Αριθμός 1187/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Μαρτίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ...., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Κούγια, περί αναιρέσεως της 13615/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΟ - ΕΛΔΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζαραφέτα. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13.4.2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 762/2006. Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Ι. Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 περί επιταγής, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/72, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α του Ν.2408/1996, εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η ποινική δίωξη ασκείται κατόπιν εγκλήσεως του κομιστή που δεν πληρώθηκε. Επίσης, με την παρ.1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999, προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παρ.5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παρ.1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου, σύμφωνα δε με την παρ.2 εδ.α του πιο πάνω άρθρου 22, αν η προαναφερόμενη δήλωση του δικαιούμενου σε έγκληση, δεν υποβληθεί μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου, η ποινική δίωξη παύει οριστικά. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, υπό το κράτος ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (και πριν ρυθμιστεί νομοθετικά το σχετικό ζήτημα με το άρθρο 15 παρ.3 του Ν.3472/2006 ΦΕΚ Α' 135/4-7-2006), ο δικαιούχος της έγκλησης μπορεί να είναι κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 23 του Ν. 5960/1933, κατά την οποία, όταν η οπισθογράφηση περιέχει την μνεία "αξία εις κάλυψη", "προς είσπραξη", "κατά πληρεξουσιότητα" ή κάθε άλλη μνεία ενέχουσα απλή εντολή, ο κομιστής δύναται να ασκήσει πάντα τα εκ της επιταγής απορρέοντα δικαιώματα, αλλά δεν δύναται να οπισθογραφήσει αυτήν παρά μόνο λόγω πληρεξουσιότητας, συνάγεται ότι η λόγω πληρεξουσιότητας οπισθογράφηση, όπως είναι και η περιέχουσα τη ρήτρα "αξία προς είσπραξη", δεν επάγεται μεταβιβαστικά ή εγγυητικά αποτελέσματα. Ούτε η κυριότητα της επιταγής μεταβιβάζεται ούτε ο οπισθογράφος ευθύνεται. Απλώς ο δυνάμει οπισθογραφήσεως λόγω πληρεξουσιότητας κομιστής δύναται να ασκήσει τα εκ της επιταγής απορρέοντα δικαιώματα επ' ονόματι και για λογαριασμό του οπισθογράφου, ο οποίος παραμένει νόμιμος τελευταίος κομιστής της επιταγής και συνεπώς αυτός δικαιούται να υποβάλει την έγκληση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510παρ.1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης κατά αποφάσεως αποτελεί και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει και όταν το δικαστήριο, άσκησε εξουσία που δεν του δίδει ο νόμος. Τέτοια δικαιοδοσία ασκεί το δικαστήριο και όταν καταδικάζει για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε νομότυπα η απαιτούμενη έγκληση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, ο οποίος με την προσβαλλόμενη 13615/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη, για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ποσού 39.383.390 δραχμών, είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι από το σώμα της επιταγής αυτής δεν προέκυπτε ότι η εγκαλούσα είχε την ιδιότητα της τελευταίας κομίστριας της επιταγής, δεδομένου ότι την ιδιότητα αυτή είχε η Τράπεζα CITIBANK, στην οποία η εγκαλούσα είχε μεταβιβάσει με οπισθογράφηση την επιταγή. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν, ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι από τη φωτοτυπία του σώματος της επίδικης επιταγής, προέκυπτε ότι τελευταία νόμιμη κομίστρια αυτής ήταν η εγκαλούσα. Από την επισκόπηση του επικυρωμένου φωτοαντιγράφου της ένδικης επιταγής και των λοιπών έγγραφων της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπούνται από τον 'Αρειο Πάγο για την έρευνα της βασιμότητας του λόγου της αναίρεσης, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων εξέδωσε στις 24/1/2000 την ..... επιταγή, ποσού 39.383.390 δραχμών, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την τότε επωνυμία της (ΕΛΔΑ Ε ΑΕ), πληρωτέα από την Τράπεζα Πειραιώς. Η εγκαλούσα εταιρεία μεταβίβασε την επιταγή αυτήν στην Τράπεζα CITIBANK, με οπισθογράφηση, με τη ρήτρα "αξία προς είσπραξη", ενώ ο εκπρόσωπος της