Αριθμός 1793/2023 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "……………….. Α.Ε", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστράτιο Δοξάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. χήρας Γ. Ν., το γένος Α. Μ., 2. Μ. Ν. του Γ., κατοίκου …………….άλλως κατοίκου …………….., και 3.Ζ. Ν. του Γ., κατοίκου ……………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2014 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκε με την από 10-2-2014 ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και την πρόσθετη παρέμβαση προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9099/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 732/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1344/2021 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 1-11-2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 1.11.2021 και με αριθμό κατάθεσης 2901/286/2.11.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 732/16.4.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ.1344/2021 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσία η από 17.11.2017 και με αριθμ. κατάθεσης 4684/2017 έφεση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθμ. 9099/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία (ως προς την δεύτερη επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) η από 10.2.2014 και με αριθμό κατάθ. 4072/2014 αγωγή και μετά από εξαφάνιση αυτής (αποφάσεως) έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ως άνω αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και ο εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 300/2022,1492/2021, 261/2020, 5/2020, 598/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξιώσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Η αναφορά στην ύπαρξη έγκυρης σύμβασης γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την αποτίμηση της ωφέλειας του λήπτη από την χωρίς νόμιμη αιτία παροχή των υπηρεσιών του δότη και συνεπώς η δυνατότητα ή μη κατάρτισης έγκυρης σύμβασης δεν συνιστά στοιχείο για τη θεμελίωση του πλουτισμού (ΟλΑΠ 4/2021). Από τον κανόνα του άρθρου αυτού, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας και έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ., αφού γι` αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977), προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγόμενου, εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α' του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγόμενου δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 501/2016). Αν όμως η βάση της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), με την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΟλΑΠ 2/2019, 23/2003). Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνον εάν η ερειδόμενη στην έγκυρη σύμβαση κυρία βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγόμενου, απετέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης. Έτσι, πληρούται με τον τρόπο αυτόν ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή (ΟλΑΠ 22/2003, 23/2003, ΑΠ 300/2022, 261/2020, 1480/2018). Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 63/2022, 261/2020, 670/2020, 1487/2017). Για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, και όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης από τον εναγόμενο σε βάρος του οποίου η αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου, προς απόκρουση της έφεσης, και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 5/2020, 1165/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, της αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατά τον έλεγχο της βασιμότητας του πρώτου αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αρχικώς ενάγων και ήδη αποβιώσας Γ. Ν. με την αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, ισχυρίστηκε ότι με την ιδιότητα του γεωτεχνικού-γεωλόγου-μηχανικού υλικών, με διαδοχικές, ετήσιας