ΑΡΙΘΜΟΣ 1129/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα και Χρυσούλα Παρασκευά, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 1 Μαρτίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίτωνα Σταυρόπουλο, περί αναιρέσεως της 31307/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα: Την εταιρεία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" που εδρεύει στην Κύπρο και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 910/12. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Κατά το άρθρο 79 παρ.1 ν.5960/1933 περί επιταγής (όπως αντικατεστάθη με το ΝΔ 1325/1972) "ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών". Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 εδ. α'του Ν.2408/1996, ο οποίος ήρχισε να ισχύει από 4/6/1996 προσετέθη στο άρθρο 79 του Ν.5960/1933, όπως αυτό ισχύει μετά την άνω αντικατάστασή του, παράγραφος 5 κατά την οποίαν " Η ποινική δίωξη" (του εκδότου της επιταγής) ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της". Εν σχέσει με την υποβολή της εγκλήσεως επί της επιταγής, ισχύουν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγ.2 και 3 του άρθρου 42 Κ.Π.Δ., στις οποίες ρητά παραπέμπει το άρθρο 46 ιδίου Κώδικος. Ειδικότερα σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρφων πρώτων εδαφίων της παραγ.2 του εν λόγω άρθρου, η έγκληση γίνεται απ'ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και στους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητος μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση. Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέως πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητος προσαρτάται στην έκθεση για την υποβολή της εγκλήσεως. Περαιτέρω με το άρθρο 18 παραγ.1 Ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτό εκωδικοποιήθη με το Β.Δ. 174/1963 ορίζεται ότι " Η ανώνυμη εταιρία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του διοικητικού αυτής συμβουλίου ενεργούντος συλλογικώς", κατά δη την παράγ.2 του ιδίου άρθρου "το καταστατικό δύναται να ορίσει ότι εν ή πλείονα μέλη του Συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρίαν εν γένει ή εις ορισμένου μόνον είδους πράξεις. Το άρθρον 22 του ιδίου Νόμου ορίζει στην παράγ.1 ότι "Το Διοικητικόν Συμβούλιον είναι αρμόδιον ν'αποφασίζη πάσαν πράξιν αφορώσαν εις την διοίκησιν της εταιρίας, εις την διαχείρισιν της περιουσίας αυτής και εις την εν γένει επιδίωξιν του σκοπού της εταιρείας", στη δε παράγ.3 όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 10 παράγ.4 του Ν.2339/1995 " Το καταστατικό μπορεί να ορίζει θέματα για τα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να ασκείται ολικά ή μερικά από ένα ή περισσότερα μέλη του, διευθυντές της εταιρείας ή τρίτους". Εκ των διατάξεων των άνω άρθρων προκύπτει ότι το διοικητικό συμβούλιο της ανωνύμου εταιρίας, το οποίο την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως και το οποίο ενεργεί συλλογικώς, επιτρέπεται να μεταβιβάσει το δικαίωμα οργανικής εκπροσωπήσεως σε μέλη του ή σε τρίτα πρόσωπα, αν αυτό ορίζεται στο καταστατικό. Στην περίπτωση αυτή ο τρίτος είναι υποκατάστατος του Δ.Σ. και ενεργεί ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της Α.Ε. Όμως όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 18 παράγ. 2 ή 22 παράγ.3, το τρίτο πρόσωπο προς το οποίο το όργανο της εταιρίας, δηλαδή το Διοικητικό Συμβούλιο, ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, αλλ'ενεργεί στα πλαίσια της από τα άρθρα 211 επ. και 713 επ. ΑΚ προβλεπομένης αντιστοίχως πληρεξουσιότητος ή εντολής. Ο υποκατάσταστος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητος ή εξουσιοδοτήσεως και βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή εγκλήσεως ή για την δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής. Στην περίπτωση όμως που το διοικητικό συμβούλιο ανωνύμου εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής αποφάσεώς του, αναθέτει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άνω άρθρων 18 παράγ.2 ή 22 παράγ.3 του Ν.2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστου αξιοποίνου