Αριθμός 1870/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αναιρεσειόντων: 1. Β. Κ. του Ι., 2 Γ. συζ. Β. Κ. και 3 Ν. Κ. του Β., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσακίρη. Της αναιρεσιβλήτου: Δ. χας Γ. Κ., το γένος Β. Μ. κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητά της ως δικηγόρος. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-2-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-9-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 29-10-2009 έκθεση του ήδη Αντιπροέδρου Αθανασίου Κουτρομάνου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ. και οι οποίοι είναι αντίστοιχοι των λόγων των αριθμών 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Επομένως: 1)η παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, 2)η ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων στην ίδια απόφαση, 3)η ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών και 4)η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ήτοι οι λόγοι αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 12, 17, 19 και 20 Κ.Πολ.Δ, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο (πρλβ. Ολ. ΑΠ 45/1987 - ΑΠ 797/2007). Ο περιορισμός δε αυτός των λόγων αναιρέσεως δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, ουδέ σε Διεθνείς Συμβάσεις (ΑΠ 1104/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο, τον τρίτο και τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 12, 17 και 19 Κ.Πολ.Δ, αντιστοίχως, πλημμέλειες. Ωσαύτως ο τέταρτος αναιρετικός λόγος, παρά την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ για την θεμελίωσή του, στην πραγματικότητα αφορά ισχυρισμό για "παραμόρφωση" αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ, και δη της αναφερομένης στο αναιρετήριο έγγραφης εξώδικης όχλησης. Έτσι, και δεδομένου ότι η προσβαλλομένη είναι απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου, που έκρινε επί εφέσεως κατά αποφάσεως ειρηνοδικείου, οι ως άνω λόγοι προβάλλονται απαραδέκτως. Κατά το άρθρο 1820 εδ. α, β. ΑΚ: "Εκείνος από τους συζύγους που επιζεί καλείται ως κληρονόμος εξ αδιαθέτου με τους συγγενείς της πρώτης τάξης στο τέταρτο και με τους συγγενείς των άλλων τάξεων στο μισό της κληρονομίας. Επιπλέον παίρνει εξαίρετο, ανεξάρτητα από την τάξη με την οποία καλείται, τα έπιπλα, σκεύη, ενδύματα και άλλα τέτοια οικιακά αντικείμενα, που τα χρησιμοποιούσαν είτε μόνος εκείνος που επιζεί είτε και οι δύο σύζυγοι". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, στο συζυγικό "εξαίρετο" περιλαμβάνονται κληρονομιαία κινητά πράγματα της κοινής οικιακής οικονομίας των συζύγων (πρβλ. Α.Π. 666/2008, Α.Π. 1761/1987) τέτοια δε είναι και τα πράγματα που συγκροτούν τον εξοπλισμό της κοινής επαγγελματικής στέγης των συζύγων, όταν συμβαίνει αυτοί να ασκούν το ίδιο επάγγελμα, όπως είναι και εκείνο της δικηγορίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαρίσης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες που είναι γονείς και αδελφός του αποβιώσαντος την 28-7-2003 δικηγόρου Γ. Κ., κληρονόμισαν αυτόν εξ αδιαθέτου κατά ποσοστό 1/6 έκαστος, ενώ κατά το ήμισυ η κληρονομία του θανόντος περιήλθε στην εναγομένη σύζυγό του, επίσης δικηγόρο. Στην κληρονομιαία περιουσία περιλαμβάνεται και ένα γραφείο, εμβαδού 43 τ.μ. (με τον συνήθη εξοπλισμό του) που βρίσκεται στην πόλη της …και εχρησιμοποιείτο από τους δύο συζύγους ως δικηγορικό γραφείο. Προσέθεσε δε, κατά λέξιν το Πρωτοδικείο: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, από το θάνατο του κληρονομουμένου συζύγου της, συνέχισε να κάνει χρήση αποκλειστικά και μόνον αυτή του εν λόγω γραφείου, καθόσον και η ίδια ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου, ασκούσε δε αυτό μαζί με τον σύζυγό της όταν αυτός βρισκόταν εν ζωή. Από τον άνω δε χρόνο, χρησιμοποιεί το γραφείο αυτό χωρίς να καταβάλει στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό ως μίσθωμα ή τα ωφελήματα που αναλογούν στην ιδανική μερίδα τους ή τους καρπούς του που συνίστανται στην αξία χρήσης του κοινού ακινήτου. Επομένως, υποχρεούται να αποδώσει σ' αυτούς την ωφέλειά της από τη χρήση των ιδανικών τους μεριδίων, η οποία συνίσταται στη δαπάνη που εξοικονόμησε από την άνευ ανταλλάγματος χρήση τους, δηλαδή στη μισθωτική τους αξία. Από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα αποδείχθηκε ότι η μισθωτική αξία του ανωτέρω κοινού ακινήτου των διαδίκων, χωρίς να ληφθεί υπόψη ο εξοπλισμός του, για το συνολικό επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή από το μήνα Αύγουστο του έτους 2003 έως το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2006 ανέρχεται στο ποσόν των 230 ευρώ μηνιαίως. Στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο οδηγήθηκε, λαμβάνοντας υπόψη, πλην των ανωτέρω, την παλαιότητα του γραφείου (έτος κατασκευής 1985) και τις φθορές-στην οροφή και στους τοίχους του λόγω υγρασίας από τη διαρροή νερού εξ αιτίας βλάβης των υδραυλικών εγκαταστάσεων όμορων γραφείων. Εκτιμά δε τη μισθωτική του αξία στο άνω ποσό (των 230 ευρώ), που υπερέχει των προαναφερομένων μισθωμάτων των όμορων γραφείων, παρά το γεγονός ότι αυτά είναι μεγαλύτερα, λαμβάνοντας υπόψη την πτώση των μισθωμάτων κατ' έτος (τα προαναφερόμενα μισθώματα όμορων γραφείων αφορούν μισθώσεις μεταγενέστερου του επιδίκου χρονικού διαστήματος). Στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνεται η χρήση του άνω εξοπλισμού του γραφείου, ο οποίος κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβάνεται, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα και στην άνω μείζονα πρόταση στο εξαίρετο της εναγομένης". Υπό τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο, κρίνοντας (παρεμπιπτόντως) ότι ο εξοπλισμός του κοινού δικηγορικού γραφείου των συζύγων περιέρχεται στον εξ αυτών επιζώντα ως εξαίρετο, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 1820 ΑΚ, όπως αβασίμως υποστηρίζεται από τους αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησής τους (εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ). Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορρίπτει την από 16-9-2008 αίτηση των Β. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 167/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης. Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2013. Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Οκτωβρίου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