διάρκειας, έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, απασχολήθηκε στην εναγομένη, κυρία των έργων κατασκευής του άξονα της Εγνατίας Οδού, στην επίβλεψη και ποιοτικό έλεγχο υλικών κατασκευής των αναφερόμενων στην αγωγή έργων, έναντι ετήσιας αμοιβής, πλέον ΦΠΑ, καταβλητέας ανά δίμηνο, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης στο τέλος του πρώτου διμήνου της κάθε σύμβασης, η οποία άρχιζε να ισχύει από την 30/9 κάθε έτους. Ότι η εργασία του εκτελούνταν, υπό τις δεσμευτικές εντολές και οδηγίες του προϊσταμένου του περιφερειακού γραφείου …………….. της εναγομένης, Δ. Γ., ο οποίος ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία. Ότι, δυνάμει προφορικής συμφωνίας με τους Δ. Γ, Γ. Τ. και Σ. Ν., οι οποίοι ενεργούσαν ως εκπρόσωποι και για λογαριασμό της εναγομένης, συνέχισε να παρέχει την εργασία του στο ίδιο αντικείμενο, που είχε συμφωνηθεί, με την από 17.9.2009 προηγούμενη σύμβαση, με τους ίδιους όρους και την ίδια αμοιβή, με έναρξη εργασίας την 1.9.2010, και με την συμφωνία ότι η αμοιβή του θα καταβαλλόταν από την εναγομένη, μέσω των εργολάβων, που είχαν αναδεχθεί την κατασκευή των έργων της. Ότι την εργασία του αυτή παρείχε έως την 30.6.2012 και δικαιούται το συνολικό ποσό των 108.240 ευρώ, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ (23%),εκ του οποίου του κατέβαλαν οι εταιρείες "…….. Α.Ε." και "Δ. Γ. και ……. Ε.Ε." για λογαριασμό της εναγομένης, το ποσό των 16.697,25 ευρώ και συνεχίζει να του οφείλει η εναγομένη το υπόλοιπο των 91.542,75 ευρώ (108.240 - 16.697,25). Το ποσό αυτό ζήτησε με την αγωγή του, μετά από νομότυπο σύμμετρο περιορισμό του, κατά το ποσό των 61.542,75 ευρώ σε αναγνωριστικό, να του το καταβάλλει νομιμότοκα και επικουρικά, εφόσον θεωρηθεί ότι οι υπηρεσίες του παρασχέθηκαν στα πλαίσια σύμβασης παροχής υπηρεσιών και όχι εξαρτημένης εργασίας, με βάση την εκτελεσθείσα σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, άλλως, σε περίπτωση που κριθούν άκυρες οι συμβάσεις, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, επειδή η εναγομένη χωρίς νόμιμη αιτία έγινε πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του κατά το παραπάνω ποσό, εξοικονομώντας δαπάνη, που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο ως αμοιβή για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες. Η αγωγή κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μη νόμιμη κατά τις δύο βάσεις της (1η κύρια και 1η επικουρική), τις στηριζόμενες στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας αλλά και της σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, με την αιτιολογία ότι, αν και η εναγομένη ως ΝΠΙΔ υπάγεται εξ ολοκλήρου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, δεν εκτέθηκε στην αγωγή, πως τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες για την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αφενός, αφετέρου για την σύναψη σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, δηλαδή δεν καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση ανάθεσης καθηκόντων με απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης. Κατά το μέρος δε, που κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολό της. Σημειώνεται ότι, η αγωγή αυτή συνεκδικάστηκε με την προφορικά ασκηθείσα, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγομένης, των Δ. Γ., Γ. Τ. και Σ. Ν., συμβούλων και στελεχών της τελευταίας, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στους οποίους προηγουμένως, είχε ανακοινωθεί η εκκρεμής δίκη, από την εναγομένη. Με την πρόσθετή τους παρέμβαση, οι παρεμβαίνοντες αρνήθηκαν γενικά την αγωγή και ειδικά αρνήθηκαν ότι ενήργησαν ως εκπρόσωποι της εναγομένης. Με βάση αυτό το περιεχόμενο, η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία συνεκδικάστηκε με την αγωγή, έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την έφεσή του, ο αρχικώς ενάγων - εκκαλών, δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων ισχυρίστηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ζήτησε αφού γίνει δεκτή η έφεσή του και εξαφανιστεί η εκκαλουμένη να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της και να απορριφθεί η πρόσθετη παρέμβαση. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη με αριθμό 732/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο των προσθέτως παρεμβαινόντων και, μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 9099/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του ενάγοντος δέχθηκε την αγωγή κατά την δεύτερη επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλλει στους υπεισελθόντες κληρονόμους του αρχικώς ενάγοντος τα αναφερόμενα σε αυτή χρηματικά ποσά. Ειδικότερα δε, αίτημα της ένδικης αγωγής ως προς τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, από την επισκόπηση αυτής, αναφέρονται τα εξής: "ΕΠΕΙΔΗ άλλως και όλως επικουρικώς και σε περίπτωση που κριθούν για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία άκυρες οι συμβάσεις μου με την εναγόμενη ή ότι έπαψαν να ισχύουν ή δεν καταρτίστηκαν ποτέ, η εναγόμενη οφείλει να μου καταβάλει τα αιτούμενα ποσά από την παροχή των υπηρεσιών μου σε αυτή καθώς ωφελήθηκε και έγινε πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας μου, χωρίς νόμιμη αιτία κατά το παραπάνω συνολικό ποσό των 91.542,75 ευρώ, δεδομένου ότι εάν δεν παρείχα εγώ τις συμφωνηθείσες εργασίες ή εάν παρείχα εγώ ή τρίτος υπηρεσίες αυτού είδους και εκτάσεως (δοθέντος ότι οι υπηρεσίες που παρείχα μόνο από άλλο άτομο της δικής μου ειδικότητας και επαγγελματικής κατάρτισης μπορούσαν να παρασχεθούν) με βάση έγκυρη σύμβαση - είτε εργασίας, είτε έργου - η εναγόμενη οπωσδήποτε θα κατέβαλε σε εμένα ή στον οποιοδήποτε τρίτο το ως άνω ποσό ως νόμιμη αμοιβή και επομένως εξοικονόμησε τη δαπάνη αυτή, που ήταν η ειθισμένη για την παροχή των υπηρεσιών αυτών την εποχή που παρασχέθηκαν. ΕΠΕΙΔΗ το ποσό της αμοιβής αυτής επωφελήθηκε αδικαιολόγητα η εναγόμενη και έτσι αυτό συνιστά τον πλουτισμό της, ο οποίος σώζεται". Όπως, ήδη προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη για το ορισμένο της εκ του άρθρου 904 ΑΚ αγωγής, όταν αυτή ασκείται επικουρικά, όπως στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία γίνεται σώρευση της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, άλλως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αρκεί η επίκληση της ακυρότητας αυτών, ενώ ενεχόμενη κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, αφού κατά το ποσό αυτό, αυτή έγινε πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του παρασχόντος τις υπηρεσίες του σε αυτήν ενάγοντος, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή. Επομένως, ορθά και όχι παρά το νόμο, δεν παρέλειψε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής, με παραδοχή της σχετικής ένστασης αοριστίας. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατά τη νοηματική του εκτίμηση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθ' όσον δεν κατονομάζονται ρητά οι ανάδοχοι εργολάβοι, ούτε γίνεται μνεία των επί μέρους συμβάσεων με τις οποίες αυτοί κατέβαλαν στον ενάγοντα μέρος της αμοιβής του, στο δικόγραφο της αγωγής, τα οποία δεν είναι στοιχείο του ορισμένου της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΟλΑΠ 25/2008). Ποιά πρόσωπα είναι οι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος, νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων (ΑΠ 1431/2022, 723/2014). Επειδή, λοιπόν, το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας, η τυχόν δε εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποίησης, γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 68/2022, 1679/2018). Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα τούτο εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 6 έως 19 του ν. 2229/1994, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. Δ1/4α/ 02/69/ ΦΝ380/ 10.11.1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ Β' 846/14.11.1994), με την οποία ιδρύθηκε η εναγομένη, ΝΠΙΔ, η οποία λειτουργεί με την μορφή ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "……………….. ΑΕ", με μοναδικό μέτοχο το ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενη από τον Υπουργό Υποδομών, υπαγόμενη, ήδη με το άρθρ. 1 παρ. 1α' του ν. 3899/10 στο ν. 3429/05 περί ΔΕΚΟ, εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και το καταστατικό της εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. Δ1/Ο/12/121/8.8.1995 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, έχει δε σκοπό, την μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, εξοπλισμό και εκμετάλλευση του οδικού άξονα με τον τίτλο "………………..", καθώς και του οδικού δικτύου γενικά, το οποίο άμεσα ή έμμεσα συνδέεται ή εξυπηρετεί τον παραπάνω άξονα, την ολική ή μερική ανάθεση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, σε τρίτους, της μελέτης, κατασκευής, επέκτασης του παραπάνω έργου ή τμημάτων αυτού, με παραχώρηση, καθώς και της επίβλεψης και παρακολούθησης της εκτέλεσης των σχετικών συμβάσεων και του ελέγχου των σχετικών μελετών, την ανάληψη της εκτέλεσης των εκχωρούμενων σε αυτήν από το δημόσιο, συμβάσεων κατασκευής τμημάτων του άνω έργου και την παροχή συμβουλών και τις εισηγήσεις σε θέματα σχετικά με τα παραπάνω (ΦΕΚ 5016/25.8.1995 Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Στα πλαίσια του σκοπού της αυτού, με έγγραφες συμβάσεις μίσθωσης έργου, από το έτος 2005 έως και το έτος 2009, διεπόμενες από το ν. 1418/1984 άρθρο 6 παρ. 8, εξ αιτίας του γεγονότος ότι επρόκειτο για έργα προγραμματισμένα και εκτελούμενα από φορέα του άρθρου 14 παρ. 1 του Ν. 2190/1994, ανέθετε στον ενάγοντα Γ. Ν., γεωλόγο-γεωτεχνικό, με επαγγελματική ειδικότητα αυτή, του μηχανικού υλικών και πιστοποιημένο επιθεωρητή για την ποιοτική διαχείριση συστημάτων (ISO 9001:2000, ISO 19011:2000"), την παροχή υπηρεσιών επίβλεψης και ειδικότερα τις μετρήσεις, παραλαβές υλικών και ποιοτικούς ελέγχους υλικών, των έργων, που η εναγομένη ανέλαβε να κατασκευάσει, δηλαδή α) του κάθετου άξονα Α. - Ο., τμήμα Μ. - Ψ., τμήμα Δ.-Ο., β) της Εγνατίας Οδού, τμήματα από Α/Κ ………….. έως την διασταύρωση με Εθνική Οδό δυτικά του ποταμού ……….. και την σήραγγα του ……….., από το ανατολικό στόμιο του …….. έως Α/Κ ………….. και την βελτίωση και διαπλάτυνση του τμήματος ……………… και την βελτίωση του ίδιου τμήματος της Εθνικής Οδού, γ) του τμήματος της γέφυρας ………….. και τις προσβάσεις σ' αυτή, δ) τις προκαταρκτικές εργασίες διαμόρφωσης του χώρου του Σταθμού Εξυπηρέτησης Αυτοκινητιστών …………., δ) την κατασκευή υπολειπομένων ασφαλτικών εργασιών από Ν. Καρβάλη έως Αλεξανδρούπολη με τα συνοδά έργα διαμόρφωσης γηπέδων και του ΣΕΑ Μάκρης, ε) τον κάθετο άξονα της Εγνατίας Οδού Κομοτηνής - Νυμφαίας - ελληνοβουλγαρικών συνόρων, και το αντίστοιχο τμήμα …………. -ελληνοβουλγαρικά σύνορα, τον κάθετο άξονα Α. - Ο. τμήμα ……………… και παράκαμψη …………….., στ) την κατασκευή χώρου στάθμευσης - αναψυχής αυτοκινητιστών (ΣΕΑ Καβάλας), την ολοκλήρωση κατασκευής του τμήματος αρτηρίας από χθ 23+000 έως χθ 23+600, κλάδος εισόδου στην περιοχή ………….. και κλάδος εξόδου προς ……….., τα έργα προστασίας πρανών και τα αντιπλημμυρικά του οικισμού …………….. και την αποκατάσταση του τοπικού οδικού δικτύου, την ολοκλήρωση πρόδρομων εργασιών διάνοιξης δασικού δρόμου …………….. - ελληνοβουλγαρικών συνόρων, την βελτίωση της βατότητας του τοπικού οδικού δικτύου Πανδρόσου - Νυμφαίας. Όλες οι έγγραφες συμβάσεις ανάθεσης έργου επίβλεψης, ελέγχου υλικών και διασφάλισης ποιότητάς τους, καταρτίστηκαν μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης, έως και το έτος 2009 εγγράφως, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του ν. 1418/1984 (βλ. και τον Κανονισμό ανάθεσης και εκπόνησης μελετών και ανάθεσης και εκτέλεσης έργων της εταιρίας "………. ΑΕ") κατόπιν αποφάσεων του Δ.Σ. της τελευταίας και η αμοιβή του ορίστηκε, για το έτος 2005 στο ποσό των 45.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, για το έτος 2006 στο ποσό των 47.