτικού ιδρύματος στην αίτηση του οφειλέτη, η οποία ανοίγει το δρόμο για την επίτευξη σχετικής συμφωνίας περί υπαγωγής στις περαιτέρω ευνοϊκές ρυθμίσεις του νεότερου αυτού νόμου (όπως αποπληρωμή εντός πέντε ή επτά ετών, εκ των οποίων δύο έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος, (πρβλ. άρθρο 39 παρ. 2 εδ. β Ν. 3259/2004). Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην τελική οφειλή δεν είναι δυνατό να προστεθεί οποιαδήποτε επιπλέον επιβάρυνση και ειδικότερα οποιοδήποτε τέλος, φόρος, εισφορά ή έξοδα, όπως σαφώς συνάγεται από την γραμματική διατύπωση, τόσο του ως άνω άρθρου 42 Ν. 2912/2001, όσο και την αντίστοιχη του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, όπου ορίζεται ρητά ότι "... η συνολική οφειλή ... δεν δύναται να υπερβεί ...", η οποία διαφοροποιείται από την προηγούμενη του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, όπου οριζόταν ότι "... η συνολική οφειλή από τόκους σε καθυστέρηση δεν μπορεί να υπερβεί ...". Η φράση δε στην αρχή της άνω διάταξης (του άρθρου 42) "κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων ...", υποδηλώνει την επιθυμία του νομοθέτη να οριοθετήσει εν γένει την έκταση των, από το δανεισμό, υποχρεώσεων τους, είτε αυτές είναι συμβατικές, είτε είναι νόμιμες. Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη, τόσο με τη γραμματική διατύπωση των εν λόγω διατάξεων, όσο και με το σκοπό και τη βούληση του νομοθέτη, εγκειμένων, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νεότερου παραπάνω νόμου, στην βελτίωση των ισχυουσών ρυθμίσεων με τον περιορισμό της επιβαρύνσεως των οφειλετών από πολλαπλάσια χρέη σε σχέση με την αρχική οφειλή τους, όχι δε και στη μεταβολή προς το χειρότερο της υφιστάμενης ευνοϊκότερης ρύθμισης. Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με τη σύμβαση του έντοκου δανείου, η οποία είναι ενοχική, διαρκής, αμφοτεροβαρής και άτυπη σύμβαση, ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της συμβάσεως δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Ο δανειστής, έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου, και να εισφέρει τούτο στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου. Η μεταβίβαση της κυριότητας στον οφειλέτη του αποτελούντος το αντικείμενο δανείου αποτελεί προϋπόθεση για την απόδοση του δανείου και της υποχρεώσεως για καταβολή τόκων, αν τέτοιοι συμφωνήθηκαν. Η κατά τα άνω δε μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος δεν αποτελεί τύπο της δανειακής σύμβασης, ώστε σε περίπτωση που ελλείπει να θεωρείται ότι η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε, αλλά αποτελεί προϋπόθεση αυτής, επιβαλλόμενη από την πιο πάνω διάταξη, η οποία δεν είναι αναγκαστικού δικαίου . Για τη σύσταση λοιπόν του δανείου, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας γίνεται άμεσα από το δανειστή στο δανειολήπτη, αλλά έμμεσα από το δανειστή ή έμμεσα προς τον δανειολήπτη. Το στοιχείο της μεταβίβασης του δανείσματος, δεν απαιτείται να συντρέχει, εφόσον δεν αποτελεί αναγκαίο εννοιολογικό περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης, όπως πιο πάνω αναφέρεται, και όταν το δάνεισμα περιήλθε από την περιουσία του δανειστή σε εκείνη