πράξεως η οποία ετελέσθη εις βάρος της εταιρίας, απαιτείται, εν όψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλούς πληρεξούσιος εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου που περιέχει τη σχετική απόφασή του, και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζομένη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της γνησιότητος της υπογραφής του "εντολέως" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις άνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ.1γ'ΚΠΔ. Εξάλλου, η απαιτουμένη κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ (όπως το τελευταίο ετροποποιήθη (και ισχύει) με το άρθρο 2 παρ.5 του Ν.2408/1996) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ'Κ.Π.Δ. ιδίου ως άνω Κώδικος, υπάρχει όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν, από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθη ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή αυτών των τελευταίων στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Η άνω αιτιολογία εκτίνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως του αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστού που τις εξέδωσε. Περαιτέρω λόγον αναιρέσεως, κατ'άρθρον 510 παράγρ.1 ΚΠΔ, αποτελεί, υπό στοιχ. Η' αυτού, η υπέρβαση εξουσίας. "Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο καταδίκασε (στοιχ. δ') για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτουμένη έγκληση (άρθρ.46)". Τέλος η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στην διαδικασία του ακροατηρίου επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατ'άρθρον 171 παράγρ. 2 ΚΠΔ, ιδρύουσα τον εκ του άρθρου 510 παράγρ.1 στοιχ. Α ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως. Παρά το νόμο παράσταση υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και της παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 Κ.Π.Δ. ή όταν παρεβιάσθη η κατά το άρθρο 68 ιδίου Κώδικος διαδικασία που προβλέπεται για την άσκηση της πολιτικής αγωγής. Η πολιτική αγωγή, με την οποίαν επιδιώκεται η αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου μόνον από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ. Δικαιούχος είναι όποιος υπέστη αμέσως ηθική βλάβη από την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο (φυσικό ή νομικό πρόσωπο). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 31307/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δικάσαντος κατ'έφεση, ο αναιρεσείων κατεδικάσθη εις ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για παράβαση του άρθρου 79 Ν.5960/1933 εις βάρος της εις Κύπρον εδρευούσης Τραπεζικής εταιρίας υπό την επωνυμίαν "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" η οποία έχει εγκαταστήσει νομίμως υποκατάστημα στη χώρα μας. Η τελευταία αυτή υπέβαλε την από 13/8/2008 έγκληση κατά του κατηγορουμένου Κ. Δ., την οποία υπέγραψε και ενεχείρισε στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο δικηγόρος Αθηνών Στυλιανός Σαξώνης, με συνημμένο εις αυτήν (την έγκληση) το υπ'αριθμ. 17/24-7-2008 πρακτικό του Δ.Σ. της εγκαλούσης εταιρίας. Όπως προκύπτει εκ της επισκοπήσεως του πρακτικού αυτού ως και του υπ'αριθμ. 1415/16-8/2007 ΦΕΚ Τεύχ. Ανών. Εταιριών και Εταιριών Περιωρισμένης Ευθύνης, το ΔΣ της εταιρίας εξουσιοδοτεί τον δικηγόρο Γιάγκο Σιβιτανίδη, μέλος του Δ.Σ. και νόμιμο εκπρόσωπο της Τραπέζης Κύπρου στην Ελλάδα, να υποβάλλει κατά των εκδοτών ακαλύπτων επιταγών, των οποίων η Τράπεζα τυγχάνει νόμιμη κομίστρια, εγκλήσεις, μεταξύ των οποίων και (κατά) του Κ. Δ., περαιτέρω δε να διορίσει με συμβολαιογραφικό έγγραφο ειδικό πληρεξούσιο και νόμιμο αντίκλητο της εταιρίας τον δικηγόρο Στυλιανό Σαξώνη για να υποβάλει τις άνω εγκλήσεις, να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής για την ηθική βλάβη της εταιρίας, να παραστεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος για την υπεράσπιση της πολιτικής αγωγής. Βάσει αυτού εν συνεχεία και του υπ'αριθμ. .../31-7-2008 πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστειδούλας Μεταξά-Χατζάκη, ο ανωτέρω διόρισε ως πληρεξούσιο και αντίκλητο τον δικηγόρο Στυλιανό Σαξώνη για να υποβάλει σχετικώς την έγκληση δια λογαριασμόν της εταιρείας να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής και να παραστεί προς υπεράσπισή της, ο τελευταίος αυτός δε παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος της πολιτικώς εναγούσης όπως εκ των πρακτικών προκύπτει και όχι υπάλληλος της εταιρίας, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Ούτω με το άνω πρακτικό, που προσκομίζεται σε ακριβές απόσπασμα από το βιβλίο πρακτικών, το Δ.