εγκαλούσας υπέγραψε κάτω από την σφραγίδα "μόνο για κατάθεση στο λογαριασμό της ΕΚΟ". Η επιταγή αυτή στη συνέχεια εμφανίσθηκε στις 27-1-2000 προς πληρωμή (από την Citibank) στην πληρώτρια Τράπεζα Πειραιώς, η οποία όμως δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Συνεπώς, εφόσον η εγκαλούσα εταιρεία προέβη σε οπισθογράφηση προς την CitibanK με την ρήτρα "αξία προς είσπραξη" και με την ειδική εντολή μόνο για κατάθεση στο λογαριασμό της, που έχει κατά τα πιο πάνω εκτιθέμενα την έννοια της πληρεξουσιότητας, χωρίς μεταβιβαστικά ή εγγυητικά αποτελέσματα, παρέμεινε κυρία της επιταγής και τελευταία αυτής κομίστρια, δικαιούμενη σε υποβολή εγκλήσεως για την παραβίαση εκ μέρους του εκδότη της διάταξης του άρθρου 79 του ν. 5960/1933. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες και ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. ΙΙ . Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 του ΚΠΔ, αν ο παθών θέλει να ζητήσει τη δίωξη αξιόποινης πράξης, υποβάλλει την έγκληση σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 42 παρ.2 και 3, δηλαδή με εγχείριση της εγκλήσεως στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ή σε άλλον ανακριτικό υπάλληλο από τον ίδιο τον παθόντα ή από ειδικό πληρεξούσιο, το έγγραφο δε της πληρεξουσιότητας, προσαρτάται στη συντασσόμενη σχετικώς έκθεση και πρέπει με αυτό να παρέχεται η ειδική εντολή στον πληρεξούσιο, για την υποβολή μηνύσεως για το συγκεκριμένο έγκλημα. Η πληρεξουσιότητα δε αυτή μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση, και η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική Αρχή ή δικηγόρο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1 και 2 , 22 παρ.1 και 3 του Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το ΒΔ 174/1963 και η παρ.3 του άρθρου 22 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.4 του Ν. 2339/95, οι οποίες είναι αντίστοιχες των άρθρων 65, 67, και 68 του ΑΚ και ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας, προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας είναι το αρμόδιο όργανο αυτής να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου είναι νόμιμη μόνο εφόσον διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές. Ειδικότερα, το άρθρο 18 παρ.2 επιτρέπει στο καταστατικό της εταιρείας να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη ή άλλα πρόσωπα, που κατονομάζονται, δικαιούνται να εκπροσωπούν δικαστικώς ή εξωδίκως την εταιρεία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις. Το άρθρο 22 παρ.3 προβλέπει ορισμένα θέματα για τα οποία είναι δυνατό να αποφασιστεί από το διοικητικό συμβούλιο μεταβίβαση της εξουσίας του, η οποία μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ή διευθυντές της εταιρείας, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρείας. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των πιο πάνω άρθρων 18 παρ.2 ή 22 παρ.3, το τρίτο πρόσωπο, στο οποίο ανατέθηκε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, ενεργεί στα πλαίσια της από το άρθρο 211 και 713 ΑΚ προβλεπόμενης, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής, έχει δε ανάγκη, ενόψει του ότι ο τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος- εντολοδόχος της εταιρείας, ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής του παρέχοντος αυτή οργάνου της ανώνυμης εταιρείας, που έχει κατά το καταστατικό αυτής δικαίωμα εκπροσωπήσεως, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται να υποβάλει μήνυση ή έγκληση, ή δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής κατά του δράστη αξιόποινης πράξης που τελέστηκε σε βάρος της εταιρείας, η οποία (πληρεξουσιότητα ή εξουσιοδότηση) προσαρτάται στη εγχειριζόμενη έγκληση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 42 παρ.2 εδ. γ και 46 του ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, κατά του ήδη αναιρεσείοντος ..... ασκήθηκε ποινική δίωξη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ποσού 39.383.390 δραχμών, για να πληρωθεί από την Τράπεζα Πειραιώς σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας και η οποία, αν και εμφανίσθηκε από τον κομιστή στις 24/1/2000, στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε, διότι δεν υπήρχε αντίκρισμα. Την σχετική έγκληση που απαιτείται για την άσκηση ποινικής διώξεως κατά του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος, εκδότη της πιο πάνω επιταγής, υπέβαλε η πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΟ ΕΛΔΑ Α.