του δανειολήπτη, με άλλο ισοδύναμο οικονομικά τρόπο, όπως, όταν με συμφωνία των μερών ότι το χρέος που οφείλεται από άλλη αιτία, θα οφείλεται εφεξής λόγω δανείου. Στην τραπεζική πρακτική έχει επικρατήσει, στο σύνηθες περιεχόμενο της σύμβασης δανείου να περιλαμβάνονται προβλέψεις, εκτός της καταβολής τόκων, και παροχής ασφαλειών από το δανειολήπτη. Πλην όμως τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν ουσιώδη στοιχεία του δανείου, εφόσον δεν είναι αναγκαία για την ύπαρξη της σύμβασης δανείου, υπό την προεκτεθείσα έννοια. Η παροχή ασφάλειας από το δανειολήπτη, αποτελεί επιπρόσθετη παροχή, παρακολουθηματική της σύμβασης δανείου, και οι δαπάνες αυτής εφόσον βαρύνουν το δανειολήπτη, αλλά καταβάλλονται από το δανειστή, δεν αποτελούν προϊόν δανείου, ώστε για την απόδοση αυτών να ενέχεται ο δανειολήπτης από την αιτία αυτή (δάνειο). Οι δαπάνες, για τη σύναψη και την εκπλήρωση μιας τέτοιας παρεπόμενης και παρακολουθηματικής παροχής, αποτελούν έξοδα και επιβαρύνσεις της κύριας σύμβασης και αναζητούνται με βάση την ιδιαίτερη συμφωνία των συμβληθέντων ή με βάση διατάξεις του νόμου, που μπορεί να προβλέπουν την επιπρόσθετη αυτή παροχή. Το χρέος, λοιπόν, αυτό προέρχεται από άλλη αιτία και αναζητείται με βάση τους κανόνες που ρυθμίζουν την μεταξύ των μερών ιδιαίτερη συμφωνία. Είναι δυνατόν, όμως, να συμφώνησαν τα μέρη ότι το χρέος αυτό, θα οφείλεται λόγω δανείου, οπότε αναζητείται με βάση τις οικείες για το δάνειο διατάξεις, κατά τα αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα. Έτσι η παροχή ασφάλειας από το δανειολήπτη, αποτελεί επιπρόσθετη παροχή, παρακολουθηματική της σύμβασης δανείου, και οι δαπάνες αυτής, όταν καταβάλλονται από το δανειστή, δεν αποτελούν προϊόν δανείου, ώστε για την απόδοση αυτών να ενέχεται ο δανειολήπτης με αιτία το δάνειο, εκτός αντίθετης, κατά τα πιο πάνω συμφωνίας των συμβαλλομένων. Και τα εν λόγω κονδύλια (δαπάνες ασφαλίστρων), εφόσον αποτελούν επιβαρύνσεις της δανειακής σύμβασης, για τη ταυτότητα του νομοθετικού λόγου, δεν υπολογίζονται κατά τη διαδικασία του επανυπολογισμού της οφειλής των δανειοληπτών με βάση το άρθρο 42 ν. 2912/2001, καθόσον, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, στην τελική οφειλή δεν είναι δυνατόν να προστεθεί η να αναζητηθεί μετά απ' αυτόν (επανυπολογισμό), οποιαδήποτε επιβάρυνση, έξοδα, εισφορά φόρος, αφού η βούληση του νομοθέτη είναι να οριοθετήσει εν γένει την έκταση των εκ του δανεισμού υποχρεώσεων τους, είτε αυτές είναι συμβατικές είτε νόμιμες. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα εξής: "Μεταξύ της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας Τράπεζας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΑΛΑΔΟΣ Α.Ε" ως πιστώτριας και του Π. Δ. Α. ως πιστούχου, ο οποίος ακολούθως, απεβίωσε στι 2.1.1994 κληρονομηθείς εξ αδιαθέτου από τις τρίτη, τέταρτη και πέμπτη ενάγουσες και ήδη τρίτη, τέταρτη και πέμπτη εφεσίβλητες, με το ευεργέτημα της απογραφής, υπογράφηκε στον Πειραιά η υπ' αρ. .../11.02.1985 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό (αρ. λογαριασμού ...) δρχ. 20.000.000, η οποία έγινε τμηματικά σε δύο δόσεις η μεν πρώτη για χορήγηση βραχυπροθέσμου δανείου από 6.000.000 δρχ. για