Σ. της εταιρίας μετεβίβασε το δικαίωμα εκπροσωπήσεως στο μέλος του Γιάγκο Σιβιτανίδη καθ'ο είχε δικαίωμα να πράξει εκ του καταστατικού, (εφ'όσον και ο αναιρεσείων δεν επικαλείται αντίθετη ρύθμιση σ'αυτό), ο οποίος, εντεύθεν, είναι υποκατάστατος του Δ.Σ. και με δικαίωμα διορισμού δικηγόρου ως άνω. Το πρακτικό δε αυτό φέρει τις υπογραφές του Προέδρου και του Γραμματέως του ΔΣ και έχει θεωρηθεί το γνήσιο της υπογραφής των (από τον αρμόδιο υπάλληλο Χ. Σ.). Ο αναιρεσείων ως εκκαλών ισχυρίσθη το μεν ότι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εις το οποίο δεν παρέστη, ενεφανίσθη ως πολιτικώς ενάγων υπάλληλος της εταιρίας χωρίς εξουσιοδότηση από το καταστατικό προς δε το αυτό συνέβη και στο δευτεροβάθμιο, δι'ο και προέβαλλε ενώπιον του τελευταίου αυτού την ένσταση της παρά το νόμο παραστάσεως της πολιτικής αγωγής και εντεύθεν της αποβολής της, το δε ότι από το προαναφερθέν πρακτικό του ΔΣ προκύπτει ότι η έγκληση υπεβλήθη από τρίτο πρόσωπο και όχι από μέλος του ΔΣ της εταιρίας, προς δε από το κείμενό του δεν προκύπτει η επικύρωση της υπογραφής όλων των μελών του ΔΣ παρά μόνο του προέδρου, συνεπώς δε ουχί νομίμως υπεβλήθη η έγκληση και μετά ταύτα, η ποινική δίωξη είναι απαράδεκτη. Όμως όπως εκ των πρακτικών προκύπτει, παράσταση πολιτικής αγωγής σαφώς εδήλωσεν ο Στυλιανός Σαξώνης για την επιδίκαση υπέρ της Τραπέζης Κύπρου χρηματικού ποσού με επιφύλαξη για την ηθική βλάβη την οποίαν υπέστη η εταιρία αυτή εξαιτίας του αδικήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών, των οποίων αυτή ήτο νόμιμη κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως, εκ προφανούς δε παραδρομής αναφέρονται τα ονόματα των υπαλλήλων της εταιρίας, εφ'όσον δε υπήρξε υποκατάσταση κατά τ'άνω, το πρακτικό δεν είχεν ανάγκη βεβαιώσεως του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ., προκειμένου να υποβληθεί η έγκληση και να δηλωθεί παράσταση πολιτικής αγωγής (εις πάσα περίπτωση όμως εθεωρήθη το γνήσιο της υπογραφής του Προέδρου και του γραμματέως, μόναι αι οποίαι και υπήρχαν). Δι'ο και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε τις άνω ενστάσεις ως εξής: " Στο ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 1415/7-3-2008 καταχωρήθηκε στις 4-3-2008 το πληρεξούσιο έγγραφο της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ με το οποίο το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας αυτής διόρισε τον Γιάγκο Σιβιτανίδη του Πανίκου ως νόμιμο εκπρόσωπό της στην Ελλάδα με τις επί μέρους σ αυτό αναγραφόμενες αρμοδιότητες. Με το με αρ. 17/24-7-2008 πρακτικό συνεδρίασης του ΔΣ της ίδιας ως άνω εταιρίας εξουσιοδοτήθηκε ο Γιάγκος Σιβιτανίδης δικηγόρος Αθηνών να διορίσει με συμβολαιογραφικό έγγραφο ειδικό πληρεξούσιο και νόμιμο αντίκλητο της εταιρίας στην Ελλάδα τον δικηγόρο Αθηνών Στυλιανό Σαξώνη προκειμένου να υποβάλλει εγκλήσεις- μηνύσεις για λογαριασμό της, στον αρμόδιο Εισαγγελέα κατά του Κ. Δ. ήδη κατηγορουμένου , για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και δη της με αρ. ... επιταγής πληρωτέας από την ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ και ποσού 20.000 ευρώ και να παρίσταται στο δικαστήριο, εκπροσωπώντας την εγκαλούσα ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ως πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να παραστεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος για την υπεράσπιση της πολιτικής αγωγής σε κάθε δικαστήριο και να παραστεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και να προβαίνει σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την περαίωση των ανωτέρω εντολών. Το παραπάνω