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, για το έτος 2007 στο ποσό των 47.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, για το έτος 2008 και 2009, στα ποσά των 48.000 ευρώ κατ' έτος, πλέον ΦΠΑ. Η κατά τα προαναφερόμενα συμβατικά καθορισθείσα αμοιβή του ενάγοντος, όλα τα έτη παροχής των υπηρεσιών του, του καταβάλλονταν τμηματικά ανά δίμηνο, κατόπιν πιστοποίησης του εκτελεσθέντος κάθε φορά έργου από τον επιβλέποντα της εvαγομέvης, η οποία εξέδιδε τα σχετικά εντάλματα πληρωμής συνοδευόμενα από πίνακες δαπάνης, εγκρίσεις εντεταλμένων πληρωμών, από τα αρμόδια όργανά της, πρωτόκολλα παραλαβής και βεβαιώσεις ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας του ενάγοντα, ο οποίος εξέδιδε και τις αντίστοιχες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του, για τα ποσά που ελάμβανε από την εναγομέvη. Η τελευταία έγγραφη σύμβαση παροχής των ανωτέρω υπηρεσιών, η οποία καταρτίστηκε την 17.9.2009 με έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό και η εναγομέvη εκπροσωπήθηκε στην σύναψή της, από τον Διευθυντή Επίβλεψης, Ι. Δ., δυνάμει των 566/10/23.10.2008 και 573/1/15.12.2008 αποφάσεων του ΔΣ της, έληξε ένα έτος μετά, δηλαδή τον Σεπτέμβριο του έτους 2010 και ανανεώθηκε, με νεότερη, προφορική συμφωνία, που έλαβε χώρα τον ίδιο μήνα, διάρκειας ενός έτους, και στην συνέχεια ανανεώθηκε έως και την 30.6.2012. Η σύμβαση παροχής υπηρεσιών του ενάγοντα παρατάθηκε με τον προαναφερόμενο τρόπο, επειδή είχε αρχίσει να ισχύει ο Ν. 3812/2009 "περί αναμόρφωσης συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα και άλλες διατάξεις", στον οποίο είχε υπαχθεί και η εvαγομέvη και δεν επιτρεπόταν πλέον, η παράταση των συμβάσεων έργου μετά την 30.4.2010. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η νεότερη αυτή προφορική συμφωνία, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης διά του εκπροσώπου της Δ. Γ. (Διευθυντή Κατασκευών) παρουσία και των Γ. Τ. εντεταλμένου Συμβούλου της και Σ. Ν. Διευθυντή Συμβάσεων της, είχε το εξής περιεχόμενο: Ο ενάγων, θα συνέχιζε να παρέχει τις ίδιες ακριβώς υπηρεσίες, που παρείχε και με τις προηγούμενες συμβάσεις, στην ενάγουσα, με τους ίδιους όρους, δηλαδή θα ήταν υποχρεωμένος να εκτελεί τα καθήκοντά του αυτοπροσώπως, επί τόπου στα εργοτάξια κατασκευής, των έργων και ειδικότερα αυτών, που δυνάμει της Υπουργικής Απόφασης Δ1//2010 "Ανάθεση σε ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟ ΑΕ μελέτης κατασκευής έργων υποδομών στην Περιφέρεια Αν. Μακεδονίας Θράκης", κατασκεύαζε η εναγομένη, το επίδικο χρονικό διάστημα, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται, αρνούμενη το περιεχόμενο της αγωγής, ότι δηλαδή, η Εγνατία Οδός είχε ήδη κατασκευαστεί το έτος 2010 και κανένα άλλο έργο δεν είχε να εκτελέσει. Το δε έργο, που όφειλε να παραδώσει, των επιμετρήσεων, παραλαβών εδάφους, ποιοτικών ελέγχων κλπ, στο εργαστήριο της εναγομένης, ήταν υποχρεωμένος να εκτελεί με αποκλειστική ευθύνη και φροντίδα του, ανεξαρτήτως ωραρίου και αργιών, αποβλέποντας τα μέρη στην παραγωγή του τελικού αποτελέσματος, δηλαδή στην υλοποίηση του αντικειμένου του έργου. Επίσης, ο ενάγων όφειλε να παρίσταται και παρίστατο, καθημερινά στα εργοτάξια, όπου εξελίσσονταν το έργο και να συνεργάζεται με άλλες ειδικότητες επιστημόνων, ώστε να παραδώσει το έργο, που του ανατέθηκε, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης και εντός των ορισμένων χρονικών πλαισίων. Αποδείχθηκε επίσης, ότι η εναγομένη αν και όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, από τον μήνα Σεπτέμβριο του 2010 έως και την 30.6.2012 γνώριζε ότι η παράταση της διάρκειας του έργου δεν ήταν σύννομη, αποδεχόταν το προσφερόμενο από τον ενάγοντα έργο, ο οποίος κατά το ως άνω διάστημα παρίστατο καθημερινά στα εργοτάξια, όπου εξελισσόταν το έργο, παρέδιδε τις επιμετρήσεις και ποιοτικούς ελέγχους, με αποτέλεσμα να έχει επιδιώξιμη αξίωση κατά της εναγομένης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ο