κεφάλαια κίνησης, η δε δεύτερη για χορήγηση δανείων μέσης και μακράς προθεσμίας 14.000.000 δρχ. για πραγματοποίηση επενδύσεων παγίου κεφαλαίου. Δυνάμει της ανωτέρω συμβάσεως υπογράφηκε η από 11/02/1985 πρόσθετη πράξη (για αλιευτικά δάνεια) για το ποσό των 20.000.000 δρχ., με σκοπό για την ασφάλεια του δανείου να δοθεί πρώτη ναυτική υποθήκη στο πλοίο "Ε...", αρ. νηολογίου Πειραιά ..., που εγγράφηκε την 19.2.1985 στα βιβλία υποθηκών του νηολογίου Πειραιά μέχρι ποσού 40.000.000 δρχ. Στις 19/11/1985 υπογράφηκε σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους μεταξύ της εναγομένης Τράπεζας και των εκπροσώπων, μελών του Δ.Σ και μετόχων της πρώτης των εναγόντων και ήδη πρώτης εφεσίβλητης ναυτικής εταιρείας, Π. Α., Ι. Π., δέκατου ενάγοντος και ήδη δέκατου εφεσίβλητου, και Σ. συζ. Π. Α., δεύτερης ενάγουσας και ήδη δεύτερης εφεσίβλητης . Με την ανωτέρω σύμβαση παρεχόταν από την εναγομένη το δικαίωμα στον Π. Α. να μεταβιβάσει το ενυπόθηκο πλοίο "Ε..." στην πρώτη ενάγουσα και παράλληλα οι προαναφερθέντες μέτοχοι της τελευταίας αποδέχθηκαν την εις ολόκληρον και προσωπική ευθύνη τους, κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίσθηκαν σ' αυτή. Ακολούθως, μεταξύ της εναγομένης ως πιστώτριας και των Π. Δ. Α., Σ. συζ. Π. Α. - Κ. Π. Α. και Ι. Ε. Π., δεύτερης, πέμπτης και δέκατου εναγόντων, ατομικά και για λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας ναυτικής εταιρείας ως πιστούχων, καθώς και της ένατης ενάγουσας και ήδη ένατης εφεσίβλητης, Δ. συζ. Π., ως εγγυήτριας, υπογράφηκε στον Πειραιά η υπ' αρ. .../04.12.1985 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό (αρ. λογαριασμού ...) δρχ. 30.000.000, η οποία έγινε τμηματικά σε δύο δόσεις η μεν πρώτη για χορήγηση βραχυπροθέσμου δανείου από 20.000.000 δε δεύτερη για χορήγηση δανείων μέσης και μακράς προθεσμίας ποσού 10.000.000 δρχ. για πραγματοποίηση επενδύσεων παγίου κεφαλαίου. Δυνάμει της ανωτέρω συμβάσεως, υπογράφηκε 04/12/1985 πρόσθετη πράξη (για αλιευτικά δάνεια) για το ποσό των 30.000.000 δ.ρ.χ με σκοπό για την ασφάλεια του δανείου να δοθεί ναυτική υποθήκη εκ νέου στο ως άνω πλοίο (αλιευτικό σκάφος) "Ε...", που εγγράφηκε την 5.12.1985 στα βιβλία υποθηκών του νηολογίου Πειραιά μέχρι ποσού 60.000.000 δ.ρ.χ . Επί πλέον δόθηκε εγγράφως στις 03/02/1986 εγγύηση για την εκπλήρωση της πιο πάνω υπ' αρ. .../4.12.1985 παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό από την έκτη ενάγουσα και ήδη έκτη εφεσίβλητη, Ε. σύζυγο (ήδη χήρα) Β. Α., και τους Χ. Α. και Δ. Α., έβδομο και όγδοο ενάγοντες και ήδη έβδομο και όγδοο εφεσιβλήτους. Στις ανωτέρω συμβάσεις προβλέπονταν επί λέξει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) Άρθρο 5 "... Ο πιστούχος δέχεται να ασφαλίσει κατά κινδύνου πυρός και κάθε άλλου κινδύνου που θα προτείνει η Τράπεζα με έξοδά του και να διατηρήσει ασφαλισμένα καθ' όλη τη διάρκεια του δανείου και μέχρι να εξοφληθούν τελείως οι απαιτήσεις της Τράπεζας ... πράγματα που θα επιλέξει η Τράπεζα της ιδιοκτησίας του ... Αν οι οφειλέτες παραλείψουν ... η Τράπεζα δικαιούται ... να ασφαλίσει η ίδια τα πράγματα αυτά κατά την κρίση της κατά παντός κινδύνου, χωρίς να ειδοποιήσει τον