πρακτικό του ΔΣ φέρει τις υπογραφές του Προέδρου και του Γραμματέα του ΔΣ με θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους. Με βάση το πρακτικό αυτό ο Γιάγκος Σιβιτανίδης ως εκπρόσωπος της εγκαλούσας στην Ελλάδα προέβη στη σύνταξη του με αρ. .../31-7-2008 ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστειδούλας Μεταξά-Χατζάκη με το οποίο διόρισε ειδικό πληρεξούσιο για την κατάθεση μήνυσης κατά του κατηγορουμένου και για την παράσταση της τράπεζας ως πολιτικώς ενάγουσας σύμφωνα με την εξουσιοδότηση που του δόθηκε, τον δικηγόρο Αθηνών Στυλιανό Σαξώνη. Ο τελευταίος παραστάθηκε ως πληρεξούσιος δικηγόρος της πολιτικώς ενάγουσας και ο Γ. Δ. εμφανίστηκε ως μάρτυρας της τράπεζας και όχι ως πολιτικώς ενάγων όπως εσφαλμένα διατύπωσε στο ακροατήριο. Επομένως ο Στυλιανός Σαξώνης είχε την πληρεξουσιότητα που απαιτεί ο νόμος για την κατάθεση της μήνυσης και για την παράστασή του ως πολιτικώς ενάγων εκπροσωπώντας την εγκαλούσα τράπεζα και πρέπει οι σχετικοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι." Με αυτά που εδέχθη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών για την ανωτέρω απόρριψη των σχετικών ισχυρισμών, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν παρεβίασε δε την διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 ΚΠΔ, ου ένεκεν και δεν επήλθεν, εντεύθεν, απόλυτη ακυρότης, ούτε παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 42 και 46 ΚΠΔ σε συνδυασμό με άρθρα 18 και 22 Ν.2190/1920, ώστε να υπερβεί την εξουσία του, και οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' (ως εκτιμάται), Α' και Η' υπό δ' Κ.Π.Δ. είναι αβάσιμοι. Κατ'άρθρο 99 παρ.1 ΠΚ, όπως αντικατεστάθη υπό του άρθρου 2 Ν.3904/2010 και ισχύει σήμερα "Αν κάποιος δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλεια σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 (Π.Κ.) είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων...". Εκ της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι τα δικαστήριο υποχρεούται να ελέγξει την συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να αποφασίσει σχετικά, και χωρίς την υποβολή αιτήματος περί αυτής, και να αιτιολογή ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. 'Αλλως, εάν δηλαδή το δικαστήριο προχωρήσει και αποφασίσει την μετατροπή της ποινής , χωρίς προηγουμένως να αποφανθεί και να αποκλείσει την αναστολή αυτής υπερβαίνει αρνητικώς την εξουσία του και υποπίπτει στην πλημμέλεια της αναιρετικώς ελεγχομένης υπερβάσεως εξουσίας, εκ της οποίας ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η' Κ.Π.Δ. λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που την εξέδωσε, επέβαλε εις τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως χωρίς αιτιολογία ήτοι χωρίς να ερευνήσει τις προϋποθέσεις της αναστολής, υπάρχοντος μάλιστα και σχετικού αιτήματος, και να παραθέσει τα ειδικά εκείνα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η εκτέλεση της ποινής ήτο απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων. Ούτως όμως το δικαστήριο υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του και, κατά παραδοχή ως βασίμου, του σχετικού τρίτου λόγου της αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Η'Κ.Π.Δ., πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, μόνον όσον αφορά την περί μετατροπής της ποινής διάταξή της, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το μέρος αυτό, κατά τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως, απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 31307/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και μόνο ως προς την διάταξή της περί μετατροπής της ποινής. Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα αποτελείται από άλλους δικαστάς, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως. Και Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 19/7/2012 αίτηση-δήλωση του Κ. Δ., για αναίρεση της άνω αποφάσεως. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2013. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2013. Η ΠΡΟΕΔΡΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