Β.Ε.Ε. Πετρελαιοειδών" (ήδη μετά από τροποποίηση του καταστατικού της έχει την επωνυμία "ΕΚΟ Α.Β.Ε.Ε. Πετρελαιοειδών") με το από 21/4/2000 έγγραφο που υπογράφεται και έχει εγχειρισθεί από τον Ζ1, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου αυτής. Ο ανωτέρω ορίστηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, με την διαλαμβανόμενη στα 56/4-4-2000 πρακτικά συνεδριάσεως απόφασή του, ως εκπρόσωπος αυτής, προκειμένου να υποβάλει μήνυση κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για την ένδικη υπόθεση, να παραστεί στο αρμόδιο για την εκδίκασή της Δικαστήριο και να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής. Την απόφαση αυτή έλαβε το Διοικητικό Συμβούλιο της εγκαλούσας εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ.2 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο καταστατικού της, κατά το οποίο "το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει την ενάσκηση μέρους των εξουσιών ή αρμοδιοτήτων του, εκτός από αυτές που απαιτούν συλλογική ενέργεια, καθώς και την διαχείριση, διοίκηση ή διεύθυνση των υποθέσεων ή την εκπροσώπηση της εταιρείας σε ένα ή περισσότερα μέλη του, στον Γενικό Τεχνικό Διευθυντή, στους Διευθυντές ή υπαλλήλους της εταιρείας". Αντίστοιχη διάταξη περιλαμβάνει και το ισχύον (τροποποιημένο) καταστατικό της εταιρείας ( ΦΕΚ 3636/2-6-2005 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) στο άρθρο 21 παρ.3, στο οποίο ορίζεται ότι "το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει το σύνολο ή ορισμένες από τις αρμοδιότητες και εξουσίες του ...... καθώς και την εκπροσώπηση της εταιρίας..... σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, από κοινού, ή χωριστά, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ή μη, καθορίζοντας και την έκταση της ανάθεσης καθώς και τον τίτλο, την αρμοδιότητα και την εξουσία αυτών των προσώπων". Επομένως, εφόσον υπήρχε πρόβλεψη στο καταστατικό της εγκαλούσας εταιρείας για την μεταβίβαση σε υπάλληλό της μέρους των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του διοικητικού αυτής συμβουλίου, όπως είναι και η υποβολή εγκλήσεως, ο ανωτέρω υπάλληλος αυτής Ζ1 ενήργησε στην υπόθεση αυτή, όχι ως πληρεξούσιος, αλλά ως καταστατικό όργανο, το οποίο, κατά τις πιο πάνω διατάξεις του καταστατικού, αλλά και την από την από 4/4/-2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας, είχε δικαίωμα ασκήσεως, υπογραφής και υποβολής της εν λόγω εγκλήσεως. Συνεπώς, εφόσον ο πιο πάνω εκπρόσωπος της εγκαλούσας ΑΕ ενήργησε ως υποκατάστατος του Δ.Σ και όχι ως πληρεξούσιος και εντολοδόχος αυτής, δεν χρειαζόταν να τηρηθούν οι απαιτούμενες, κατά τα προεκτεθέντα, για τον εντολοδόχο διατυπώσεις και, ειδικότερα, κατά την υποβολή της εγκλήσεως, να συνοδεύεται αυτή από το οικείο πρακτικό του Δ.Σ. της εγκαλούσας με βεβαιωμένο το γνήσιο των υπογραφών των μελών του. Επίσης, ο ίδιος εκπρόσωπος Ζ1, δυνάμει του πιο πάνω καταστατικού και της απόφασης του ΔΣ της ΑΕ, είχε την το δικαίωμα εκπροσωπήσεως αυτής και της δηλώσεως παραστάσεως πολιτικής αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τον αναιρεσείοντα για το συγκεκριμένο έγκλημα, για το οποίο νομίμως και εγκύρως είχε υποβληθεί η απαιτούμενη έγκληση και παράσταση πολιτικής αγωγής, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β και 2, και, επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι προβαλλόμενοι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α και Η, του ΚΠΔ, λόγοι αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα σε σχέση με την μη νόμιμη κίνηση της ποινικής διαδικασίας και παράνομη παράσταση της πολιτικής αγωγής (άρθρο 171 παρ.1 εδ.β και 2 ΚΠΔ) και για υπέρβαση εξουσίας, διότι ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ως αβάσιμη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (583 παρ. 1 ΚΠΔ) και η δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 13-4-2006 έκθεση- δήλωση αναίρεσης (αρ. πρωτ. 4137/13-4-06) του .... κατά της 13615/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, καθώς και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας, που παραστάθηκε, την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2007. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