οφειλέτη, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται να πληρώσει αμέσως τα ασφάλιστρα και όλα τα έξοδα στην Τράπεζα, η οποία έχει δικαίωμα, αν δεν πληρωθούν αμέσως, να τα χρεώσει έντοκα στο λογαριασμό του ...", β) Άρθρο 6 "... Τα έξοδα της μεταφοράς αυτής καθώς και οποιαδήποτε έξοδα οποιασδήποτε φύσης, φύλακτρα, ενοίκια, ασφάλιστρα, δικαστικά έξοδα και γενικά κάθε έξοδο της τράπεζας που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της παρούσας σύμβασης ή λόγω αυτής... θα βαρύνουν τον πιστούχο και θα εξοφλούνται κατά προτεραιότητα μαζί με το κεφάλαιο και τους τόκους του παρόντος δανείου ...". Περαιτέρω, στις 18.3.1990 το ανωτέρω αλιευτικό σκάφος "Ε...", επί του οποίου η εναγομένη είχε εγγράψει ναυτική υποθήκη, όπως προαναφέρθηκε, και το είχε ασφαλίσει κατά κινδύνων θάλασσας και πολέμου, βυθίσθηκε μετά από πυρκαγιά στο λιμάνι Λομέ του Τόγκο, εκείνη δε εισέπραξε την 10.12.1998 την ασφαλιστική αποζημίωση από 900.000 δολλάρια, που αντιστοιχούσαν με βάση την τότε (κατά την ημέρα είσπραξης) ισοτιμία σε 245.431.75 δρχ ή 720.269,36 ευρώ, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας από 244.921.065 δρχ. (3.701.288 + 58.543.101 + 58.855.885 + 117.158.658 + 6.662.13) ή 718.327,27 ευρώ στη συνέχεια η ίδια το καταλόγισε (423ΑΚ) στην ανωτέρω οφειλή των εναγόντων, όπως συνάγεται από το υπ' αρ. πρωτ. .../11.7.2001 έγγραφο της. Ακολούθως, οι ενάγοντες ζήτησαν εμπροθέσμως από την εναγομένη με την από 26.10.2004 αίτησή τους τη ρύθμιση των οφειλών τους βάσει της πιο πάνω διάταξης του προαναφερθέντος Ν. 3259/2004, εκείνη δε απάντησε αρνητικά με το υπ' αρ. πρωτ. .../28.1.2005 έγγραφο της επικαλεσθείσα ότι της οφείλεται ακόμη ποσό 23.515.989 δρχ. από ανεξόφλητα ασφάλιστρα (εκ του προαναφερθέντος εισπραχθέντος ποσού της ασφαλιστικής αποζημίωσης), που συμπεριέλαβε στη συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή τους. Όμως ο προσδιορισμός της ρύθμισης της συνολικής τελικής ληξιπρόθεσμης οφειλής των εναγόντων από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις βάσει του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, έπρεπε να γίνει, χωρίς σ' αυτήν να προστεθεί η επιπλέον επιβάρυνση των πιο πάνω ασφαλίστρων, αφού αυτά (ασφάλιστρα) προδήλως υπάγονταν στην έννοια των εξόδων, εφόσον αποτελούσαν παρακολουθήματα των ανωτέρω δανειακών συμβάσεων, σύμφωνα με τα σχετικά προεκτεθέντα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, κάτι που συνάγεται και από τα προαναφερθέντα άρθρα 5 και 6 αυτών σε συνδυασμό με τη νομίμως προσκομιζόμενη με επίκληση εγκύκλιο της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών με τίτλο "Διευκρινήσεις για την εφαρμογή του άρθρου 39 Ν. 3259/2004" (σελ. 3). Ειδικότερα, ο προσδιορισμός της ρύθμισης της ανωτέρω οφειλής βάσει του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 ήταν ο ακόλουθος: α) Για τα προαναφερθέντα βραχυπρόθεσμα δάνεια, για τα οποία τηρήθηκε ανοιχτός αλληλόχρεος λογαριασμός, η συνολική οφειλή των εναγόντων απ' αυτά,κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού από δρχ. 1.800.000 στις 4- 3- 1986, είχε διαμορφωθεί στο ποσό των δρχ. 22.629.111 (1.000.000 ή 66.409,72 €, ενώ β) για τα μεσομακροπρόθεσμα δάνεια (με αντίστοιχα κεφάλαια