ενάγων παρείχε τις συμφωνημένες υπηρεσίες του στην εναγομένη, τις οποίες η τελευταία ενέκρινε, έως την 31.8.2011 και στην συνέχεια από την 1.8.2011 έως την 30.6.2012. Κατά την παροχή των υπηρεσιών του, ο ενάγων ουδόλως αποδείχθηκε ότι υποβάλλονταν σε προσωπική εξάρτηση από την εvαγομένη, με την έννοια ότι η τελευταία δεν του έδινε δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο τον χρόνο και τον τρόπο της παρεχόμενης εργασίας του. Σημειώνεται ότι, ο ορισμός της Ό. Μ., πολιτικού μηχανικού, υπαλλήλου της εναγομένης, από την τελευταία, ως υπεύθυνης του εργαστηρίου της Εγνατίας Οδού, στην Καβάλα, ουδόλως αναιρεί τα παραπάνω, υπό την έννοια ότι, η υπάλληλος αυτή, όπως στις επανειλημμένες ερωτήσεις του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης, κατέθεσε η μάρτυρας του ενάγοντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεν πραγματοποιούσε τις δοκιμές και ποιοτικές αναλύσεις των υλικών κατασκευής των έργων της εναγομένης, ούτε τις κοκκομετρικές διαβαθμίσεις, αλλά μόνο υπέγραφε τις έγγραφες αναλύσεις, που προηγουμένως πραγματοποιούσε ο ενάγων, για όλα τα παραπάνω έργα, που εκτελούνταν στους κάθετους άξονες της Εγνατίας Οδού. Επίσης, από το γεγονός ότι οι Δ. Γ., Γ. Τ. και Σ. Ν. δεν ήταν νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας, δεν είχαν εξουσία εκπροσώπησής της έναντι τρίτων, αφού δεν είχαν εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, για να ανατεθεί στον ενάγοντα η συνέχιση του έργου του, δεν συνάγεται ότι ο ενάγων δεν πρόσφερε τις ανωτέρω υπηρεσίες, τις οποίες η εναγομένη αποδεχόταν και ενέκρινε εξοικονομώντας δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αναγκαίως, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου είχε αναθέσει με έγκυρη σύμβαση σε άλλον μηχανικό γεωλόγο των ίδιων ικανοτήτων και προσόντων με αυτά του ενάγοντα. Στην τελευταία λοιπόν αυτή περίπτωση, που η εναγομένη κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό διάστημα ανέθετε το έργο με έγκυρη σύμβαση σε άλλον γεωλόγο μηχανικό, που θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες με αυτά του ενάγοντα, θα έπρεπε να καταβάλλει ως αμοιβή για τις προαναφερόμενες υπηρεσίες, το ποσό των 48.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% (11.040 ευρώ), σε έξι διμηνιαίες δόσεις, δηλαδή 59.040 ευρώ, αρχής γενομένης την 1.9.2010, και για το χρονικό διάστημα από 1.9.2011 έως και 30.6.2012, δηλαδή για δέκα μήνες, το ποσό των 40.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ ποσού 9.200 ευρώ, το ποσό των 49.200 ευρώ. Από τα ποσά αυτά, κατέβαλλε στον ενάγοντα την 8.2.2011, μέσω της εταιρίας με την επωνυμία "……….. ….. ΑΕ", το ποσό των 11.531,25 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ και την 29.12.2011, μέσω της εταιρίας με την επωνυμία "Δ. Γ. και ……. ΕΕ" το ποσό των 5.166 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ και του οφείλει το ποσό των 91.542,75 ευρώ (59.040 + 49.200 - 11.531,25 - 5.166). Κατά το ποσό αυτό αυξήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία η περιουσία της εναγομένης με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του ενάγοντα, που πρόσφερε υπηρεσίες κατά τον χρόνο της παράτασης, χωρίς έγκυρη σύμβαση, κατ' εξοικονόμηση της δαπάνης αυτής, από την εναγομένη εταιρία. Από το ποσό αυτό, 30.000 ευρώ οφείλει να καταβάλλει και 61.542,75 ευρώ αναγνωρίζεται ότι οφείλει, η εναγομένη, νομιμότοκα όλα τα ποσά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής του ενάγοντα, και ήδη, μετά τον θάνατό του, την 24.9.2018, στην απαίτησή του αυτή, υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και ήδη αναιρεσίβλητοι, που συνεχίζουν και την βιαίως διακοπείσα δίκη, αφού αποδέχτηκαν την κληρονομιά που τους κατέλιπε, σύζυγος και δύο θυγατέρες, κατά τον λόγο της εξ αδιαθέτου μερίδας τους, δηλαδή στο τέταρτο η σύζυγος και στο υπόλοιπο, κατ' ισομοιρία οι θυγατέρες του. Επομένως, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, κατά την επικουρική