δρχ. 1.000.000, 13.000.0 12.000.000 και συνολικά δρχ. 26.000.000 ή 76.302,27 €), για τα οποία δεν τηρήθηκε αλληλόχρεος λογαριασμός, αλλά τρεις απλοί, διακριτοί, λογαριασμοί, η βάση της σχετικής οφειλής τους ανερχόταν στο άθροισμα των κατά την πρώτη εκταμίευση ληφθέντων κεφαλαίων των δανείων, δηλαδή στο παραπάνω συνολικό ποσό των δρχ. (1.000.000 + 13.000.000 + 12.000.000-) 26.000.000 δρχ. ή 76.302,27 €. Συνεπώς, εφόσον το άθροισμα των ληφθέντων από τους ενάγοντες κεφαλαίων των επιδίκων δανειακών συμβάσεων ήταν 142.711,99 ευρώ (66.409,72 + 76.302,27), η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή τους δεν μπορούσε να υπερβαίνει το τριπλάσιο αυτών, το οποίο ανερχόταν 428.135,97 ευρώ (142.711,99 Χ 3). Περαιτέρω, στην εναγομένη είχαν γίνει οι παρακάτω, μη αμφισβητούμενες ειδικά απ' αυτήν (άρθρο 261 ΚΠολΔ), καταβολές από τους ενάγοντες : α) για τα ως άνω βραχυπρόθεσμα δάνεια συνολικά 53.623.107 δρχ. ή 157.367,88 ευρώ και β) για τα ως άνω μεσομακροπρόθεσμα δάνεια 5.681.932 δρχ. ή 16.674,78 ευρώ, ενώ επί πλέον είχε καταλογισθεί από την εναγομένη στην οφειλή τους απ' όλα τα πιο πάνω συναφθέντα δάνεια το ποσό των 244.921.065 δρχ. ή 718.327,27 ευρώ εκ της εισπραχθείσας απ' εκείνη ασφαλιστικής αποζημίωσης, όπως προαναφέρθηκε. Ως εκ τούτου συνολικά είχαν καταβληθεί στην εναγομένη από τους ενάγοντες 892.369,93 ευρώ (157.366,88 + 16.674,78 + 718.327,27), ποσό όμως που υπερέβαινε κατά πολύ το ως άνω ανώτατο όριο της ληξιπρόθεσμης οφειλής τους (428.135,97 ευρώ), με αποτέλεσμα να μη ανακύπτει υπόλοιπο της μετά την αφαίρεση των ως άνω καταβολών και συνακόλουθα αυτοί να μην της οφείλουν πλέον κάτι από τις ανωτέρω συμβάσεις πιστώσεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης δανείστριας τράπεζας (αναιρεσείουσας) και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την αγωγή των εναγόντων οφειλετών ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 39 ν. 3259/2004 και 42 ν. 2912/2001 και δεν τις παραβίασε. Ειδικότερα, ορθώς δέχτηκε ότι ο προσδιορισμός της ρύθμισης της συνολικής τελικής ληξιπρόθεσμης οφειλής των εναγόντων από τις ανωτέρω δανειακές συμβάσεις με βάση τις προδιαληφθείσες διατάξεις, έπρεπε να γίνει, χωρίς σ' αυτήν να προστεθεί η επιπλέον επιβάρυνση των πιο πάνω ασφαλίστρων, αφού αυτά υπάγονται στην έννοια των εξόδων, υπό την προεκτεθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, εφόσον αυτά δημιουργήθηκαν εξαιτίας των άνω δανειακών συμβάσεων και αποτελούσαν παρακολουθήματα αυτών. Το ότι στη σύμβαση υπήρχε πρόβλεψη, ότι αυτά (δαπάνες ασφαλιστικής σύμβασης), θα καταβληθούν μετά την πλήρη εξόφληση των δανείων, δεν μεταβάλει τα πράγματα, αφού όπως αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη στην τελική οφειλή δεν μπορεί να προστεθεί και να αναζητηθεί οποιαδήποτε επιβάρυνση είτε συμβατική είτε νόμιμη. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα μπορούσαν να προστεθούν στην τελική οφειλή, μετά τον καθορισμό της κατά το άρθρο 42 ν. 2912/2001 και να αναζητηθούν και οι λοιπές επιβαρύνσεις, έξοδα, φόροι κλπ. εφόσον και για αυτές υπήρχε σχετική συμβατική πρόβλεψη, κάτι όμως που έρχεται σε αντίθεση με την προεκτεθείσα βούληση και το σκοπό του νομοθέτη. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται συμφωνία των μερών ότι το συγκεκριμένο χρέος, που βάρυνε τον αντισυμβαλλόμενό της, και κατέβαλε αυτή, θα οφείλεται λόγω δανείου, έτσι ώστε τούτο να συνυπολογισθεί στον επανακαθορισμό της οφειλής των αντιδίκων της. Τέλος, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, διότι καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους 1ο, 2ο, και 4ο λόγους της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. 3. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης. Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 11/1996). Τέλος, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή και άρα σε ισχυρισμό που δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 14/2004). Εξάλλου, στοιχείο της ασφαλιστικής συμβάσεως είναι και το ασφαλιστικό συμφέρον, δηλαδή, ο οικονομικός δεσμός μεταξύ του προσώπου και του πράγματος, ώστε η ζημία ή καταστροφή του πράγματος να έχει ως αποτέλεσμα την περιουσιακή ζημία του προσώπου, της ζημίας δε αυτής επιδιώκεται με τη σύμβαση ασφαλίσεως η αποκατάσταση. Υποκείμενο του ασφαλιστικού συμφέροντος είναι πρωτίστως ο κύριος του ασφαλιζομένου αγαθού και γίνεται μνεία του ονόματος του στη σύμβαση ασφαλίσεως. Μπορεί η σύμβαση να συνάπτεται για λογαριασμό του κυρίου του ασφαλιζομένου αγαθού από άλλον, όπως μπορεί επίσης να συνάπτεται για λογαριασμό όποιου ανήκει (άρθρο 193 του ΕμπΝ), οπότε, φορέας του ασφαλιστικού συμφέροντος είναι ο κύριος του αγαθού κατά το χρόνο επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου. Ως αιτία της καταβολής των δαπανών για την ασφάλιση μπορεί να είναι η σύμβαση ή ο νόμος, όταν παρέχει σχετικό δικαίωμα σε εκείνον, που δεν είναι φορέας του ασφαλιζομένου αγαθού να προβεί στην ασφάλισή του. Τέτοια περίπτωση προβλέπεται και από τη διάταξη του άρθρου 198 ΚΙΝΔ. Η διάταξη αυτή ορίζει "ο δανειστής, εφ' όσον δεν υπάρχει ήδη αντίστοιχος ασφαλιστική κάλυψις, δικαιούται, δαπάνη του οφειλέτου, ν' ασφαλίζη το πλοίο κατά των θαλασσίων κινδύνων μέχρις αξίας ίσης προς το ποσόν του δανείου ηυξημένου κατά τριάκοντα επί τοις εκατόν. Εάν ο οφειλέτης δεν καταβάλη τα ασφάλιστρα ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει την άμεσον καταβολήν του χρέους". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζομένη με εκείνες των λοιπών διατάξεων των άρθρων, που αναφέρονται σ' αυτήν, συνάγεται ότι η προερχόμενη από την ως άνω διάταξη απαίτηση της δανείστριας είναι παρεπόμενη της δανειακής σύμβασης και παρακολούθημα αυτής, αφού έχει σκοπό τη διασφάλιση της αξίας του ενυπόθηκου πράγματος, ώστε, στην περίπτωση καταστροφής του ενυπόθηκου πλοίου, να μην απωλεσθεί η απαίτηση της δανείστριας για απόδοση του δανείσματος, η οποία πλέον θα ικανοποιηθεί από το ασφάλισμα και συνακόλουθα οι σχετικές δαπάνες αποτελούν επιπλέον επιβάρυνση, του δανείου που χορηγήθηκε. Η απαίτηση της δανείστριας, για την καταβολή αυτών στηρίζεται απευθείας στη διάταξη αυτή και όχι στη σύμβαση δανείου, ούτε λογίζεται ότι με την καταβολή των δαπανών αυτών εκ μέρους της δανείστριας για λογαριασμό των οφειλετών της, καταρτίσθηκε άλλη ανεξάρτητη σύμβαση δανείου, μεταξύ των ίδιων προσώπων, εκτός αν τούτο αποτέλεσε προϊόν ιδιαίτερης συμφωνίας μεταξύ των μερών, όπως ειδικότερα για όλα αυτά έγινε λόγος στην προηγούμενη σκέψη. Έτσι λοιπόν, και στην περίπτωση αυτή, έστω και αν οι επιβαρύνσεις αυτές και αντίστοιχες απαιτήσεις του δανειστή, προέρχονται από το νόμο δεν μπορούν να προστεθούν στην τελική οφειλή, όπως διαμορφώθηκε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 42 ν. 2912/2001, και δεν μπορούν να αναζητηθούν μετά τον περιορισμό της οφειλής, που έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές. Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Δεν έλαβε, δηλαδή, υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν. Ειδικότερα με την παραδοχή ότι τα συμβατικά και εκ του νόμου ασφάλιστρα αποτελούν έξοδα και όχι δάνειο, δεν έλαβε υπόψη της μολονότι προτάθηκε, τον επί του άρθρου 198 ΚΙΝΔ ερειδόμενο ισχυρισμό μας ότι η Τράπεζα ως δανείστρια και έχουσα ναυτική υποθήκη επί του αλιευτικού σκάφους των αντιδίκων, εφόσον δεν υπάρχει ήδη αντίστοιχη ασφαλιστική κάλυψη, δικαιούται, με δαπάνες του οφειλέτη της, να ασφαλίζει το πλοίο κατά των θαλασσίων κινδύνων. Εάν ο οφειλέτης δεν καταβάλει τα ασφάλιστρα, ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει την άμεση καταβολή του χρέους. Το δε δικαίωμα της υποθήκης ασκείται και επί του ασφαλίστρου. Ότι τον ισχυρισμό αυτό προέβαλε με τις προτάσεις (σελ. 8 και 9 κεφάλαιο Δάνειο Ασφαλίστρων) της τόσο κατά την πρωτόδικη δίκη όσο και ενώπιον του Εφετείου Πειραιά και συγκεκριμένα στην σελίδα 10 και 11. Πλην όμως η προσβαλλόμενη εσφαλμένως παρέλειψε να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει τον ισχυρισμό αυτό, και εσφαλμένα κατ' επέκταση παρέλειψε να απαντήσει επ' αυτού, παρά την ουσιώδη επίδραση του ισχυρισμού στην έκβαση της δίκης δεδομένης μάλιστα της υποχρέωσης της Τράπεζας, να ασφαλίσει το πλοίο, υπό την ιδιότητά της ως ενυπόθηκης δανείστριας του πλοίου. Ο φερόμενος ως αγνοηθείς πιο πάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, υπό τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη δεν είναι νόμιμος. Τούτο διότι, 1) η καταβολή των ασφαλίστρων, αποτελεί επιβάρυνση, 2) έγινε σε ενάσκηση του από τη διάταξη του άρθρου 193 ΚΙΝΔ, προβλεπόμενου δικαιώματός της, και όχι λόγω δανείου, και 3) ενώ, όπως και στην προηγούμενη σκέψη αναφέρεται, η αναιρείουσα δεν επικαλείται συμφωνία των μερών ότι θα οφείλεται εφεξής λόγω δανείου με συνέπεια να μη λαμβάνεται υπόψη στον επανυπολογισμό της οφειλής, ούτε να μπορεί να αναζητηθεί μετά την πραγμάτωση αυτής. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή, και να επιβληθεί στην αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικο, η δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά τον αναιρεσίβλητο, Ι. Π.. Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, για τον αναιρεσίβλητο αυτό (Ι. Π.). Απορρίπτει, όσον αφορά τους λοιπούς διαδίκους, την από 29-6-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ' αρ. 208/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Επιβάλλει, σε βάρος της αναιρεσείουσας, τη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οχτακοσίων (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2013. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