της βάση, του αδικαιολόγητου πλουτισμού και μάλιστα για την παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών του ενάγοντος στην εναγομένη και όχι από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αφού όπως αποδείχθηκε η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων εγκύρως, αλλά και η παράτασή της που ακολούθησε, ακύρως, έφερε τον χαρακτήρα της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών. Η σώρευση δε στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 218 και 219 ΚΠολΔ, έστω και επικουρικά των τριών βάσεων α) της απαίτησης μισθών από εξαρτημένη εργασία, β) της απαίτησης αμοιβής μηχανικού από παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών γ) του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενόψει ότι το αντικείμενο κάθε μίας υπάγεται μετά τον. 4335/2015, στην ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (...). Πρέπει επομένως, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στις κληρονόμους του ενάγοντος, σύζυγό του, το ποσό των 7.500 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι της οφείλει το ποσό των 15.385,68 ευρώ και σε κάθε μία από τις δύο θυγατέρες του, να υποχρεωθεί να καταβάλλει από 11.250 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι οφείλει από 23.078,53 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής του. Το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, δεκτής γενομένης της έφεσης, με την οποία ο εκκαλών παραπονέθηκε για την ουσιαστική απόρριψη της αγωγής του". Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στην προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας του αδικαιολόγητου πλουτισμού και της ωφέλειας που αποκόμισε η αναιρεσείουσα και δικαιολογούν τη ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι: α) ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "…………….. ΑΕ" αν και γνώριζε ότι το χρονικό διάστημα από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2010 έως στις 30.6.2012, η παράταση της διάρκειας του έργου δεν ήταν σύννομη, αποδεχόταν το προσφερόμενο από τον ενάγοντα έργο, β) ότι ο ενάγων καθ' όλο το εν λόγω διάστημα παρείχε τις συμφωνημένες υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα παρίστατο καθημερινά στα εργοτάξια και παρέδιδε τις επιμετρήσεις και ποιοτικούς ελέγχους, γ) ότι η αναιρεσείουσα αποδεχόταν τις υπηρεσίες του ενάγοντος, τις οποίες ενέκρινε, εξοικονομώντας δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν αναγκαίως, εάν την εκτέλεση του ίδιο έργου με έγκυρη σύμβαση είχε αναθέσει σε άλλο μηχανικό γεωλόγο με τις ίδιες ικανότητες και προσόντα με αυτά του ενάγοντος και δ) ότι η ωφέλεια της αναιρεσείουσας ανέρχεται στο ποσό των 108.240 ευρώ και μετά από κάποιες καταβολές ύψους 16.697,25 ευρώ, στο ποσό των 91.542,75 ευρώ. Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ωφέλειας της αναιρεσείουσας από την εξοικονομηθείσα δαπάνη από την εκτέλεση του έργου με έγκυρη σύμβαση, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι λήπτρια του πλουτισμού (ωφέλειας) από την παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος και συνεπώς νομιμοποιούμενη παθητικώς για την απόδοση της ωφέλειας ήταν η αναιρεσείουσα και ότι η ωφέλεια της αναιρεσείουσας από τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος με άκυρη σύμβαση και η εξοικονομηθείσα δαπάνη αυτής από την έγκυρη εκτέλεση του έργου, αντιστοιχεί στο προαναφερθέν ποσό. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, σχετικός από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, τρίτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεύτερος λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Δεν συνιστά δε αντίφαση προς τα ανωτέρω η παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης ότι δεν ήταν επιτρεπτή η παράταση των συμβάσεων και συνακόλουθα η κατάρτιση έγκυρης σύμβασης με άλλο μηχανικό, καθότι το στοιχείο αυτό αφορά την αποτίμηση της ωφέλειας της αναιρεσείουσας μόνο και δεν απαιτείται για τη θεμελίωση της σε βάρος της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τέλος με τις πιο πάνω παραδοχές δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 471 του ΑΚ για τη σύμβαση αναδοχής χρέους και 37 παρ.5 του ν.3669/2008 "περί δημοσίων έργων" οι οποίες δεν ευρίσκουν εν προκειμένω έδαφος εφαρμογής, αφού αντικείμενο της διαφοράς ήταν αν προσπορίσθηκε ή όχι ωφέλεια στην αναιρεσείουσα από την παροχή των υπηρεσιών του αρχικώς ενάγοντος και όχι εάν μέρος των αξιώσεων του ενάγοντος ικανοποιήθηκε με καταβολές από τρίτους, το οποίο (μέρος) δεν ήταν αντικείμενο της ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας αχθείσας διαφοράς. (ΑΠ 533/2018). Περαιτέρω και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό της περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεώς της, είναι αβάσιμος, καθόσον ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" αλλά αιτιολογημένη άρνηση. Σε κάθε δε περίπτωση το Εφετείο έλαβε υπ' όψη τον ως άνω ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε εκ του πράγματος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2008). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 81/2022, 47/2020, 466/2019, 1349/2017). Εξ'άλλου με τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 του ΑΚ, ορίζεται, αντίστοιχα, ότι "η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή" και "η καταβολή απαιτείται να γίνει στο δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος έχει επιτρέψει να δεχθεί την καταβολή. Η καταβολή που έγινε σε άλλον ισχύει αν ο δανειστής την εγκρίνει ή εφόσον ωφελείται από αυτήν". Η εκπλήρωση της παροχής που συντελείται με την υλική πράξη της καταβολής, επιφέρει το αποσβεστικό αποτέλεσμα της ενοχής και, συνεπώς, την ελευθέρωση του οφειλέτη, ο οποίος φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της καταβολής κατά τον προσήκοντα τρόπο (ΑΠ 1623/2022, 204/2021). Τέλος με τη διάταξη 317 ΑΚ ορίζεται ότι η εκπλήρωση της παροχής (εδώ της απόδοσης της ωφέλειας στον ενάγοντα) μπορεί να γίνει και από τρίτο, εκτός αν ο δανειστής έχει συμφέρον να την εκπληρώσει ο οφειλέτης. (ΑΠ 886/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα α) την από 29.4.2010 σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου που είχε συνάψει η αναιρεσείουσα με την ……… ΑΕ, β) τη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών μεταξύ του αρχικώς ενάγοντος και της …….. ΑΕ καθώς και την 112/28.2.2011 απόδειξη παροχής υπηρεσιών αυτού προς την …… ΑΕ, γ) τη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών του αρχικώς ενάγοντος με την Δ. Γ. και …… ΕΕ καθώς και την 113/29.12.2011 απόδειξη παροχής υπηρεσιών αυτού προς την εν λόγω εταιρεία, δ) τη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών του αρχικώς ενάγοντος, που συνήψε ως εκπρόσωπος δικής του εταιρείας (N..A.) με τη θυγατρική εταιρεία της αναιρεσείουσας με την επωνυμία ………. S.A. …………….... Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπ' όψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα "που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, με τις έγγραφες προτάσεις τους", σε συνδυασμό με τις χωρίς αντιφάσεις και κενά, σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω έγγραφα, από τα οποία προκύπτει ότι υπήρξε καταβολή εκ μέρους των ως άνω εταιρειών: …….. ΑΕ και Δ. Γ. και Σία ΕΕ (τρίτων) προς τον ενάγοντα (δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων), επιφέρουσα μερική απόδοση της ωφέλειας της αναιρεσείουσας . Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις μετά από σχετικό αίτημα αυτών σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 1.11.2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2901/286/2.11.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 732/16.4.2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 1344/2021 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023. ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